Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

"Μόνο που εμείς θρηνούμε ακόμα τους νεκρούς της ιστορίας..."- Η απάντηση ενός Κρητικού στη συγγνώμη του Γερμανού δημοσιογράφου για τους Ναζί

Την απάντησή του στον Γερμανό δημοσιογράφο, Ούλριχ Κλέμανν, με ένα κείμενο που έστειλε στο Candianews, δίνει ο Βιαννίτης, Μανώλης Βραχνάκης. Ο Γερμανός δημοσιογράφος αφού αναγνώρισε σε μια φωτογραφία της εποχής της κατοχής τον πατέρα του, στρατιώτη των Ναζί, ζήτησε με άρθρο του συγγνώμη από τους Κρητικούς και όλους τους Έλληνες (δείτε εδώ)
"Εγώ και συ έχουμε πάρα πολλά κοινά στοιχεία", γράφει ανάμεσα σε άλλα. "Κάποια μας έχουν σημαδέψει και άλλα μας χωρίζουν σαν άβυσσος. Εγώ και συ έχουμε την ίδια ηλικία, αν και εγώ τώρα που σου γράφω, 10 Δεκέμβρη, ψιλοπαγώνω στο μικρό μου γραφείο ενώ εσύ απολαμβάνεις εργαζόμενος τη θαλπωρή του σπιτιού σου. Όπως θα διαπιστώσεις και συ τα νήματα της ζωής μας, το δικό σου στη Γερμανία το δικό μου στην Κρήτη, κάπου μπλέχτηκαν. Η δικιά σου και η δικιά μου Ιστορία είναι πρόσφατες. Μόνο που εσύ έμαθες τα νέα από την τηλεόραση και το ιντερνέτ, εγώ τά ζησα και τα ζούσα από τη μέρα που ...
γεννήθηκα. Από πρώτο χέρι, που λέμε στη γλώσσα μας. Εσύ μπορεί να έχεις αμφιβολίες, να δυσκολεύεσαι να δεχτείς τα γεγονότα, να προσπαθείς να εξωραΐσεις τους εμπλεκόμενους και το παρελθόν, το συνηθίζετε εξ άλλου, εγώ δεν έχω κανένα ενδοιασμό, πατώ τα χώματα και τρέφομαι με τους βλαστούς της ιστορίας. Λες ότι σε συνταράζει η ιστορία, μόνο που εμείς θρηνούμε ακόμα τους νεκρούς της ιστορίας. Αυτή που εσύ επικαλείσαι ισοπέδωσε το νησί μου και αν εσένα σε συνταράσσει, μες στο ζεστό σου κουστούμι, εμάς πλακώνουν ακόμα τα ερείπια".
"Μπορείς να ρωτήσεις εκ μέρους μου την κ. Μέρκελ και τον κ. Σόιμπλε, πώς είναι δυνατόν σε μια Ευρώπη των λαών και της δημοκρατίας, εγώ ο γόνος του Κρητικού πολεμιστή που σου γράφω να ζω με 360 ευρώ το μήνα και συ ο απόγονος του γερμανού κατακτητή να τα έχεις όλα! Και πώς εσύ με τόσες ευαισθησίες, Ούλριχ, δικαιολογείς και ανέχεσαι για το καλό της Γερμανίας, το δικό σου, ένα κομμάτι της Ευρώπης, η χώρα μου, να βυθίζεται συνεχώς μαζί με τους κατοίκους της στην άβυσσο! Μάλλον ανήκομεν για να υπηρετούμε την Γερμανία", σημειώνει αλλού.
Στο κείμενο, με τον τίτλο "Ανασυνθέτοντας την ιστορία της οικογένειάς μου, της χώρας μου, μέσα από τα μάτια ενός Γερμανού δημοσιογράφου, Κατοχή 1941 – Κατοχή 2015", ο Μανώλης Βραχνάκης εκθέτει τα συναισθήματά του, γράφοντας:
Διάβασα με προσοχή το άρθρο του Γερμανού δημοσιογράφου Ούλριχ Κλέμανν, που έγραψε τον περασμένο Ιούνη και αφού ο αγαπητός μου Γιάνης Βαρουφάκης είχε μιλήσει στη γερμανική τηλεόραση και ο Ούλριχ είχε στηθεί και είχε δει την εκπομπή.
Ούλριχ,
Εγώ και συ έχουμε πάρα πολλά κοινά στοιχεία. Κάποια μας έχουν σημαδέψει και άλλα μας χωρίζουν σαν άβυσσος. Εγώ και συ έχουμε την ίδια ηλικία, αν και εγώ τώρα που σου γράφω, 10 Δεκέμβρη, ψιλοπαγώνω στο μικρό μου γραφείο ενώ εσύ απολαμβάνεις εργαζόμενος τη θαλπωρή του σπιτιού σου. Όπως θα διαπιστώσεις και συ τα νήματα της ζωής μας, το δικό σου στη Γερμανία το δικό μου στην Κρήτη, κάπου μπλέχτηκαν. Η δικιά σου και η δικιά μου Ιστορία είναι πρόσφατες. Μόνο που εσύ έμαθες τα νέα από την τηλεόραση και το ιντερνέτ, εγώ τά ζησα και τα ζούσα από τη μέρα που γεννήθηκα. Από πρώτο χέρι, που λέμε στη γλώσσα μας. Εσύ μπορεί να έχεις αμφιβολίες, να δυσκολεύεσαι να δεχτείς τα γεγονότα, να προσπαθείς να εξωραΐσεις τους εμπλεκόμενους και το παρελθόν, το συνηθίζετε εξ άλλου, εγώ δεν έχω κανένα ενδοιασμό, πατώ τα χώματα και τρέφομαι με τους βλαστούς της ιστορίας. Λες ότι σε συνταράζει η ιστορία, μόνο που εμείς θρηνούμε ακόμα τους νεκρούς της ιστορίας. Αυτή που εσύ επικαλείσαι ισοπέδωσε το νησί μου και αν εσένα σε συνταράσσει, μες στο ζεστό σου κουστούμι, εμάς πλακώνουν ακόμα τα ερείπια.
Ούλριχ,
Ο πατέρας σου, ένας ταπεινός ξυλουργός, που όταν ήρθαν να τον πάρουν οι ναζί η ηρωίδα γιαγιά σου δεν τον έδωσε, καλά κάνεις και απαλύνεις την εικόνα του, ήρθε κατακτητής στο νησί μου, στην Κρήτη. Δέχομαι ότι δεν ήταν αλεξιπτωτιστής, θα πρεπε να το ξέρεις, αν και για να βρεθεί στο Κοντομαρί την επομένη της κατάληψης του διαδρόμου του Μάλεμε, κομματάκι δύσκολο! Ο Πατέρας μου, υποχωρώντας συνεχώς από το αλβανικό μέτωπο, φτάνει πεζή στον Πειραιά, που βομβαρδίζεται ανηλεώς από τα γερμανικά, τα δικά σας στούκας. Το σαπιοκάραβο που πάνω του βρέθηκε, κόβεται στα δυό και ο Πατέρας αναζητά τρόπο να κατέβει στο νησί. Να πολεμήσει θέλει τον κατακτητή, αυτό του επιβάλει η τιμή του, όχι να λακίσει. Θα μπορούσε να το κάνει, «άτακτοι» είναι, δεν υπάρχει οργανωμένος στρατός… τίποτα. 
Φτάνοντας στο νησί, απ’ ό,τι φαίνεται, θα βρεθεί απέναντι από τον δικό σου πατέρα. Από το Κοντομαρί μέχρι τη Βιάννο. Ξέχασα να σου πω, εκείνος και η οικογένειά του ζούσαν στο Κεφαλοβρύσι Βιάννου και πριν και, όσοι επέζησαν, μετά τον πόλεμο. Ο Πατέρας πολέμησε στα Χανιά, με τη δύναμη της ψυχής, το ίδιο νομίζω θα κανε κι ο δικός σου πατέρας αν ο τόπος του δεχόταν επίθεση. Μόνο που ο δικός σου πατέρας είναι που, σιδερόφρακτος, επιτίθεται. Αν ψάξεις λίγο την ιστορία, Ούλριχ, και όχι μόνο του Ρίχτερ, θα δεις με τι μέσα οι κάτοικοι της Κρήτης πάλεψαν το καμάρι των γερμανικών λεγεώνων. Και στις φωτογραφίες από το Κοντομαρί βλέπεις την περιφρόνηση στα μάτια των γέρων βρακοφόρων μπροστά στην αμηχανία και τον κρυμμένο φόβο του πατέρα σου και των, ύστερα από λίγο εκτελεστών, συντρόφων του. Κράτησε σε παρακαλώ αυτή τη σκηνή, θα μας χρειαστεί αργότερα: Μια ομάδα κατακτητών ζώνει ένα μικρό χωριό. Είναι ήρεμοι και χαλαροί, καπνίζουν και δείχνουν να απολαμβάνουν τον ήλιο της Κρήτης. Αφήνουν να εννοηθεί πως δεν τρέχει τίποτα και συγκεντρώνουν τους άνδρες του χωριού. Κοίτα καλά πόσοι μεγάλης ηλικίας άνδρες βρίσκονται στις δίκες σας φωτογραφίες. Και απέναντι ο πατέρας σου, ο πατέρας του κάθε σύγχρονου γερμανού. Μετά από λίγο… ξέρεις τι ακολούθησε!
Μα ας ξαναγυρίσουμε στον δικό μου Πατέρα και ας τρέξουμε λίγο το χρόνο. 14 Σεπτέμβρη του 43 και ο ξυλουργός πατέρας σου βρίσκεται ξανά απέναντι από τον χαλκουργό Πατέρα μου. Στα χωριά της Βιάννου. Τώρα που το σκέφτομαι, Ούλριχ, ίσως να ήταν ο πατέρας σου που έριξε πισώπλατα στον Παππού μου, 92 χρόνων, και σε δυο γιούς του, αδέλφια του Πατέρα μου, εκεί στις δασωμένες πλαγιές πάνω από το Κεφαλοβρύσι, την ώρα που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον κλοιό του θανάτου. Πώς στην ευχή βρέθηκε ο πατέρας σου εκεί υποχρεωμένος να εκτελεί διαταγές και να δολοφονεί αθώους γέρους κτηνοτρόφους! Τρεις μέρες ο Πατέρας μου κούρνιαζε σε ένα λαγούμι πάνω απ’ τα Αμυρά. Μετά το μακελειό ο αέρας έφερνε στ’ αυτιά του τους θρήνους και τον σπαραγμό των γυναικών που με γυμνά τα χέρια προσπαθούσαν να θάψουν τους νεκρούς τους. Με ψεύτικες υποσχέσεις τους είχαν συγκεντρώσει, οι σφαίρες μόνο ήσαν αληθινές. 401 οι νεκροί Ούλριχ, ξέχασες ΕΝΑΝ.
Ούλριχ,
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν. Ναι. Όμως πρέπει να διδασκόμεθα από το παρελθόν. Ο δικός σου πατέρας, και φαντάζομαι όλοι οι γερμανοί στρατιώτες, δεν αναφερόταν σε αυτό. Ίσως από ντροπή, από το βάρος της ευθύνης των πράξεών του, τον καταλαβαίνω. Πέθανε το 2008. Ο δικός μου έκλεισε τα πυρωμένα μάτια του δυο χρόνια αργότερα, το 2010. Και ο δικός μου δε μιλούσε, του το κρατάω, αλλά φαντάζομαι, όχι από ντροπή. Ίσως να μην έκανε όσα θα μπορούσε να κάνει, ίσως εκείνη την μοιραία μέρα να βλεπε τον γερμανό στρατιώτη, τον πατέρα σου, έτοιμο να πυροβολήσει τους δικούς του και δεν έκανε τίποτα. Δείλιασε, Ούλριχ, δείλιασε. Για να βρεθούμε σήμερα εσύ και γω πάλι απέναντι σε άλλα μετερίζια.
Μου επιτρέπεις, νομίζω, να σε επιπλήξω για δύο λόγους. Χρειάστηκαν, λές, να περάσουν 70 χρόνια για να αισθανθείς την ευθύνη, όχι ενοχές για κείνα τα γεγονότα. Και εν έτη 2015 διερωτάσαι πως είναι δυνατόν να σώζονται οι τράπεζες και γιατί εμείς εδώ να σας αποκαλούμε ναζί. Ειλικρινά με εκπλήσσεις ή μάλλον θα πρέπει να αποδεχτώ πως εσείς εκεί, όπως και τότε, δεν είδατε ποτέ τίποτα και δεν ξέρετε το τι συμβαίνει, το τι συνέβη. Το ίδιο ισχυρίστηκαν και οι, γύρω από το Άουσβιτς, κάτοικοι μετά την απελευθέρωση. Βέβαια ο ιστορικός Ρίχτερ άλλη έχει άποψη. Ένα κομμάτι της ιστορίας μελετάει, ας αφήσουμε τους συναδέλφους του να απαντήσουν, δεν έχουν δουλειά τα δικαστήρια. 
Αναφέρεσαι ακόμα για τη χώρα μου, Ούλριχ, και ζητάς από μας να φροντίσουμε τα του οίκου μας όπως ακριβώς φροντίζετε εσείς τα του δικού σας. Εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα! Όπως πάντα οι γερμανοί, με κάθε τρόπο, μέσο και σκοπό, «φροντίζουν» τα του οίκου τους και χώρες μικρές, σαν την δικιά μου, πληρώνουν το μάρμαρο. Μέσα στα άλλα μειονοτικά για τους Έλληνες μας κατηγορείτε πως είμαστε διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Ίσως! Αλλά για να συμβεί το πρώτο, η διαφθορά, χρειάζονται δύο: εκείνος που είναι αποφασισμένος να διαφθείρει και εκείνος που είναι έτοιμος να διαφθαρεί. Όντως στην Ελλάδα πολλοί διαφθείρονται, αλλά είναι τα γερμανικά κεφάλαια, των γερμανικών εταιριών το χρήμα που κινείται και που, φυσικά, εμείς πάλι πληρώνουμε, ξέρεις πως γίνονται αυτά. Και ναι, είμαστε τεμπέληδες, απολαμβάνουμε τον μεσογειακό ήλιο, δουλεύοντας 14 ώρες το εικοσιτετράωρο για να περάσουν καλά οι γερμανοί φορολογούμενοι επισκέπτες. Ξέρεις πόσα χρήματα έχει κερδίσει η χώρα σου, από την κατ’ επίφαση διάσωση της Ελλάδας.
Μπορείς να ρωτήσεις εκ μέρους μου την κ. Μέρκελ και τον κ. Σόιμπλε, πώς είναι δυνατόν σε μια Ευρώπη των λαών και της δημοκρατίας, εγώ ο γόνος του Κρητικού πολεμιστή που σου γράφω να ζω με 360 ευρώ το μήνα και συ ο απόγονος του γερμανού κατακτητή να τα έχεις όλα! Και πώς εσύ με τόσες ευαισθησίες, Ούλριχ, δικαιολογείς και ανέχεσαι για το καλό της Γερμανίας, το δικό σου, ένα κομμάτι της Ευρώπης, η χώρα μου, να βυθίζεται συνεχώς μαζί με τους κατοίκους της στην άβυσσο! Μάλλον ανήκομεν για να υπηρετούμε την Γερμανία.
Το ξέρεις Ούλριχ πως το μεγάλο αεροδρόμιο των Αθηνών το εκμεταλλεύεται γερμανική εταιρία. Το ξέρεις. Δεν ξέρεις όμως πως δεν έχει αποδώσει, όπως και άλλες εταιρίες, όχι το φόρο, αλά ούτε καν τον ΦΠΑ και πως με τα, στα μέτρα σας, μνημόνια μάς αναγκάζετε να σας παραχωρήσουμε ακόμα 11 αεροδρόμια για ένα καρβέλι ψωμί! Και όλα, συν όλα τα άλλα, για το μεγαλείο της Γερμανίας, για να περνάτε Ούλριχ, όπως και τότε εσείς καλά…
Χάρηκα που μιλήσαμε για τους γονείς μας. Νομίζω θα νοιώσουν όμορφα αν εσύ που έχεις την οικονομική άνεση έρθεις εδώ να σε φιλοξενήσω, να πιούμε ένα κρασί και να κάνουμε μια βόλτα, όλοι μαζί, στο παρελθόν. Στο μέλλον. Σε περιμένω…

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου