Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Η ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΑ

alt 
 Η ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΑ
γράφει ο Βαγγέλης Ψαραδάκης

Με τη Λιλή γνωριστήκαμε τον Ιανουάριο του 1995, αν και ήμασταν γείτονες από το ’89, όταν μετακόμισα στο κέντρο της Αθήνας σε μια μονοκατοικία.Πίσω είχε κήπο κι άλλο ένα σπίτι, όπου έμενε μια γνωστή δικηγόρος. Η Λιλή έμενε Ζωοδόχου Πηγής 121, στον πάνω όροφο διπλοκατοικίας. Η πλαϊνή πλευρά αντίκριζε τον μικρό μας κήπο. Το βράδυ αργούσε να σβήσει το φως στο γραφείο. Αργά τ’ απογεύματα μα και κάμποσες νύχτες, ακουγόταν συχνά δυνατή κλασική μουσική. Φθινόπωρο ’91, την επισκεφθήκαμε με μια φίλη. Γνωρίζαμε ότι έγραφε μια μελέτη για τη σχέση ανδρών–γυναικών και θέλαμε συνέντευξη για ένα περιοδικό που επρόκειτο να επανεκδοθεί. Ήταν διστακτική, άφησε να καταλάβουμε ότι δεν μπορούσε. Καλοκαίρι ’93, την τσάκωσα να πετά φαγώσιμα στα γατιά στον κήπο μας. Σκάλωναν συχνά στα δέντρα. Ένα μεσημέρι είχε ανέβει στο παγκάκι, μετά σ’ ένα βαρέλι. Προσπαθούσε να τα ρίξει στο έδαφος μ’ ένα μπαστούνι, ατηγάνιστα νοστιμότατα ψάρια – αλίμονο, αν έμεναν κρυμμένα! Όταν της έγινε παρατήρηση, ερχόταν και φρόντιζε τις γάτες στον κήπο. Ένα άλλο μεσημέρι, καθώς με τη δικηγόρο προσπαθούσαμε να αποσπάσουμε ένα ξύλινο σκάλισμα από ένα έπιπλο παλιό, ένα παντζούρι άνοιξε με πάταγο και ακούστηκε μια βαθιά οργισμένη φωνή – στο τέλος, μας περιέλουσε και μ’ ένα «α σιχτίρ!» Ήταν άνθρωπος αψύς. Ένας μύθος περικύκλωνε τη Λιλή…
Εορτή
Η γιορτή του Άη Γιάννη έπεφτε Κυριακή, λαγοκοιμόμουν όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν ήταν μόνη, συνοδευόταν από φίλη. Τις είχα δει στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Η Λιλή ήταν άνθρωπος εξωστρεφής, της άρεσε να γνωρίζει τους νέους και να συζητά μαζί τους. Ξαφνιάστηκα με την απρόσμενη επίσκεψη. Εκείνο που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν άλλο. Έψαχνα ένα βιβλίο, την ποίηση του Ναπ. Λαπαθιώτη, με την επιμέλεια του Άρη Δικταίου, σπάνιο πια, πανάκριβο, ίσως να το είχε. Μαζί τους ήταν και το σκυλάκι της. Ρώτησα για την επίσκεψη. Είχε μάθει ότι πουλιόταν το σπίτι, ενδιαφερόταν. Το δικό της θα έβγαινε στο σφυρί. Έκανε μια κίνηση απελπισίας, όταν ρώτησα για τη μελέτη της. Θα καθυστερούσε να φτάσει στο τυπογραφείο. Δεν θυμάμαι τι άλλο είπαμε. Πολύ χάρηκε, πάντως, όταν έμαθε ότι κρατώ από την Κρήτη. Έκανα και την ερώτηση που μ’ έκαιγε. «Πρέπει να το έχω, νομίζω πως ο Δικταίος, μου χάρισε ένα αντίτυπο». Άρπαξα την ευκαιρία και τη ρώτησα για κείνον, από την Κρήτη ήταν, συνομήλικός της. «Το 1956, τον τίμησαν με το Α΄ κρατικό βραβείο ποίησης». Το γέλιο της ήταν βαθύ, τρανταχτό. Δεν δίστασα: «Εσάς, γιατί δεν σας έχουν βραβεύσει;» Ειρωνικό μειδίαμα, έκφραση σιγουριάς, όχι καημού. «Εμένα, παιδί μου, δεν θα με βραβεύσουν ποτέ. Τους ενοχλώ… Τι να το κάνω; Το αληθινό βραβείο μου το δίνει ο κόσμος που αγοράζει τα βιβλία μου». Δυο μέρες μετά, έστειλε έναν αρχιτέκτονα να ελέγξει το σπίτι. Δεν τη συνέφερε να το αγοράσει και να το φτιάξει. Αυτός μου έδωσε και το βιβλίο. Τηλεφώνησα να την ευχαριστήσω, θα το φωτοτυπούσα και θα το επέστρεφα. «Χάρισμά σου, παιδί μου, τι να το κάνω; Εσύ το χρειάζεσαι».
Στιγμιότυπα
Μέχρι το Πάσχα του ’95 βρισκόμασταν τυχαία στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Μερικά βράδια τη συναντούσα καθώς πήγαινε καλεσμένη σε κάποιο τραπέζι. Άλλες φορές στο Μέγαρο Μουσικής, ήταν μέλος του. Πάντοτε καλοντυμένη, φινετσάτα ρούχα και κοσμήματα, διακριτικό μακιγιάρισμα, χτένισμα προσεγμένο. Ήταν πολύ κοκέτα. Πάσχα ’95 πήγε στην Κρήτη διακοπές. Είχε αγοράσει ένα χάλασμα στη Μίλατο, το έφτιαξε με παραδοσιακό τρόπο, το επίπλωσε και  στόλισε με χίλια δυο. Σκόπευε να το δωρίσει στον Δήμο, αλλά κάτι έγινε και ναυάγησε. Το πούλησε σ’ ένα ζευγάρι Άγγλων, βάφτισε και το κοριτσάκι τους. Ήταν πολύ ανανεωμένη όταν γύρισε. Μου έδειξε τη φωτογραφία της πιτσιρίκας. «Δεν είναι γλύκα; Τώρα, στα γεράματα, μαθαίνω κι Αγγλικά…» Δεν είχε βρει το κατάλληλο σπίτι, είχε αλλάξει γνώμη: «Γιατί ν’ αγοράσω σπίτι, τώρα; Θα νοικιάσω ξανά». Πλησίαζε έντεκα το βράδυ, όταν πρότεινε: «Τι λες, πάμε στο σπίτι μου για μια ρακή;» Όσην ώρα ήταν στην κουζίνα, παρατηρούσα τον διάκοσμο, λιτό και καλόγουστο. Έπιπλα παλιά, δουλεμένα στο χέρι, λιγοστά κάδρα και φωτογραφίες, ωραία αντικείμενα. Εντυπωσιάστηκα με τρία γυάλινα ποτήρια διαφορετικού χρώματος, ενετικά, όπως έμαθα, κειμήλια της οικογένειας. Καθίσαμε στις δυο άκρες του καναπέ. Απέναντι ένα παμπάλαιο σκαλιστό ανάκλιντρο. Ανάμεσά μας, ένας δίσκος μ’ ένα μπουκάλι βότκα, πάγο και τα σχετικά. Στο πικάπ μια συμφωνία του Μπρούκνερ.
Εκμυστηρεύσεις
altΡώτησα αν έγραφε νέο βιβλίο. «Έχω μια ιδέα, μυθιστόρημα… Ο κεντρικός ήρωας θα είναι άντρας.» Επικρότησα, επισημαίνοντας ότι οι πιο ολοκληρωμένοι χαρακτήρες στα βιβλία της είναι οι γυναίκες. «Ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης που γνωρίζεται με δυο παστρικές…» Δεν το είχε αρχίσει. «Από την Άνοιξη έχει πολύ φως, δυσκολεύομαι να γράψω.» Με ρώτησε ποια βιβλία της είχα διαβάσει. Της ανέφερα κάποια δοκίμιά της. Από το πεζογραφικό της έργο ανέφερα περισσότερους τίτλους. «Διάβασες τη Συβαρίτισσα;» Έγνεψα αρνητικά. Μίλησε για τα δύσκολα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια, για την καταπίεση του αυταρχικού πατέρα, το σχολείο των Γαλλίδων καλογραιών στη Νάξο. Για τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο, τη σύλληψη και φυλάκισή της από τους Γερμανούς, την κόρη που γέννησε στο κελί… Για την απελευθέρωση και την προσωπική της επανάσταση. Για την παλιά Αθήνα και τον κύκλο των αριστερών διανοούμενων. Μίλησε για τη φτώχεια και τις δουλειές που άλλαζε – «το τίμημα τής ελευθερίας μου». Αναφέρθηκε στη δημοσιογραφική δραστηριότητα και στα ταξίδια της στο εξωτερικό. Μίλησε για τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση, την Αλλαγή… Λίγες λέξεις, ένα νεύμα, μια ανάλαφρη κίνηση, ένας μορφασμός ή μειδίαμα, αρκούσαν για την ατμόσφαιρα κάθε εποχής. Σε λίγη ώρα πέρασε μπροστά στα μάτια μου η Ελλάδα, με τα πάθη και τα δεινά της. Πόσο εκφραστική γινόταν όταν μιλούσε για τα νιάτα της! Όχι μόνο στο πρόσωπο, αλλά και στις κινήσεις των χεριών της. Γύρω στη μία σηκώθηκα να φύγω, είχε κουραστεί. «Κάτσε να σου δώσω τη Συβαρίτισσα.» Έφερε το βιβλίο, δανεικό. «Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πεις πουθενά. Είναι αυτοβιογραφικό.»

Και άλλα τινά…

Νέα συνάντηση σπίτι της. Ανέφερε πως ήταν καλεσμένη στην Καστοριά για μια διάλεξη. Σκεφτόταν να διαβάσει αποσπάσματα από την ανέκδοτη μελέτη της. Όταν συναντηθήκαμε ξανά, είχε αλλάξει γνώμη, θα διάβαζε μια παλιότερη διάλεξή της. Επεσήμανα ότι είχε εκδοθεί σε βιβλίο, πιθανόν κάποιοι να το είχαν διαβάσει. Συμφώνησε, αλλά είπε ότι δεν είχε χρόνο να ετοιμάσει κάτι καινούργιο. Έπειτα, έκρινε ότι το θέμα της μελέτης ήταν τολμηρό για μιαν επαρχιακή πόλη. Στο παρελθόν, είπα, δεν είχε διστάσει μπροστά σε δεινότερες καταστάσεις. Εκτός από αυθόρμητη, η παρατήρησή της ήταν καίρια: «Ναι, μόνο που τότε ήξερες με ποιους έχεις να κάνεις!» Γύρισε από την Καστοριά, ήταν ενθουσιασμένη. Είχε ακολουθήσει την αρχική σκέψη. Το κοινό την αποθέωσε – κίνητρο για να δει τη μελέτη της από άλλη σκοπιά και να την τελειώσει. Σε λίγες μέρες θα πήγαινε στην Κρήτη, ήθελε να τη συνοδεύσω στον κτηνίατρο. Το άλλο πρωί χτύπησα το κουδούνι, άνοιξε η αλλοδαπή που είχε για τα ψώνια, τις δουλειές του σπιτιού και συντροφιά. Καθίσαμε για καφέ στο γραφείο της. Της επέστρεψα τη «Συβαρίτισσα», με ρώτησε πώς μου φάνηκε. Η κρίση ήταν επιγραμματική: «Μια ακροβασία ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό.» Από ένα χαμόγελό της κατάλαβα ότι της άρεσε. Τη συνόδευσα στον κτηνίατρο. Επειδή όλο το προηγούμενο διάστημα είχα προσέξει ότι το φως στο γραφείο της έμενε ανοιχτό μέχρι αργά, ρώτησα. Είχε αρχίσει το νέο της βιβλίο.
Δυο τρεις συναντήσεις

Εγκαταστάθηκα Κρήτη και χαθήκαμε. Σ’ ένα ταξίδι, διαπίστωσα πως η Λιλή είχε μετακομίσει, δεν ήξεραν πού. Αρχές Σεπτεμβρίου ’96, συναντηθήκαμε στη διασταύρωση Μαυρομιχάλη & Διδότου. Η Λιλή είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της. Ήταν μεγάλη η έκπληξη και η χαρά. Με πήρε αγκαζέ και προχωρήσαμε στο νέο της σπίτι, ένα μεγάλο διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο, γωνία Διδότου & Χαρ. Τρικούπη. Ήταν λαχανιασμένη, πάτησε το κουμπί του ασανσέρ με ανακούφιση. «Ευτυχώς, δεν μπορώ πια ν’ ανεβαίνω σκάλες...» Προχωρήσαμε στο γραφείο της. Η μελέτη προχωρούσε αργά μα σταθερά. Είχε γυρίσει πρόσφατα από διακοπές στην Κρήτη και μου αφηγήθηκε πώς πέρασε. Έγραψε σ’ ένα χαρτάκι τα τηλέφωνά της. «Όποτε έχεις χρόνο, να περνάς…» Δυο φορές ακόμη συναντηθήκαμε. Η μία την Άνοιξη ’97, Αθήνα. Ήταν καταπονημένη. «Την Άνοιξη, όλοι εμείς οι ηλικιωμένοι, δεν νιώθουμε καλά…» Εξακολουθούσε να βασανίζεται με τη μελέτη, φαινόταν μπαϊλντισμένη. «Να την τελειώσω και ν’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα…» Ρώτησα για κείνο που άρχισε το καλοκαίρι του ’95. Το είχε παρατήσει. Μίλησε για την τηλεοπτική σειρά που γυριζόταν το τελευταίο της μυθιστόρημα. Δεν της άρεσε η διανομή των ρόλων. Είχε πάει μερικές φορές στα γυρίσματα, μετά σταμάτησε. Μια νέα συνάντησή μας, Ιανουάριος ’98, αναβλήθηκε, είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Έφυγα πάλι για την Κρήτη. Νέο ταξίδι στην πρωτεύουσα, προτελευταία συνάντησή μας, Ιούνιος ’98. Το σκυλάκι της είχε σχολάσει πια, όμως δεν ήταν απαρηγόρητη, ένα νέο τη συντρόφευε. Η μελέτη είχε πάρει την άγουσα για το τυπογραφείο. Οι γιατροί της είχαν απαγορεύσει το κάπνισμα, δεν το έκοψε, το  μείωσε στα δέκα τσιγάρα. Τη ρώτησα αν είχε αρχίσει το μυθιστόρημα που τόσο λαχταρούσε. Όχι. Άφησε να φανεί ο λόγος. «Όταν έγραφα, κάπνιζα πολύ!» Τον Ιούλιο, θα ερχόταν στην Κρήτη. Είπαμε να βρεθούμε κει.
Αποχαιρετισμός

Συναντηθήκαμε στις 4-10-1998 στο Ηράκλειο. Ήταν κόσμος πολύς στον Άγιο Τίτο. Καθώς προσκυνούσα το λείψανο, πρόλαβα να χαϊδέψω μια τούφα των μαλλιών της. Ένα τρανταχτό χειροκρότημα έπεσε στο προαύλιο μόλις βγήκε το φέρετρο. Έπειτα στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου. Παρατηρούσα την κηδεία και σκεφτόμουν ότι ο χαρακτηρισμός που της έδωσε ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, γράφοντας κριτική για τη Συβαρίτισσα το 1988, ήταν πολύ εύστοχος, καίριος. Ναι, η Λιλή Ζωγράφου ήταν –και θα παραμείνει– η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας.

ΥΓ. Σε συνεντεύξεις της αλλά και στα σχετικά βιογραφικά σημειώματα, η Λιλή φέρεται να έχει γεννηθεί το 1922. Στον τάφο της όμως αναγράφεται ότι γεννήθηκε πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1917. Ρώτησα έναν καλό της φίλο, έγκριτο δημοσιογράφο, και το επιβεβαίωσε απερίφραστα. Αχ, βρε Λιλή, πάλι μας την έσκασες…

Βαγγέλης Ψαραδάκης


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ & ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ο Βαγγέλης Ψαραδάκης γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης. Σπούδασε Νομικά στην Κομοτηνή. Από το 1995, κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά κι εφημερίδες της Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Κρήτης. Από το 2007 άρχισαν οι δημοσιεύσεις του στο διαδίκτυο. Εκτός από τη γραφή, ασχολείται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία και το θέατρο, ενώ έχει επιμεληθεί και την έκδοση διάφορων βιβλίων.
Με το κείμενο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου και οι ουσίες», συμμετείχε στον συλλογικό τόμο «Canavaccio: Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης», εκδόσεις Heteron, Αθήνα 2008.
Με τα κείμενα «Ο θάνατος, η κηδεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31-10-1888 * 8/11-1-1944) και άλλα τινά…» και «Ιωάννης Κονδυλάκης (επιμέλεια) & Frederick Ragovin (επιμέλεια) & Αριστείδης Χαιρέτης (Γυαλάφτης): 25 + 25 + 25 Μαντινάδες», συμμετείχε στην ετήσια συλλογική έκδοση «Ποιείν Αλμανάκ 2009», Αθήνα 2010, της ιστοσελίδας Ποιείν – Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης.   
* * *
Η Κάρεν Μπέιερ γεννήθηκε στην Ολλανδία. Σπούδασε Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κρόνιγκεν. Την πτυχιακή της μελέτη την έκανε πάνω στο έργο της συγγραφέως με τίτλο «Λιλή–Ελένη: “Η Συβαρίτισσα” της Λιλής Ζωγράφου» – 1992. Κατοικεί στις Αρχάνες και εργάζεται ως διπλωματούχος ξεναγός.
* * *
Η πρώτη γραφή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στην ηρακλειώτικη εφημερίδα «Η Μεσόγειος» στις 15-11-1998, 40 ημέρες από τον θάνατο της συγγραφέως. Μια άλλη γραφή του δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ποιείν (www.poiein.gr) στις 2-10-2007, ενώ εκκρεμεί η έκδοση μιας εμπλουτισμένης γραφής του, όπως και του σχετικού κειμένου της Κάρεν Μπέιερ, στον αναμνηστικό τόμο που έχει ετοιμάσει το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας.

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου