Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Ουλρίκε Μάινχοφ: ΔΙΑΛΥΟΜΑΙ! ΣΙΩΠΗ! Παντού σιωπή... Πρέπει να αντέξω Να αντισταθώ Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος!

Εισαγωγή για το VIDEO:
Πρόκειται για ένα θεατρικό μονόλογο που έγραψαν μαζί ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε. Είναι οι ίδιοι που, στις αρχές της δεκαετίας του '70, με το έργο τους «ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», μετά από παραστάσεις τις οποίες παρακολούθησαν ένα εκατομμύριο ιταλοί, συνεισέφεραν στην επανεξέταση της υπόθεσης του θανάτου ενός αναρχικού --εργάτη σιδηροδρόμων- κατά την διάρκεια ανάκρισης του από τους καραμπινιέρους.
Η υπόθεση αυτή είχε κλείσει από τη μεριά της αστυνομίας και των διωκτικών αρχών με το αιτιολογικό της αυτοκτονίας.
Η επανεξέταση της υπόθεσης ενοχοποίησε την αστυνομία,καθώς αποδείχτηκε η δολοφονική εκπαραθύρωση του αναρχικού...όπως ακριβώς περιγράφονταν και στην θεατρική παράσταση.
Το κείμενο για την δολοφονία της Ούλρικε Μάϊνχοφ παρουσιάζει μιαν θεματική αντιστοιχία με τον«τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» αλλά μόνο μέχρι εκεί.Ο μονόλογος αυτός θέλει να μπει πολύ περισσότερο στο μυαλό της αντάρτισσας και να το γεφυρώσει με τις καθημερινές σκέψεις χιλιάδων «υπηκόων», παρά να ασχοληθεί με τα γελοία αστυνομικά προσχήματα.

ΟΝΟΜΑ: Ουλρίκε ΕΠΩΝΥΜΟ: Μάϊνχοφ ΓΕΝΟΥΣ: Θηλυκού ΗΛΙΚΙΑ: Σαρανταενός χρονών…Ναι! Είμαι παντρεμένη. 

Έκανα δύο παιδιά με καισαρική. Ναι είμαστε χωρισμένοι με τον άντρα μου. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: Δημοσιογράφος ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ: Γερμανίδα Συγκρούστηκα με την άρχουσα τάξη και τους νόμους της που τους έχει προστάτες της, για να μπορεί να εκμεταλλεύεται και να κάνει κουμάντο σε όλα, στα πάντα. Ακόμα και στο ίδιο το μυαλό μας, στις σκέψεις μας, τα λόγια μας, τα συναισθήματα μας, τη δουλειά μας, τον τρόπο που μας αρέσει να αγαπάμε ή να κάνουμε έρωτα, ολόκληρη τη ζωή μας. Γι’ αυτό με κλείσατε εδώ μέσα αφεντικά του κράτους δικαίου. Φυσικά όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους σας, εκτός απ’ αυτούς που δεν συμφωνούν με τα ιερά σας και τα όσια. Εσείς είστε που υποβιβάσατε τη γυναίκα. Ό,τι λοιπόν μου στερήσατε τόσα χρόνια σα γυναίκα, μου το προσφέρεται τώρα: 

ΙΣΗ ΠΟΙΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ. Τι ειρωνεία! Σας ευχαριστώ! Με ανταμείψατε με το νόμισμα της πιο σκληρής φυλάκισης. Απομόνωση και κρύο μέσα σε μια φυλακή νεκροταφείο. Στην ποινή δηλαδή της εξόντωσης των αισθήσεων μου. Πόσο ευγενική έκφραση θα ήταν να ‘λεγα ότι με θάψατε ζωντανή σ’ ένα τάφο. Λευκό το κελί, οι τοίχοι, λευκά τα κουφώματα, η πόρτα περασμένη με σμάλτο, για να μην ...

πω και το αποχωρητήριο, ο φωτισμός με νέον; λευκός κι αυτός- κι αναμμένες λάμπες μέρα-νύχτα. Πότε επιτελούς είναι μέρα και πότε νύχτα; Πως θα το μάθω; Απ’ τη χαραμάδα του παραθύρου περνάει πάντα το ίδιο λευκό φως, ψεύτικο κι αυτό, σαν το παράθυρο που είναι ψεύτικο κι αυτό, ίδια ψεύτικος κι ο δόλιος ο χρόνος που μ’ έχετε φυλακισμένη εδώ σ’ ένα λευκό ατελείωτο. ΣΙΩΠΗ! Παντού σιωπή. Απ’ έξω ούτε φωνή, ούτε ήχος, ούτε θόρυβος. Στο διάδρομο δεν ακούγονται βήματα, ούτε πόρτες που ανοιγοκλείνουν. ΤΙΠΟΤΑ. Όλα σιωπηλά και κατάλευκα. Μια μεγάλη σιωπή και στο μυαλό μου, λευκή κι αυτή σαν το ταβάνι. Κι η φωνή μου λευκή αν δοκιμάσω να φωνάξω. Λευκό το σάλιο καθώς στεγνώνει στα χείλη μου. Λευκή η σιωπή στ’ άδεια μου μάτια στο στομάχι, στην πρησμένη από την πείνα κοιλιά μου. Πιασμένη σα γιαπωνέζικο ψάρι, δίχως πτερύγια, μες τη σιωπή του ενυδρείου. Έντονη επιθυμία για εμετό. Βλέπω το μυαλό σε αργή κινηματογραφική κίνηση, να βγαίνει από το κρανίο μου, να αλητεύει εδώ κι εκεί και να κυλάει στο πάτωμα και να γίνεται ένα με το αιώνιο λευκό του κελιού μου. Νιώθω το κορμί μου σα σκόνη, όπως το απορρυπαντικό για το πλυντήριο. Σκύβω και το μαζεύω.Προσπαθώ να το συναρμολογήσω. ΔΙΑΛΥΟΜΑΙ! Πρέπει να αντέξω Να αντισταθώ. Δεν θα μπορέσετε να με τρελάνετε. Πρέπει να σκεφτώ, να σκεφτώ! Να λοιπόν που σκέφτομαι! Σκέφτομαι εσάς που μ’ έχετε κλεισμένη σ’ αυτόν τον εφιάλτη. Από το κρύσταλλο του ενυδρείου που με κλείσατε και με κοιτάζετε με ενδιαφέρον. Μείνατε άφωνοι! Τρέμετε από φόβο μήπως και μπορέσω κι αντισταθώ. Τρέμετε στη σκέψη μήπως οι άλλοι σύντροφοί μου έρθουν και γκρεμίσουν αυτό το λευκό θάνατο που επινοήσατε. Πόσο γελοίο, αλήθεια, να στερήσετε από μένα τα χρώματα! Κι έξω να βάφετε το μουχλιασμένο και γκρίζο κόσμο σας με τα πιο φανταχτερά χρώματα, για να μην μπορεί να δει κανείς τη σαπίλα που κρύβει. Και να υποχρεώνετε τον κόσμο να καταναλώνει μόνο και μόνο για το χρώμα. Χρωματίστε με ωραίο κόκκινο το σιρόπι από τα βατόμουρα, και τι πειράζει αν αυτό φέρνει καρκίνο! Το απεριτίφ σας να είναι πορτοκαλί. Τα παιδιά σας πρέπει να τρώνε πολύ το πράσινο και το αστραφτερό κίτρινο. Το βούτυρο κι η μαρμελάδα πάντα με χρωματιστά δηλητήρια. Ακόμα και τις γυναίκες σας τις βάψατε σαν καραγκιόζηδες. Εξαίσιο κόκκινο για τα μάγουλα, ανοιχτό γαλάζιο και βιολετί για τις βλεφαρίδες, ρουζ για τα χείλια κι όσο για τα νύχια ό,τι χρώμα θα έβαζε ο νους σου για να είναι σαν καρναβάλι. Χρυσαφί, ασημί, πράσινο, πορτοκαλί μέχρι και σκούρο μπλε χρησιμοποιήσατε. Και τιμωρήσατε εμένα με τη σκληράδα του ανέκφραστου λευκού, γιατί το μυαλό μου δεν έχει ανάγκη από τον κατακλυσμό των διαφημίσεων για να σκεφτεί. Αφού τα δικά του χρώματα ξεγυμνώνουν όλη σας την αθλιότητα. Και με κλείσατε σε αυτό το ενυδρείο γιατί: Ε λοιπόν όχι! Δεν συμφωνώ με τον τρόπο που ζείτε, ούτε ζήλεψα που δεν είμαι σαν καμιά από τις γυναίκες σας;θλιβερό καρναβάλι. Όχι! Δεν θα ήθελα να είμαι μια τρυφερή ύπαρξη, με τα νάζια της και τα χαζοχαμόγελά της. Που θα στόλιζε το τραπέζι σας σε κάποιο ρεστοράν πολυτελείας το σαββατόβραδο, σαν συμπλήρωμα αναπόσπαστο σε αυτή τη φτιαχτή ατμόσφαιρα με το εξωτικό μενού και την τόσο ηλίθια και απαραίτητη διακριτική μουσική. Όχι! Δεν θα μου άρεσε να είμαι υποχρεωμένη να παριστάνω την ελκυστική και θλιμμένη, και συγχρόνως τη χαρούμενη και όλο εκπλήξεις, μετά την άμυαλη παιδούλα, κι ύστερα τη μητέρα και πουτάνα, ενώ συγχρόνως να ντρέπομαι ή να ευχαριστιέμαι με κάθε βρωμόλογο που θα ξεστομίζετε. Α! Να λοιπόν! Ένας ελαφρός θόρυβος. Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει ο δεσμοφύλακας, με κοιτάζει, δεν με βλέπει, είναι σαν μην υπάρχω. Σα να έγινα διαφανής. Δε λέει ούτε λέξη. Βγαίνει. Ξανακλείνει. Ξανά σιωπή. Κανένας δεν πρόκειται να ακούσει την κραυγή μου ούτε κανένα παράπονο μου. Όλα θα γίνουν σιωπηλά, με τακτ, για να μην χαλάσει ο μακάριος ύπνος των μακάριων κατοίκων αυτού του οργανωμένου κράτους. Κοιμήσου ήσυχα καλοζωισμένε και αποχαυνωμένε κόσμε της μεγάλης Γερμανίας. Και σεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι υγιώς σκεπτόμενοι. Κοιμηθείτε ήσυχα σαν πεθαμένοι. Η κραυγή μου δεν θα σας ξυπνήσει. Δεν ξυπνούν ποτέ οι κάτοικοι ενός νεκροταφείου. Όσοι αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, είμαι σίγουρη. Θα είναι εκείνοι που δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, όλοι οι μετανάστες: τούρκοι, ισπανοί, έλληνες, άραβες κι όλοι οι άλλοι εξαθλιωμένοι και προδομένοι της Ευρώπης και μαζί με αυτούς και οι γυναίκες που δέχτηκαν την καταπίεση, τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση. Όλες αυτές θα μάθουν γιατί με κρατάτε εδώ μέσα και γιατί το κράτος σας θέλει να με δολοφονήσει σα μάγισσα του μεσαίωνα. Για σας την εξουσία υπάρχουν ακόμη και σήμερα μάγισσες που πρέπει να καθηλώνονται μπροστά στους αργαλειούς, στις μηχανές, στις πρέσες, τις γραμμές παραγωγής, μέσα στο θόρυβο και τις διαταγές. Και γκάπα γκουπ πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, κινητήρας, καζάνια, φωνές και θόρυβος. Θόρυβος, φτάνει πια με τη σιωπή, πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, καζάνια, αέριο και θόρυβο. Το αέριο, βγαίνει αέριο, εμετός, αηδία. Η αλυσίδα της παραγωγής έχει το δικό της ρυθμό. Δεν υπάρχει πια χρόνος, μόνο ρυθμός. Ρυθμός. Σταματήστε τις μηχανές. Ησυχία. Τι υπέροχο πράγμα η σιωπή. Ευχαριστώ δεσμοφύλακες που μου χαρίσατε αυτή την απίθανη και σπάνια απόλαυση της σιωπής. Το απόλυτο. Τι απόλαυση για όλες μου τις αισθήσεις! Σα να μοιάζει να βρίσκομαι στον παράδεισο. Δεσμοφύλακες, δικαστικοί, κομματάρχες σας αγνοώ όλους. Δεν θα μπορέσετε να με βγάλετε από εδώ μέσα τρελή εκτός κι αν με σκοτώσετε. Μα το μυαλό μου θα είναι καθαρό, θα είμαι απόλυτα υγιής κι όλοι θα ξέρουν με σιγουριά ότι εσείς είστε οι δολοφόνοι, μια κυβέρνηση ένα κράτος δολοφόνων. Σας σκέφτομαι ήδη να προσπαθείτε να κρύψετε το πτώμα μου. Να απαγορεύεται την είσοδο στους δικηγόρους μου. Όχι την Ουρλίκε Μαϊνχοφ δεν μπορείτε να τη δείτε. Ναι! Ναι! Κρεμάστηκε. Όχι, όχι! Δεν θα είστε παρών στην αυτοψία. Κανένας. Μόνο οι ειδικοί του κράτους. Που έχουν ήδη έτοιμο το πόρισμα: η Μαϊνχοφ κρεμάστηκε. Όχι δεν υπάρχουν ίχνη στραγγαλισμού στο λαιμό της. Ούτε κυανωτικό χρώμα. Ναι υπάρχουν μελανιές από κακώσεις σε όλο της το σώμα. Ανοίξτε χώρο! Φύγετε! Μη βλέπετε! Απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών! Απαγορεύεται κάθε άλλη ιατροδικαστική έκθεση! Απαγορεύεται να εξεταστεί το σώμα μου! Απαγορεύεται! Ναι απαγορεύονται τα πάντα. Όμως ποτέ δεν θα μπορέσετε να απαγορεύσετε να γελάσουν ειρωνικά μπρος στις ηλίθιες φάτσες σας, για τη μεγάλη βλακεία σας. Την αιώνια βλακεία που δέρνει κάθε δολοφόνο. Βαρύς σαν το βουνό είναι ο θάνατος. Εκατομμύρια χέρια γυναικών σηκώνουν αυτό το βουνό και τώρα θα δώσουν μια να το γκρεμίσουν μονάχες τους. Με ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο.
«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται.»
"Protest ist, wenn ich sage, das und das passt mir nicht. Widerstand ist, wenn ich dafür sorge, dass das, was mir nicht passt, nicht länger geschieht."
«Το όριο μεταξύ προφορικής διαμαρτυρίας και σωματικής αντίστασης ξεπεράστηκε στα πλαίσια των διαμαρτυριών κατά της απόπειρας δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, πραγματικά και όχι μονάχα συμβολικά, για πρώτη φορά μαζικώς.»
"Die Grenze zwischen verbalem Protest und physischem Widerstand ist bei den Protesten gegen den Anschlag auf Rudi Dutschke (...) erstmalig massenhaft, (...) tatsächlich, nicht nur symbolisch – überschritten worden. (...)"
«Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, Springer-Hearings, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, άλλα εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία. (...) Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα.»
"Nun, nachdem gezeigt worden ist, daß andere Mittel als nur Demonstrationen, Springer-Hearings, Protestveranstaltungen zur Verfügung stehen, andere als die, die versagt haben, weil sie den Anschlag auf Rudi Dutschke nicht verhindern konnten, nun, da die Fesseln von Sitte und Anstand gesprengt worden sind, kann und muß neu und von vorne über Gewalt und Gegengewalt diskutiert werden. (...) Gegengewalt läuft Gefahr, zu Gewalt zu werden, wo die Brutalität der Polizei das Gesetz des Handelns bestimmt, wo ohnmächtige Wut überlegene Rationalität ablöst, wo der paramilitärische Einsatz der Polizei mit paramilitärischen Mitteln beantwortet wird. (...)"
«Τα αστεία σταμάτησαν.»
"Der Spaß hat aufgehört." [3]
Τα αστεία σταμάτησαν.» "Der Spaß hat aufgehört."

Ούλρικε Μάϊνχοφ! 

Η αστή δημοσιογράφος, Η μαχητική Κομμουνίστρια,
Η συνειδητοποιημένη Επαναστάτρια!
Γεννήθηκε, σαν σήμερα το 1934.
Βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της στο Stamheim..
Η διεθνής επιτροπή έρευνας των αιτίων του θανάτου της κατέληξε, ότι είχε πεθάνει, πριν απαγχονισθεί….

Δεν σεβάστηκαν ούτε το νεκρό κορμί της!

Μέχρι και τον εγκέφαλό της διατήρησαν στην φορμόλη, ως αντικείμενο μελετών!!!
Ό,τι έρευνες και να κάνουν όμως, δεν θα μπορέσουν ποτέ να καταλάβουν έναν επαναστάτη, μια επαναστάτρια..
Γιατί δεν διαθέτουν τη ψυχή του!
Ουλρίκε Μάινχοφ
Ulrike Meinhof als junge Journalistin (retuschiert).jpg
Η Ουλρίκε Μάινχοφ το 1964
Γέννηση7 Οκτωβρίου 1934Όλντενμπουργκ
Θάνατος9 Μαΐου 1976 Στουτγκάρδη
ΥπηκοότηταΓερμανία
Πολιτικό κόμμαΚομουνιστικό Κόμμα Γερμανίας
ΓονείςQ1465255
Επάγγελμαδημοσιογράφος καισυγγραφέας
Ουλρίκε Μάινχοφ στο Internet Movie Database
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Η ζωή της Ουλρίκε

Μια σκληρή αντάρτισσα πόλεων ή μια γυναίκα που παγιδεύτηκε στην ιστορική συγκυρία; Η ζωή της Ουλρίκε Μάινχοφ εξακολουθεί να εγείρει ερωτήματα. Μια θεατρική παράσταση στην Αθήνα και η κουβέντα για την ελληνική τρομοκρατία την επαναφέρουν στην επικαιρότητα
Η ζωή της Ουλρίκε
Δυτικό Βερολίνο, 14 μαΐου 1970: Ο κρατούμενος για εμπρησμό πολυκαταστημάτων, Αντρέας Μπάαντερ, μεταφέρεται στο αναγνωστήριο του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών, προκειμένου να εργαστεί για την έκδοση ενός βιβλίου μαζί με τη δημοσιογράφο Ουλρίκε Μάινχοφ. Η δραστήρια Μάινχοφ, γνωστή μέσα από τις εκπομπές της για τα παιδιά των ιδρυμάτων, είχε χρησιμοποιήσει όλες τις γνωριμίες της για αυτή τη συνάντηση. Σκοπός δεν ήταν το βιβλίο, αλλά η απόδραση του κρατουμένου. Η σύντροφος του Μπάαντερ, Γκούντρουν Ενσλιν, μαζί με δύο ακόμη γυναίκες και έναν κουκουλοφόρο άνδρα όρμησαν στο κτίριο για να τον απελευθερώσουν. Ο αρχιφύλακας του αναγνωστηρίου πυροβολήθηκε στο συκώτι κατά τη διάρκεια της συμπλοκής.
Οι συζητήσεις της ομάδας είχαν αρχίσει μήνες νωρίτερα. Τα αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη πετούσαν ακόμη επάνω από το Βιετνάμ και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βρισκόταν σε ύφεση. Η Μάινχοφ προετοιμαζόταν προοδευτικά για το πέρασμα στο αντάρτικο πόλεων. «Μην ξαναπατήσεις το πόδι σου στην κουζίνα όταν έρχεσαι να μας επισκεφτείς. Αφού δεν παίρνεις όπλο στα χέρια σου, καλύτερα να μην έχεις καμία σχέση με όσα συζητάμε» είχε πει σε μια φίλη της πριν από λίγο καιρό. Και όμως, εκείνη την ημέρα στο αναγνωστήριο, μπροστά από εκείνο το παράθυρο, η Μάινχοφ ερχόταν οριστικά αντιμέτωπη με το πεπρωμένο της. Αν πηδούσε έξω από τη βιβλιοθήκη, ακολουθώντας την ομάδα, ο δρόμος προς την παρανομία δεν θα είχε επιστροφή. Αν έμενε, θα μπορούσε να συνεχίσει να έχει απόσταση ασφαλείας απ’ όλα αυτά. Η Μάινχοφ κάνει το μεγάλο άλμα. Σε λίγες ώρες η τεράστια φωτογραφία της με την επικήρυξη των 10.000 μάρκων φιγουράρει σε όλους τους δημόσιους χώρους. Ο μύθος της RAF ξεκινά.
Τις τελευταίες ημέρες, μετά τις πρόσφατες συλλήψεις των νεαρών στην Κοζάνη, η συζήτηση για την τρομοκρατία ξεκίνησε ξανά. Πώς, από την πολιτική πάλη, φθάνουμε στο πάτημα της σκανδάλης; «Θεωρώ τον εαυτό μου αιχμάλωτο πολέμου» γράφει στη δήλωσή του ο 20χρονος Νίκος Ρωμανός. Στη βιογραφία της Μάινχοφ από τη συγγραφέα Γιούττα Ντίτφουρτ, εκδ. Νάρκισσος, διαβάζουμε: «Απορρίπτω την εσχάτη προδοσία και αντιπροτείνω το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου ως αιχμαλώτου πολέμου». Πρόκειται για τα λόγια της Μάινχοφ προς τον δικηγόρο της, Αξελ Ατσόλα.
Από την πένα στο όπλο
«Διότι εμείς ασφαλώς λέμε ότι οι μπάτσοι είναι γουρούνια, λέμε ότι ο τύπος με τη στολή είναι γουρούνι, δεν είναι άνθρωπος, και έτσι πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε να πούμε τίποτα μαζί του, ότι είναι λάθος να του απευθύνουμε ακόμη και τον λόγο, και ότι, αν χρειαστεί, ασφαλώς και θα τον πυροβολήσουμε». Πρόκειται για απόσπασμα από τη συνέντευξη που παραχώρησε η Μάινχοφ στη δημοσιογράφο Μισέλ Ρέι μετά τη δραπέτευση του Μπάαντερ. Λόγια κάθετα, σκληρά, που και η ίδια έναν χρόνο μετά τα αμφισβήτησε γράφοντας ότι το περιεχόμενο της μαγνητοφώνησης «δεν είναι ούτως ή άλλως αυθεντικό», διότι αποτύπωνε αποσπασματικά «τα συμφραζόμενα μιας ιδιωτικής συνομιλίας».
Η Μάινχοφ είναι ο νους πίσω από τις προκηρύξεις της RAF, η γυναίκα που κρατούσε καλύτερα την πένα παρά το όπλο. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής της από Παλαιστίνιους αντάρτες το 1970 στην Ιορδανία, κρατώντας μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα, αντί να την πετάξει μακριά, ρωτάει: «Και τώρα τι κάνω;». Είναι ο ίδιος άνθρωπος που προτού βγει στο αντάρτικο πόλεων στα 35 χρόνια της, παντρεύτηκε τον ασταθή Κλάους Ράινερ Ρελ, επικεφαλής του αριστερού περιοδικού «konkret», με τον όρο να της παραμείνει πιστός για δέκα χρόνια. Δεν της ήταν. Απέκτησε δύο δίδυμα κοριτσάκια μαζί του, υποβλήθηκε σε μια λεπτή χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο για την αφαίρεση αιμαγγειώματος, πρόλαβε να μετακομίσει στο αριστοκρατικό Μπλανκενέζε του Αμβούργου, να επισκέπτεται αισθητικούς, να κάνει σάουνα και σολάριουμ. Και όλα αυτά ενώ παράλληλα είναι σκυμμένη πάνω από μια γραφομηχανή. Πετροβολά τα κακώς κείμενα με ρηξικέλευθα άρθρα, αλλά και εκπομπές για παιδιά ιδρυμάτων και έγκλειστους ανηλίκους, αποτελώντας μία από τις πιο ανεξάρτητες δημοσιογραφικές φωνές της εποχής της.
Ο ναζί πατέρας
Παιδί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1934. Ο πατέρας της, Βέρνερ, διευθυντής του Δημοτικού Μουσείου της Ιένας, ήταν υποστηρικτής του Χίτλερ. Μάλιστα, παρέδωσε τουλάχιστον 273 έργα «γερμανικής εκφυλισμένης τέχνης» για κατάσχεση στο Γ΄ Ράιχ. Η πατρική φιγούρα χάνεται γρήγορα από τη ζωή της. Ο πατέρας της πεθαίνει από καρκίνο τον Φεβρουάριο του 1940. Η μητέρα της, Ινγκεμποργκ, αναλαμβάνει την ανατροφή της Ουλρίκε και της μεγαλύτερης αδελφής της, Βίνκε. Μαζί τους μένει και η 19χρονη φοιτήτρια Ρενάτε Ρίμεκ. Είναι η ερωτική σύντροφος της μητέρας τους. Η μικρή Ουλρίκε εκείνη την εποχή παίζει με χάρτινα στρατιωτάκια και τα προστάζει με έναν απαλό τόνο στη φωνή, προσθέτοντας τη λέξη «παρακαλώ».
Λίγα χρόνια μετά, δέχεται ένα ακόμη χτύπημα. Η μητέρα της πεθαίνει και την επιμέλειά της αναλαμβάνει η Ρίμεκ. Ως έφηβη, είναι ήδη αντισυμβατική: φορά χρωματιστά παντελόνια, καπνίζει, ερωτεύεται τη συμμαθήτριά της Μαρία και ακούει στη διαπασών τζαζ. Αυτές οι συνήθειες δεν την εμποδίζουν να προσεύχεται φανατικά, ως πιστή ευαγγελική.
Τι είναι αυτό που θα οπλίσει τελικά το χέρι της Μάινχοφ; Η αποναζιστικοποίηση της Γερμανίας που δεν ολοκληρώθηκε; Οι αντιιμπεριαλιστικοί αγώνες του Βιετνάμ; Η δολοφονία του φοιτητή Μπένο Ονεζοργκ από αστυνομικό στις διαδηλώσεις κατά της επίσκεψης του σάχη της Περσίας τον Ιούνιο του 1967 στο Βερολίνο; Η χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα; Η απόπειρα δολοφονίας του φίλου της και ηγέτη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Ρούντι Ντούτσκε, από ακροδεξιό φασίστα; Ακόμη και το περίφημο Berufsverbot, η απαγόρευση δηλαδή της εργασίας στο Δημόσιο λόγω πολιτικών φρονημάτων, είναι ίσως μερικές από τις χιλιάδες πιθανές εξηγήσεις.
Η δράση της RAF
Ετσι, τρεις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του Μπάαντερ, η ιδρυτική διακήρυξη της RAF δημοσιεύεται στο περιοδικό «Agit 883», με τίτλο «Ιδρύουμε τον Κόκκινο Στρατό». Η οργάνωση, μετά την επιστροφή της από την εκπαίδευση στην Ιορδανία, προχωρά σε ληστείες και βομβιστικές ενέργειες. Στις 11 Μαΐου του 1972 τοποθετεί εκρηκτικά στο αρχηγείο της 5ης Στρατιάς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Φραγκφούρτη. Ο αντισυνταγματάρχης Μπλουμκουίστ σκοτώνεται. Μία ημέρα μετά, εκρήγνυται μία βόμβα στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Δίωξης Κοινού Εγκλήματος του Μονάχου και δύο ακόμη προκαλούν έκρηξη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Αουγκσμπουργκ. Υπήρξαν μόνο τραυματίες. Η RAF συνεχίζει με την ανατίναξη του αυτοκινήτου του δικαστή Μπούντενμπεργκ, από την οποία η σύζυγός του μένει ανάπηρη. Στις 19 Μαΐου σειρά έχει ο εκδοτικός οίκος Springer. Δεκαεπτά άνθρωποι τραυματίζονται. Τέλος, στη Χαϊδελβέργη, στις 24 Μαΐου, σκοτώνονται τρεις αμερικανοί στρατιώτες απο βόμβα. Λίγες ημέρες αργότερα πέφτουν στα χέρια της Αστυνομίας. Η Μάινχοφ συλλαμβάνεται στις 15 Ιουνίου. Εχουν προηγηθεί οι συλλήψεις του Αντρέας Μπάαντερ, του Χόλγκερ Μάινς, του Γιαν-Καρλ Ράσπε και της Γκούντρουν Ενσλιν. Η πρώτη γενιά της RAF έχει εξαρθρωθεί.
H Μάινχοφ οδηγείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, έγκλειστη σε λευκό κελί, η ψυχική της κατάρρευση επέρχεται βασανιστικά. «Η αίσθηση ότι καίγεσαι από μέσα. Η αίσθηση ότι, αν έλεγες τι συμβαίνει, αν το άφηνες να βγει από μέσα σου, θα ήταν σαν να έριχνες στο πρόσωπο του άλλου βραστό νερό που θα τον ζεματίσει, θα τον παραμορφώσει για όλη του τη ζωή» γράφει για την απομόνωση. Η απεργία πείνας την εξαντλεί και σωματικά, ενώ η δίκη μοιάζει με παρωδία. Οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων νομιμοποιούνται από ειδικούς νόμους. Στις 9 Μαΐου του 1976 θα βρεθεί απαγχονισμένη στο κελί της. Η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για αυτοκτονία. Η αδελφή της, Βίνκε, θα δηλώσει ότι λίγο πριν από τον θάνατό της τής είχε πει «αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος».
Το 1998 η RAF εξαγγέλλει επίσημα την αυτοδιάλυσή της. O απολογισμός είναι 34 νεκροί και χιλιάδες ερωτήματα.
Το δράμα της Ουλρίκε στην Αθήνα
Ο σκηνοθέτης της θεατρικής παράστασης «Ulrike» Ακύλλας Καραζήσης εξηγεί γιατί εμπνεύστηκε από αυτή: «Η Μάινχοφ είναι παιδί μιας τεράστιας συζήτησης που γινόταν τότε στην Αριστερά: Αριστερά, νέα Αριστερά, το μοντέλο της Σοβιετικής Ενωσης, ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε τον καπιταλισμό ή τον ιμπεριαλισμό... Σήμερα αυτή η συζήτηση δεν γίνεται, με αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον. Η Μάινχοφ λοιπόν είναι παιδί ενός άλλου κόσμου, ο οποίος γέννησε τον δικό μας. Εχει σχεδόν μυθιστορηματικές διαστάσεις, μια τραγική ηρωίδα που παρακολουθείς το δράμα της, ένα δράμα επαναλαμβανόμενο, που το έχουν ζήσει και άλλοι άνθρωποι. Δεν είναι τυχαίο ότι η αυστριακή συγγραφέας Ελφρίντε Γέλινεκ έχει γράψει ένα έργο που λέγεται “Ουλρίκε Μαρία Στιούαρτ”, μπερδεύοντας τη Μάινχοφ με τη Στιούαρτ, την τραγική σκωτσέζα βασίλισσα αποκεφαλίστηκε».
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σημείωση Ιστολογίου:


Ο τίτλος από άρθρο της εφημερίδας "Αυγής" που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς.

Το ανακαλύψαμε σε αναδημοσιευση εδώ: contramee


Η βιογραφία της Ουλρίκε Μάινχοφ
Εφημ ΑΥΓΗ
του Φίλιππου Φιλίππου
Η πρόσφατη κυκλοφορία της βιογραφίας της Ουλρίκε Μάινχοφ με τίτλοΟυλρίκε Μάινχοφ – Η βιογραφία, γραμμένη από τη Γιούττα Ντίτφουρτ, συνιδρύτρια, πρόεδρο και βουλευτίνα του Κόμματος των Πρασίνων (απεχώρησε το 1991 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δεξιά στροφή του), από τις εκδόσεις Νάρκισσος, σε μετάφραση της Ηλιάνας Αγγελή, επιμέλεια του Γιάννη Καλιφατίδη και πρόλογο του Κώστα Καλφόπουλου, μας δίνει την ευκαιρία να αναφερθούμε σε αυτό το θρυλικό πρόσωπο της γερμανικής Αριστεράς.
Σύμφωνα με τον Κώστα Καλφόπουλο, η Ντίτφουρτ είναι η πλέον αρμόδια για μια ενδελεχή βιογραφική προσέγγιση της Μάινχοφ λόγω φύλου, ιδεολογίας, εποχής και πολιτικής (οι ιδέες της Ουλρίκε είναι στις σκέψεις της Γιούτα). Για τη βιογράφο η τομή στη ζωή της Μάινχοφ είναι η χρονολογία 14 Μαΐου 1970, όταν η Ουλρίκε, μαζί με την Γκούντρουν Ένσλιν και δύο ακόμα συντρόφους της, απελευθέρωσε τον κρατούμενο Αντρέας Μπάαντερ από τη βιβλιοθήκη ενός μορφωτικού ιδρύματος στο Δυτικό Βερολίνο. Στην επιχείρηση τραυματίστηκε ένας υπάλληλος του ιδρύματος και η Μάινχοφ άφησε την τσάντα της που πρόδωσε την ταυτότητά της με αποτέλεσμα να επικηρυχθεί.
Την ίδια μέρα, ο Κλάους Ράινερ Ρελ, πρώην σύζυγος της Μάινχοφ, πατέρας των επτάχρονων δίδυμων θυγατέρων τους, της Ρεγκίνε και της Μπετίνα, γιόρταζε στο Αμβούργο τη δέκατη πέμπτη επέτειο του περιοδικού konkret.Ύστερα από λίγες ώρες το Δυτικό Βερολίνο πλημμύρισε με τις φωτογραφίες της καταζητούμενης, ενώ άρχισε ένα ανθρωποκυνηγητό, το μεγαλύτερο μετά το 1945 στη Γερμανία. Κανένα από τα φονικά στελέχη των ναζί, κανένας εγκληματίας πολέμου δεν είχε καταδιωχτεί «με τόση λύσσα», γράφει η Ντίτφουρτ.
Η Ουλρίκε Μαρί Μάινχοφ γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1934 στο Όλντεμπουργκ. Όταν γνωρίστηκαν οι γονείς της, ήταν σαν να συγκρούστηκαν δύο κόσμοι. Στη μία πλευρά βρίσκονταν οι Γκούτχαρντ, ένθερμοι σοσιαλιστές, και στην άλλη οι Μάινχοφ, εθνικόφρονες και φανατικοί προτεστάντες, που σύντομα θα εξελίσσονταν σε παθιασμένους ναζί. Ως μαθήτρια ήταν εξαιρετικά επιμελής, διάβαζε πολλά βιβλία, αγαπούσε την όπερα, έπαιζε βιολί.
Το 1949, όταν πέθανε η μητέρα της -ήδη είχε πεθάνει ο πατέρας της–, την κηδεμονία της Ουλρίκε και της μεγαλύτερης αδελφής της Βήνκε, οι οποίες μεγάλωσαν με χριστιανικές αρχές, ανέλαβε η Ρενάτε Ρήμεκ, καθηγήτρια σε παιδαγωγική ακαδημία. Στη διάρκεια των σπουδών της στα Παιδαγωγικά, στη Γερμανική Φιλολογία, στην Ψυχολογία και στην Ιστορία της Τέχνης άρχισε να θαυμάζει τις ιδέες του Καρλ Μαρξ και να αισθάνεται συμπάθεια για τη Σοβιετική Ένωση, που φρόντιζε να αποκρύπτει.
Το 1956 τη βρίσκουμε ειρηνίστρια, αντίθετη με τον επανεξοπλισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μέλος μιας κίνησης κατά των πυρηνικών όπλων, αρθρογράφο σε ένα φοιτητικό περιοδικό και μια ευαγγελική επιθεώρηση. Ενθουσιασμένη από τη συλλογική δουλειά, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στον αγώνα για τη βελτίωση της κοινωνίας. Το 1958, σε μια εκδήλωση κατά των πυρηνικών όπλων, γνώρισε τον Ράινερ Ρελ, αρχισυντάκτη του δημοφιλούς φοιτητικού περιοδικού του Αμβούργου Konkret. Τότε, για πρώτη φορά στη ζωή της, μίλησε σε συλλαλητήριο, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ως η νέα Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Για να έχει πολιτική κάλυψη, προσχώρησε στο SDS, τη φοιτητική παράταξη του SPD (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας). Σύντομα όμως τη διέγραψαν, οπότε έγινε μέλος του ΚPD, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που είχε δεσμούς με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, και συντάκτρια του konkret. Ο γάμος της με τον Ράινερ Ρελ το 1961 είχε συνέπεια να γίνει αρχισυντάκτρια του περιοδικού, ενώ απέκτησε και δύο κόρες, τη Ρεγκίνε και την Μπετίνα.
Η δεκαετία του ʼ60 ήταν γεμάτη γεγονότα που καθόρισαν τη μελλοντική πορεία της Μάινχοφ. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι διαδηλώσεις των Αμερικανών φοιτητών έκαναν τους Γερμανούς νέους να δραστηριοποιούνται συνεχώς. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και η εγκαθίδρυση ενός ακόμα δικτατορικού καθεστώτος, μετά την Πορτογαλία και την Ισπανία, προβλημάτισε τη Μάινχοφ, που φοβήθηκε πως το ίδιο μπορούσε να συμβεί και στην πατρίδα της.
Ήταν η εποχή που ο γάμος της είχε κλυδωνιστεί εξαιτίας της ερωτικής σχέσης του άντρα της με τη Δανάη, σύζυγο ενός Έλληνα συγγραφέα, του Πέτρου Κουλμάση. Τον Φεβρουάριο του 1968 πήρε τα παιδιά της, εγκατέλειψε τον άντρα της και εγκαταστάθηκε στο Δυτικό Βερολίνο πλημμυρισμένη ελπίδες για πολιτικές αλλαγές.
Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου, μετά τον εμπρησμό πολυκαταστημάτων, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν δύο αριστεροί νέοι: η Γκούντρουν Ένσλιν ο Αντρέας Μπάαντερ, που αποτελούσαν ερωτικό ζευγάρι. Ύστερα από αυτό, τα γεγονότα σε ολόκληρη τη Δυτική Γερμανία πήραν μορφή χιονοστιβάδας. Η Μάινχοφ, που εργαζόταν στην πρώτη μεγάλου μήκους τηλεταινία της και προσλήφθηκε για να διδάξει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, προκαλώντας τις αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων, φιλοξένησε την Ένσλιν και τον Μπάαντερ που είχαν διαφύγει και καταζητούνταν.
Τότε, το 1970, ορισμένα αριστερά άτομα εξέταζαν τις προοπτικές ενός μαχητικού επαναστατικού κινήματος: λίγο μετά, αυτοί θα γίνονταν γνωστά στον Τύπο ως «Συμμορία Μπάαντερ – Μάινχοφ» η αλλιώς Οργάνωση Κόκκινος Στρατός (RAF). Σύντομα ο Μπάαντερ συνελήφθη. H απελευθέρωσή του στις 14 Μαΐου 1970 από τη Μάινχοφ και το κυνηγητό των μελών της ομάδας της τους οδήγησε όλους στην Ιορδανία, όπου εκπαιδεύτηκαν στον ανταρτοπόλεμο από Παλαιστίνιους μαχητές.
Όταν επέστρεψαν στη Γερμανία, η Μάινχοφ πέρασε στην παρανομία και λήστεψε για πρώτη φορά τράπεζα στις 29 Σεπτεμβρίου 1970. Ακολούθησαν κι άλλες παρόμοιες ενέργειες, αλλά η RAF, αποκομμένη από την κοινωνία, έμελλε να καταλήξει μικρή παράνομη οργάνωση. Η ένοπλη πάλη κατάντησε αυτοσκοπός και ο δρόμος της επιστροφής στη νόμιμη Αριστερά έμοιαζε ερμητικά κλειστός.
Τα μέλη της οργάνωσης όμως ήταν αποφασισμένα να παλέψουν μέχρι θανάτου και δήλωναν την παρουσία τους με προκηρύξεις που άρχιζαν με φράσεις του Μάο Τσε Τουνγκ. Στο μεταξύ στη χώρα δρομολογήθηκε ένα κυνήγι μαγισσών, καθώς διανοούμενοι, μακρυμάλληδες, αμφισβητίες θεωρούνταν ύποπτοι ως τρομοκράτες. Τον Μάιο του 1972 πιάστηκε ο Μπάαντερ και τον Ιούνιο η Μάινχοφ. Κλείστηκαν στη φυλακή μαζί με άλλους συντρόφους τους.
Όταν έγινε η δίκη της Μάινχοφ, τα ψυχικά και σωματικά αποθέματα της είχαν εξαντληθεί. Εντούτοις, όταν τον Μάιο του 1976 την επισκέφτηκε στις φυλακές Σταμχάιμ στη Στουτγάρδη, η αδελφή της τής είπε: «Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος!».
Στις 7 Μαΐου την επισκέφθηκε ένας Ιταλός, συνήγορος των ιταλικών Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταφέροντάς της την επιθυμία για επικοινωνία μεταξύ των δύο οργανώσεων.
Ήταν ο τελευταίος επισκέπτης της, διότι στις 9 Μαΐου βρέθηκε στο κελί της απαγχονισμένη, με μια θηλιά στα κάγκελα του κιγκλιδώματος. Η επίσημη θέση για τον θάνατό της ήταν η αυτοκτονία, ωστόσο οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συνήγοροι μίλησαν για δολοφονία.
Σύμφωνα με τον Κώστα Καλφόπουλο και πάλι, με τον πρόωρο και τραγικό της θάνατο η Ουλρίκε Μάινχοφ πέρασε στην αιωνιότητα και στον μύθο, καθώς αρνήθηκε να ενσωματωθεί πλήρως στο κυρίαρχο σύστημα, ως μια γυναίκα που, παρά τις προσπάθειές της, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις συχνά απάνθρωπες απαιτήσεις και συνθήκες δράσης μιας παράνομης οργάνωσης.

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου