Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Για κυβερνητικούς και κομματικούς εγκάθετους: Αποσπάσματα από το βιβλίο «Εγχειρίδιο Βλακείας» του Διονύση Χαριτόπουλου




Είδος: 
Εταιρεία: 
Συγγραφέας: 


Θετικά:
 Πως έγινα βλάκας: Στηλιτεύει αμείλικτα τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Έχει την ορμή της γραφής ενός νέου / Εγχειρίδιο Βλακείας: Καλύπτει κάθε περίπτωση βλάκα σε αυτό τον κόσμο. Καυστικό και πρωτότυπο κατηγορώ απέναντι στη βλακεία
Αρνητικά:
 Πως έγινα βλάκας: Στο τέλος γίνεται δογματικό προτείνοντας τη λύση του / Εγχειρίδιο Βλακείας: Αμηχανία στα επιχειρήματα πολλές φορές.

Παρουσίαση από: Zampano
Αϊνστάιν ή τέλος πάντων όποιος διεκδικεί την πατρότητα της περίφημης πρότασης, το είπε ιδανικά με 19 λέξεις:
“Δύο πράγματα δεν έχουν όρια, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία. Και για το πρώτο διατηρώ τις αμφιβολίες μου”.
Τα παραδείγματα βλακείας είναι ατελείωτα στην Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά εκεί που πραγματικά βλέπουμε τα αποτελέσματα της σε όλο της το μεγαλείο είναι στην τρελή καθημερινότητα μας. Ο Peslac και το Zyklon κάτι θα έχουν παραπάνω να σας πουν. Τώρα που το σκέφτομαι, οποιονδήποτε και να ρωτήσεις, θα έχει να σου αναφέρει μερικά περιστατικά άφατης βλακείας. Αλλά, ένα λεπτό, δηλαδή εμείς ποτέ δεν έχουμε πέσει στα δίχτυα της; Ποτέ δεν κάναμε κάτι που το σύμπαν καθόταν από πάνω μας και γελούσε με σπασμούς ή έκλαιγε σαν μοιρολογίστρα; — Για σκεφθείτε καλύτερα. Μόνοι είμαστε. Αν λέμε κι εδώ ψέματα…
Σήμερα αποφάσισα να συναρμολογήσω ένα παζλ κειμένων που διάβασα σχετικά πρόσφατα και έχουν ως εφαλτήριο έμπνευσης το ίδιο θέμα: Τη Βλακεία. Αυτό είναι και το μόνο τους κοινό στοιχείο. Ή μάλλον όχι το μόνο. Και τα δύο είναι πονήματα του 21ου αιώνα. Αυτό κι αν δεν μπορεί να είναι τυχαίο.
Martin Page
Martin Page
Διονύσης Χαριτόπουλος
Διονύσης Χαριτόπουλος
Κατά τ’ άλλα έχουμε έναν νεαρό Γάλλο συγγραφέα (ο Παζ είναι μόλις 36 χρονών και ήταν 25 όταν το “Πώς Έγινα Βλάκας” εκδόθηκε) κι έναν αναγνωρισμένο πια σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα (γεννηθείς το 1947), γνωστό για τον αιρετικό τρόπο γραφής. Οι δυο τους αντιλαμβάνονται την βλακεία διαφορετικά (άλλωστε έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία στο έργο του Παζ και αφοριστικό δοκίμιο σε αυτό του Χαριτόπουλου): άλλα τα μάτια ενός νεαρού Γάλλου ουτοπιστή που ζει στο πολύβουο Παρίσι και άλλα εκείνα ενός μεσήλικαΈλληνα που προφητεύει το παρελθόν της χώρας του, για να το δει να επιβεβαιώνεται ελάχιστους μήνες αργότερα στην πυρά ενός ζοφερού παρόντος (το βιβλίο εκδόθηκε το 2008).
Βέβαια το ότι και τα δύο είχαν τεράστια επιτυχία μόνο ως καλοδεχούμενη ειρωνεία μπορούμε να το αντιληφθούμε και είμαι σίγουρος πως και οι δύο συγγραφείς μειδίασαν στον άκουσμα αυτού του νέου: Τι ωραίο είναι να είσαι έξυπνος και να διαβάζεις για βλάκες.
Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα πριν αποφασίσουμε να διασταυρώσουμε ξανά τους δρόμους τους.
το “Πώς Έγινα Βλάκας“, ο Παζ μας παρουσιάζει τον απεγνωσμένο ήρωα του: τον Αντουάν. Ένα νεαρό παλικάρι που έχει καταλάβει πως η ευφυΐα φέρνει μόνο δυστυχία.
Martin Page - Πως Έγινα Βλάκας
Martin Page – Πως Έγινα Βλάκας
Αν μάλιστα τυγχάνει να είσαι λίγο πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους, αυτό περιγράφεται περίπου ως κατάρα. Ξέρω πως ένα τέτοιο θέμα μπορεί να σας εκνευρίσει για το ναρκισσισμό του. Όμως…
Όμως ο Αντουάν είναι ειλικρινής. Θέλει να απαλλαγεί από την εξυπνάδα του. Θέλει να κάψει κάθε εγκεφαλικό του κύτταρο (και δοκιμάζει το αλκοόλ με κωμικοτραγικά όμως αποτελέσματα), θέλει να βάλει τέλος στην ύπαρξη του (κι έτσι απευθύνεται στο Zyklon για να μάθει τον καλύτερο τρόπο να αυτοκτονήσει) και τελικά καταλήγει στην πιο δύσκολη και χρονοβόρα λύση: Να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή όμοια με, σχεδόν, όλων των άλλων. Να αγοράσει τηλεόραση, να μάθει να οδηγάει, να κυνηγάει τις εύκολες και εφήμερες σχέσεις, να πάψει να αγχώνεται για βλακείες τύπου “Ας μην αγοράσω αυτή τη μάρκα παπουτσιών γιατί βάζει παιδάκια στις χώρες του τρίτου κόσμου να τα κατασκευάζουν“. Να γίνει βλάκας, αλλά στην πιο εξευγενισμένη μορφή του. Εκείνη του επιτυχημένου, του ματαιόδοξου, του αυτοδημιούργητου κριτή των πάντων.
Και τα καταφέρνει! Μια στραβοτιμονιά της μοίρας τον καθιστά πλούσιο και περιζήτητο. Στον κολοφώνα της δόξας του τα έχει όλα. Και είναι βλάκας.
Μπορεί να μην συμφωνώ και πάρα πολύ με το τέλος που προτείνει ο Παζ, μιας και θεωρώ δύσκολη την τόσο εύκολη απόδραση από έναν κόσμο σαν αυτόν που αγκάλιασε ο Αντουάν, όμως αυτό που στοιχειώνει ολόκληρο το βιβλίο είναι αυτό για το οποίο μίλησα και στο ξεκίνημα της παραγράφου: Η ειλικρίνεια.
ο “Εγχειρίδιο Βλακείας” είναι άλλη ιστορία. Ή μάλλον, όπως προείπα, δεν είναι καν ιστορία.
Εγχειρίδιο Βλακείας του Διονύση Χαριτόπουλου
Εγχειρίδιο Βλακείας του Διονύση Χαριτόπουλου
Μπορεί η λογοτεχνική ικανότητα του Χαριτόπουλου να κάνει την ανάγνωση του έργου ευχάριστη όμως δεν παύουμε να μιλάμε για ένα δοκίμιο. Έστω κι αν δεν προσεγγίζει το θέμα με τον ακαδημαϊσμό που κάνουν π.χ. τα δοκίμια του Παπανούτσου (ας ξεράσουμε μαζί όσοι τελειώσαμε το λύκειο πριν το 1997).
Ο Χαριτόπουλος ζει στην Ελλάδα. Τον παράδεισο της βλακείας. Σωστά; Αυτό κάνει εύκολο το έργο του; — Θα έλεγα μόνο κατά το ήμισυ που αφορά την παρατήρηση της πρώτης ύλης. Το πώς θα τα γράψει για να μην προσβάλει τον βλάκα που θα το αγοράσει και θα το διαβάσει για να γελάσει που δεν ανήκει στην βδελυρή αυτή συνομοταξία των μωρών, είναι η μεγάλη του τέχνη.
Ο Χαριτόπουλος αναλύει, τους χωρίζει σε είδη, δικαιολογεί κάποιους, άλλους τους στηλιτεύει με την αχαλίνωτη γλώσσα του. Βλέπει την Ιστορία, αντιλαμβάνεται τα πώς και τα γιατί που οδηγούν στην βλακεία και τι είναι αυτό που την κάνει ακαταμάχητη. Και ειλικρινά, αν και δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά, νομίζω πως ο Χαριτόπουλος βλέπει και τον εαυτό του κάπου εκεί μέσα. Γιατί κάπου εκεί καταλήγουμε: Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τη βλακεία. Είναι στο αίμα μας.
Ίσως μοναχά το πώς θα την περιορίσουμε να είναι το ζητούμενο.
αναπιάνουμε τις γραμμές από εκεί που τις αφήσαμε. Μην ξεγελιέστε από την σημερινή μου έκπτωση -δύο στην τιμή του ενός-, τα δύο βιβλία δεν μοιάζουν πουθενά παρότι ασχολούνται φαινομενικά με το ίδιο θέμα. Σε ένα όμως ακατάληπτο σύμπαν που το αντιλαμβάνονται μόνο οι πολύ καμένοι με την ανάγνωση, αυτά τα δύο κείμενα αλληλοσυμπληρώνονται. Η εξειδίκευση του Παζ και το σύνολο του Χαριτόπουλου είναι μια καλή και ολοκληρωμένη μελέτη σε ένα θέμα που μπορεί να το προσπερνάμε με ελαφρύ χιούμορ και εξυπνακίστικα τσιτάτα, όμως αποτελεί αιτία πολέμων, καταστροφών, καθημερινής φθοράς.
Κι ο Παζ σου το λέει:
“μπορείς εύκολα να γίνεις βλάκας, και να το απολαμβάνεις, και να μην το καταλαβαίνεις”.
Κι ο Χαριτόπουλος σου το λέει:
“Είσαι. Κάπου ανάμεσα στις σήραγγες της βλακείας είναι και ο δικός σου συρμός. Κι αυτοί βλάκες. Κι εγώ που σας μιλώ”.
Και τώρα περιμένω τον τολμηρό που θα γράψει για την εξυπνάδα:
Διάβασα το μικρό βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου: “Εγχειρίδιο Βλακείας”. Αν και το περίμενα κάπως διαφορετικό (με περισσότερο χιούμορ) είναι αρκετά ενδιαφέρον και περιέχει μερικές αξιοσημείωτες παρατηρήσεις. Είχα ελπίσει να καταλάβω, διαβάζοντάς το, αν είμαι βλάκας αλλά δεν το κατάφερα. ‘Ισως επειδή μάλλον είμαι… (Το "Μουνί" σχολιάζει)
Σταχυολογώ:
  • …. (σ.σ. χωρίζονται οι άνθρωποι) σε δύο βασικές κατηγορίες: στους έξυπνους και στους βλάκες. Αν και η μεταξύ τους διάκριση δεν είναι δύσκολη, όσοι ανήκουν στην πρώτη δεν το λένε και όσοι ανήκουν στη δέυτερη δεν το ξέρουν.
  • …Στην δεκαετία του 1970, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όργωνε τις Ευρωπαϊκές χώρες για να πετύχει την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, του πρότειναν να πάρει μαζί του κι έναν υψηλόβαθμο διπλωμάτη και πολιτικό επιστήμονα επειδή, συν τοις άλλοις, μιλούσε εφτά γλώσσες. Ο έμπειρος πολιτικός, που γνώριζε τον προτεινόμενο, αγρίεψε (δεν ήθελε πολύ): “Τι να τον κάνω αυτόν; Και στις εφτά βλακείες θα λέει”.
  • Η βλακεία είναι απρόβλεπτη. ‘Εχει τόση ποικιλία εκδηλώσεων, όσοι και οι βλάκες που ο καθένας ξεχωριστά είναι μια αστείρευτη πηγή εμπνεύσεων.
  • …Με τη διαφορά ότι ο ηλίθιος όταν καυλώσει νομίζει ότι ερωτεύτηκε και η χαζή πιστεύει ότι όσοι θέλουν να την πηδήξουν θέλουν να την παντρευτούν.
  • …Το χαρτί δεν είναι πιστοποιητικό ευφυίας. Αν το μυαλό κάποιου φτάνει για να πάρει δίπλωμα οδήγησης, κατά πάσα πιθανότητα φτάνει και για να πάρει ένα δίπλωμα σπουδών. Τα νοητικά απαιτούμενα είναι περίπου ισοδύναμα…
  • …Δεν είναι σπάνιο το ενσταντανέ του Μπούλη να ποζάρει με την τήβεννο του Χάρβαρντ και το πτυχίο ρολό στα χέρια του να μην ξέρει που να το βάλει.
  • …Ο πολιτισμός ευνοεί τον βλάκα. Στην πρωτόγονη κατάσταση τα πράγματα ήταν απολύτως ξεκαθαρισμένα. Αυτόν που αργούσε να καταλάβει γιατί τρέχουν οι άλλοι τον είχε αρπάξει η αρκούδα. Στην εποχή μας ο κάθε καθυστερημένος μπορεί να είναι κυβερνητικό στέλεχος ή αυτός που σε έχει ναρκωμένο στο χειρουργικό κρεβάτι…
  • …Η χοντρή βλακεία είναι ομαδική. Αυτό που ενώνει μιά ομάδα ανθρώπων είναι το ίδιο που ενώνει κι ένα πλήθος: Τα συναισθήματα και οι πεποιθήσεις (θρησκεία, ιδεολογία, ηθική, εχθροί, φίλοι, σύμμαχοι), ενώ ο ρόλος της νοημοσύνης τείνει να εξαφανιστεί. Σε μια επαναστατική ή θρησκευτική οργάνωση συμμετέχουν εξίσου ο καθηγητής και ο αχθοφόρος και σε μια αντροπαρέα ο τεχνοκράτης με τον μποέμ και το ρεμάλι….
  • …Η ομαδική τύφλωση είναι δεδομένη. ‘Ενας χαρισματικός ομιλητής, προβάλλοντας τα δικά του συναισθήματα, μπορεί να μεταδώσει στο πλήθος ενθουσιασμό, οργή, λύπη, με τον ίδιο τρόπο που μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο το γέλιο, η δυσθυμία ή το χασμουρητό… Γι’ αυτό θα πρέπει να είναι κανείς εξαιρετικά επιφυλλακτικός με τις ομαδικές μαρτυρίες για κάποιο γεγονός. ‘Οσο πιο μεγάλος ο αριθμός των ομοφωνούντων τόσο μικρότερο καλάθι να κρατάς…
  • …Λένε πως “εκεί που σταματάει η λογική αρχίζει ο στρατός”, κάτι που κάλλιστα ισχύει και για άλλα μεγάλα συστήματα, εκκλησιαστικά, κομματικά, γραφειοκρατικά, ακαδημαϊκά….
  • …Ο νεοδιορισμένος δημόσιος υπάλληλος πιθανόν να είναι έξυπνος και με διάθεση προσφοράς, όμως αφομοιώνεται τάχιστα από το ηλίθιο γραφειοκρατικό περιβάλλον και μετά το πρώτο διάστημα συμπεριφέρεται ακριβώς όπως οι παλιές καραβάνες…
  • …Το θέαμα των κομματικών ομάδων στο κοινοβούλιο είναι οικτρό: οι εντυπωσιοθηρικές αγορεύσεις, τα μεγάλα λόγια, οι εξυπνακισμοί, οι λoιδωρίες και οι θεαματικές αντιπαραθέσεις είναι παράσταση άνευ νοήματος…
  • …”όσοι δεν σκέπτονται συσκέπτονται” λένε οι λαϊκοί. Το σίγουρο είναι ότι καμία νέα ιδέα δεν γεννήθηκε σε επιτροπή, ενώ πολλές καλές θάφτηκαν εκεί…
  • …Αν το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η κοινωνία, του βλάκα είναι η ομάδα, η συσπείρωση με άλλους βλάκες…
  • …Ο γελοίος είναι άλλου είδους ταραχή. Είναι βλάκας με έπαρση. Η μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτόν του τον χαντακώνει και γίνεται φαιδρός, γραφικός, καβαλημένος, δήθεν, ψώνιο….
  • …Η εξουσία είναι το αφροδισιακό της γελοιότητας. Μια καλή αμερικάνικη κουβέντα λέει πως όποιον θέλει να κυβερνήσει πρέπει πρώτα να τον δει ψυχίατρος…
  • …Η αλήθεια είναι ότι όποιος ανέβει στη σκηνή πρέπει να υποδυθεί, αλλιώς το κοινό θα του γυρίσει την πλάτη: Άλλος παίζει φυσαρμόνικα, άλλος χορεύει καταδεκτικά “τοπικούς χορούς”, άλλος κουβαλάει τη θαυματουργή εικόνα στην περιφορά, άλλος φωτογραφίζεται καμαρωτός με τη σκούπα στο χέρι και “κάθε βλάκας έχει ένα σχέδιο για να σώσει τη χώρα”…
  • …Μια μασκαράτα γελοίων είναι οι κοσμικοί… Οι κοσμικοί διάλεξαν από μόνοι τους το φουαγιέ, εκεί όπου δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά θα τους δουν όλλοι…
  • …Αν γυρίσουμε το μέσα έξω του παλιανθρώπου, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρούμε κρυμμένο έναν άξεστο ηλίθιο…
  • …Ο πιο πονηρός βλάκας είνα ο σοβαρός. Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο ανθρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας…. ‘Ενας τέτοιος έφτασε να γίνει και πρωθυπουργός… …Αλησμόνητη είναι η σκηνή του εν λόγω όταν μετά τους σεισμούς του 1999 πήγε με τις κάμερες να επισκεφθεί τους καταυλισμούς των σεισμοπλήκτων. Κοίταξε ξινά τα παιδάκια που πλατσούριζαν ξυπόλητα στις λάσπες ανάμεσα στα κοντέϊνερ και, κάνοντας προσπάθεια να φερθεί ανθρώπινα, τα ρώτησε: Πού είναι πιο καλά, εδώ ή στο σπίτι;”…
  • …Μια μικρή δόση παραλογισμού είναι απαραίτητη για την κοινωνική ισορροπία. Είναι η λίπανση που διευκολύνει τα γρανάζια, όπως οι νόμοι της οικονομίας λειτουργούν καλλίτερα με ένα μικρό ποσοστό παραοικονομίας. Το είπε και ο υπεράνω υποψίας πρόεδρος Λίνκολν: “Οι σοβαρές αρχές μπορούν και πρέπει να είναι εύκαμπτες”.
  • …το λειψό μυαλό “πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει;” Δεν μπορεί να δώσει ούτε να δεχτεί εξηγήσεις για το πεπερασμένο της ύπαρξης και συνήθως αγκιστρώνεται σε κάτι που υπερβαίνει την εγκόσμια τάξη, σε κάποιο Θεό, σε μια ανώτερη δύναμη ή στο σύμπαν που συνωμοτεί για χάρη του. Η ευπιστία του κουφιοκεφαλάκη είναι παροιμιώδης: Γοητεύεται, αναπαράγει και εφευρίσκει ο ίδιος θρησκευτικά θαύματα, οράματα, εξωγήινα όντα, μετεμψυχώσεις, μεταλλαγμένους, λείψανα αγίων, τσαγιέρες που περιστρέφονται στο Διάστημα, προϊστορικούς γίγαντες, νεράϊδες, λυκανθρώπους, ψυχές που βουρλίζονται γύρω μας. Και βέβαια είναι πρώτος πελάτης για κάθε είδους τσαρλατάνους και απατεώνες που ρίχνουν τα χαρτιά, βλέπουν το φλιτζάνι, διαβάζουν τα άστρα, κάνουν μαγιολίκια, λένε τη μοίρα (μέλλον), ρυθμίζουν τα φενγκ σούι, δίνουν θετική ενέργεια, διαβάζουν ευχές και μυστικά βιβλία, αλλά στην πργαματικότητα διαβάζουν τη φάτσα του ηλίθιου που έχουν απέναντί τους.
  • …ο καλλιεργημμένος δεν περιορίστηκε στην ύλη των όποιων σπουδών του και στα χρηστικά για να κερδίσει χρήματα ή κοινωνικό κύρος, αλλά έκανε το μεγάλο ποιοτικό άλμα: ξέφυγε από το αναγκαίο. Με πάθος. μελέτη και αγάπη “ψάχτηκε” εντός του και γύρω του και απόκτησε ευρύτερη παιδεία και “δική του” πρωτογενή σκέψη, ώστε να βλέπει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, να εντοπίζει τα βαθύτερα αίτια…
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος και ο αχαρτογράφητος κόσμος της ανθρώπινης βλακείας
Γράφει ο Θανάσης Μπαντές - http://tinyurl.com/z853qru
            Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα βλάκας έχουμε τον ορισμό: «πρόσωπο που ενεργεί και συμπεριφέρεται με ανόητο τρόπο, ο ηλίθιος», ενώ στο λεξικό του Τεγόπουλου – Φυτράκη ως βλάκας ορίζεται «ο ανόητος» και προτείνονται τα συνώνυμα «χαζός, κουτός, μωρός». Ερευνώντας τη λέξη ανόητος βλέπουμε ότι κατά το Φυτράκη η ετοιμολογία προέρχεται από το στερητικό α και το νους (νοώ), ενώ κατά τον Μπαμπινιώτη από το στερητικό α και το νοητός (που επίσης προέρχεται από το αρχικό ρήμα νοώ). Ο Μπαμπινιώτης μάλιστα επισημαίνει ότι η αρχική έννοια του ανόητος είναι ακατανόητος. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ανόητος είναι αυτός που στερείται νου, λογικής και που κατ’ επέκταση ενεργεί παράλογα. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα εννοιολογικά προβλήματα. Ποια είναι η παράλογη συμπεριφορά; Ποια η λογική; Τι ορίζεται ως λογικό, τι ως παράλογο; Και οτιδήποτε παράλογο πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι βλακώδες; Αναγκαστικά η λογική της καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τους νόμους της πεπατημένης, τους νόμους δηλαδή της συμπεριφοράς της πλειοψηφίας.
 Με δεδομένο ότι η βλακεία είναι αδύνατο να αποδειχθεί πειραματικά κι ότι το βλακόμετρο δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, τα πράγματα κινούνται αναγκαστικά μέσα σε άκρατη υποκειμενικότητα.
Με δεδομένο ότι η βλακεία είναι αδύνατο να αποδειχθεί πειραματικά κι ότι το βλακόμετρο δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, τα πράγματα κινούνται αναγκαστικά μέσα σε άκρατη υποκειμενικότητα.
Αν θέλεις να θεωρείσαι λογικός, ακολούθα αυτά που κάνουν οι περισσότεροι. Βρισκόμαστε αναγκαστικά μπροστά στον κοινωνικό μηχανισμό της μίμησης, που οριοθετεί την ευπρεπή συμπεριφορά, τη συμπεριφορά που δε θέλει να προκαλέσει και που φυσικά ορίζεται ως λογική, γιατί αλλιώς δε θα επικρατούσε, αφού δεν θα ήταν δυνατό να υιοθετηθεί το παράλογο ως κανόνας συμπεριφοράς. Γιατί το παράλογο πάει με το χάος, ενώ η τάξη με τη λογική. Υπό αυτούς τους όρους γίνεται αντιληπτό ότι είναι η ίδια η κοινή γνώμη που ορίζει τι είναι λογικό και τι παράλογο, άρα, κατ’ επέκταση, και τι είναι βλακώδες. Η βλακεία μπορεί να οριστεί μόνο μέσα στο περιβάλλον που ανήκει η κάθε πράξη. Ως εκ τούτου μπορεί να ανακατευτεί με πολλές άλλες έννοιες κάνοντας τα ίχνη της ακόμη πιο δυσδιάκριτα. Για παράδειγμα μέσα σ’ ένα περιβάλλον κλεφτών, που ελέγχουν όλους τους μηχανισμούς και ξέρουν καλά ότι ποτέ δε θα λογοδοτήσουν, ο τίμιος φαίνεται ανόητος. Είναι ο αγαθιάρης, αυτός που δεν του κόβει, που δεν καταλαβαίνει πως κινούνται τα νήματα, ο αγαθάγγελος, ο ρομαντικός, ο Δον Κιχώτης, δηλαδή ο απροσάρμοστος. Συνήθως είναι και αυτός που την πληρώνει αποδεικνύοντας εμπράκτως τη βλακεία του. Μέσα στον κόσμο της διαφθοράς η τιμιότητα μετατρέπεται σε βλακεία.
                Ομοίως, σ’ έναν κόσμο κυνικό, ο συναισθηματισμός εκλαμβάνεται ως βλακεία, σ’ ένα περιβάλλον τεμπελιάς αυτός που δουλεύει είναι το κορόιδο και πάει λέγοντας. Η έννοια της βλακείας – όπως άλλωστε κι όλες οι έννοιες – λειτουργεί καθαρά συγκριτικά, δηλαδή καθορίζεται από τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν. Αν τα κοινωνικά πρότυπα είναι στρεβλά, τότε οι έννοιες αναποδογυρίζουν. Υπό αυτό τον όρο η βλακεία καθίσταται έννοια απολύτως μεταβλητή. Θα λέγαμε, σε μια εξωφρενική υποθετική αντιστροφή, ότι σ’ έναν κόσμο ολοκληρωτικής ηλιθιότητας, βλακεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η ευφυΐα. (Είναι βέβαιο ότι όποιος προσπαθήσει να πείσει αποβλακωμένους τηλεθεατές ότι τα σήριαλ που βλέπουν είναι βλακείες, θα φάει τα μούτρα του). Τελικώς, στην πράξη, δηλαδή στην καθημερινή – τρέχουσα έννοιά της, βλακεία ορίζεται οτιδήποτε παράταιρο, οτιδήποτε αποκλίνον από τα στερεότυπα, που προβάλλονται όχι ως λογική, αλλά ως φυσιολογική συμπεριφορά. Αν υπολογίσουμε όλους αυτούς τους μηχανισμούς που αποδεδειγμένα κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά – ΜΜΕ, διαφήμιση, μόδα κτλ – βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα εξ’ ολοκλήρου αντιφατική, όπου όλοι αναγνωρίζουν το επίπλαστο της κοινώς αποδεκτής ανθρώπινης δράσης και ταυτόχρονα θεωρούν παράλογο οτιδήποτε στρέφεται ενάντια σ’ αυτό. Κι εδώ ακριβώς η έννοια της βλακείας κατοχυρώνει το επίπλαστο ηθικό περιτύλιγμα που τη συνοδεύει και που την καθιστά ακόμα πιο ρευστή κι ευπροσάρμοστη, έτσι που ο καθένας μπορεί να προσφωνήσει τον καθένα βλάκα. Ακόμη και η επιλογή καφενείου μπορεί να φέρει χαρακτηρισμό: «Εκεί μαζεύονται όλοι οι βλάκες». Ακόμα και η ελάχιστη οδηγική αδράνεια μπροστά στο φανάρι που άναψε πράσινο.
                Με δεδομένο ότι η βλακεία είναι αδύνατο να αποδειχθεί πειραματικά κι ότι το βλακόμετρο δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, τα πράγματα κινούνται αναγκαστικά μέσα σε άκρατη υποκειμενικότητα. (Βέβαια έχει ανακαλυφθεί το εξυπνόμετρο – τεστ I.Q – αλλά κι αυτό δε νομίζω ότι μπορούμε να το εκλάβουμε σοβαρά). Οποιαδήποτε επιλογή μπορεί να δικαιολογηθεί, όσο ηλίθια κι αν είναι, με την επίκληση του προσωπικού γούστου, που μοιραία ξεχειλώνει στο περιβόητο «περί ορέξεως…». Η τετριμμένη συζήτηση για το αν ο βλάκας γεννιέται ή γίνεται τις περισσότερες φορές μετατρέπεται σε δίλημμα ανάλογο με εκείνο του αυγού και της κότας. Ασφαλώς τα κοινωνικά – εκπαιδευτικά ερεθίσματα, που πρέπει να ξεκινούν από τη βρεφική ηλικία, μπορούν να οξύνουν την ευφυΐα. Ταυτόχρονα όμως, το μορφωτικό επίπεδο, με την έννοια της τρέχουσας εκπαιδευτικής πραγματικότητας, δεν αποτελεί πιστοποίηση ευφυΐας. Πτυχιούχοι βλάκες ουκ ολίγοι: «Δεν είναι σπάνιο το ενσταντανέ του μπούλη να ποζάρει με την τήβεννο του Χάρβαρντ και το πτυχίο ρολό στα χέρια του να μην ξέρει που να το βάλει» σημειώνει ο Χαριτόπουλος στο «Εγχειρίδιο βλακείας». (σελ. 66). Φταίει η εκπαίδευση, θα πουν πολλοί. Φταίει ο τεχνοκρατικός της χαρακτήρας. Η στείρα αποστήθιση. Η έλλειψη κριτικής σκέψης. Σαφώς. Αν όμως δεχτούμε ότι η παπαγαλία και η αδυναμία κριτικής στάσης υιοθετείται ως καθεστώς και στα πανεπιστήμια κι ότι μοιράζονται πτυχία μ’ αυτούς τους όρους, τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι, ως κοινωνία, αποτελούμε εκκολαπτήριο ηλιθίων.
Ο βλάκας είναι πραγματικός δεξιοτέχνης στη μίμηση. Επειδή ακριβώς δεν ξέρει πώς να φερθεί, δεν έχει τη σπιρτάδα της αυθόρμητης συμπεριφοράς.
Ο βλάκας είναι πραγματικός δεξιοτέχνης στη μίμηση. Επειδή ακριβώς δεν ξέρει πώς να φερθεί, δεν έχει τη σπιρτάδα της αυθόρμητης συμπεριφοράς.
Υπάρχει βέβαια και η νομική εκδοχή του βλάκα. Κατά το Αστικό Δίκαιο (όπως αναπτύσσεται από τους Demolomble και Παπαρρηγόπουλο) «βλακεία είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, η εντελής ατονία των πνευματικών δυνάμεων, εξ ης ουδεμίαν δύναται να συλλάβει έννοιαν ο πάσχων», ενώ κατά το Ποινικό Δίκαιο (Ηλιόπουλος) «η βλακεία είναι αποτέλεσμα εμποδίσεως πνευματικής αναπτύξεως, με αιτίαν την εκ γενετής ή εξ επελθούσης βλάβης ενυπάρχουσαν έλλειψιν εις την διάπλασην του εγκεφάλου. Εκδηλούται δε με την ανικανότητα προς κάθε διανοητικήν λειτουργίαν, ήτοι σύλληψιν ιδεών και μόρφωσιν εννοιών και κρίσεων». (Οι παραπάνω νομικές πληροφορίες έχουν παρθεί από την ιστοσελίδα peri.blakos.tripod.com και συμπεριλαμβάνονται στο κείμενο «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΛΑΚΟΣ» του Ν. Α. Καλογερόπουλου).  Όμως, αν η έννοια του βλάκα αποδοθεί αποκλειστικά ως αδυναμία κατασκευής ή και παρακολούθησης αφηρημένων εννοιών και λογικών συλλογισμών, δηλαδή ως αδυναμία αντίληψης, τότε πώς θα μπορούσε να είναι βλάκας ένας μαθηματικός – για παράδειγμα – που από θέση επαγγελματικής αρχής μπορεί να παράγει και να κατανοήσει αυστηρούς συλλογισμούς για προβλήματα γεωμετρίας; Ή μήπως πρέπει να εξαιρέσουμε τους μαθηματικούς απ’ τη βλακεία; Η θεωρία της επιλεκτικής βλακείας, ότι δηλαδή κάποιος είναι έξυπνος στα μαθηματικά, αλλά σκράπας στη φιλοσοφία, προφανώς δεν πείθει και προφανώς εξηγείται από το ζήτημα της γενικότερης καλλιέργειας, αφού μπορεί ο εν λόγω μαθηματικός να μην ασχολήθηκε ποτέ με τίποτε άλλο πέραν της επιστήμης του. Όμως εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό. Εδώ μιλάμε για τον επιστήμονα που διαχειρίζεται κι εφαρμόζει επαρκώς θεωρίες κι αφηρημένες έννοιες και ταυτόχρονα γίνεται ρεζίλι από καταφανή ψέματα που μπορεί να ξεστομίσει για ασήμαντα στιγμιαία οφέλη. Η βλακεία δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο ως νοητική ανεπάρκεια. Η βλακεία έχει ξεκάθαρες ψυχολογικές προεκτάσεις: «Και ο ψυχισμός παίζει παιχνίδια. Εννοείται πως τον άνθρωπο δεν κατευθύνουν μόνο τα ένστικτα, το μυαλό και οι επιθυμίες, αλλά και τα συναισθήματα, επίσης δαιδαλώδη και δυσεξήγητα, παρά τις ψυχαναλυτικές ευκολίες. Μια συναισθηματική κατρακύλα, ένα ύπουλο βραχυκύκλωμα του ψυχισμού (πάθος, πόθος, εγωισμός, οργή, αποστροφή, ενοχή), τα φρένα σπάνε και ο κατήφορος είναι μπροστά». (σελ. 55). Υπό αυτή την έννοια δεν μπορούμε να εκλάβουμε τη βλακεία μόνο ως νοητική αδυναμία. Στερημένα παιδικά χρόνια ή απωθημένα από το παρελθόν μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε ηλίθιες – ανταγωνιστικές – εγωιστικές συμπεριφορές. Κι αλίμονο αν τέτοιος άνθρωπος πιάσει ξαφνικά λεφτά. Ο νεοπλουτισμός θα τον αποτελειώσει. Η ψυχική ισορροπία, η αυτογνωσία, η εύρεση και η αποδοχή του εαυτού είναι ο πιο ασφαλής δρόμος για την καταπολέμηση της βλακείας.
                Τελικώς, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ερευνήσουμε τα προφανή χαρακτηριστικά του βλάκα. Ο βλάκας είναι πραγματικός δεξιοτέχνης στη μίμηση. Επειδή ακριβώς δεν ξέρει πώς να φερθεί, δεν έχει τη σπιρτάδα της αυθόρμητης συμπεριφοράς. Επειδή δεν μπορεί να φιλτράρει τα όρια του επιτρεπτού, παίζει μόνο εκ του ασφαλούς. Ως εκ τούτου είναι πολύ σοβαρός. Λέει πάντα αυτά που πρέπει. Δεν εκτίθεται. Φοράει τα ρούχα που πρέπει, συχνάζει στα μέρη που πρέπει, πίνει τον καφέ του όπως πρέπει. Ακριβώς γι’ αυτό και τα αστεία του είναι μετρημένα. Δεν πρέπει να ξεπεραστούν τα όρια. Είναι ηθικολόγος. Ο βλάκας είναι αδύνατο να αστειευτεί αυτοσαρκαζόμενος. Είναι αυστηρός. Συνήθως δυσφορεί με τις επιπολαιότητες ή την αμάθεια των νέων. Ο βλάκας πρωτίστως φτιάχνει το βάθρο του. Η άκαμπτη ηθική και η σοβαροφάνεια παίρνουν μορφή τελετουργικού. Ταυτόχρονα μπορεί όλοι να γνωρίζουν ότι η ηθική του δεν είναι και τόσο άμεμπτη, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το βάθρο. Ο Χαριτόπουλος γράφει: «Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός. Το υστερικά τυπικό και ολιγόλογο ανθρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας. Αυτή η μάρκα των πονηρών βουλώνει τρύπες. Πάντα κάπου θα διοριστούν πρόεδροι, διοικητές, βιτρίνα για να κάνουν από πίσω τα τσακάλια τη δουλειά τους. Ένας τέτοιος έφτασε να γίνει πρωθυπουργός». (σελ. 98). Ο βλάκας, πριν από οτιδήποτε άλλο, είναι υποκριτής. Κι εδώ πρέπει να γίνει μια διευκρίνιση. Δεν πρέπει να συγχέουμε τη βλακεία με τη συντήρηση. Ο βλάκας δεν είναι ούτε προοδευτικός, ούτε συντηρητικός. Ο βλάκας είναι βλάκας και κινείται με κριτήριο τη βλακεία. Ο συντηρητισμός είναι ασφαλής δρόμος για το βλάκα. Αν όμως νιώσει ότι ο προοδευτισμός θα τον κάνει να φαίνεται καλύτερος, είναι πρόθυμος να ενδώσει σε οποιαδήποτε ηλιθιότητα που μπορεί να πλασαριστεί ως καινοτόμος.
                Ο βλάκας δεν ανέχεται να του πατάν τον κάλο. Αλίμονο σ’ αυτόν που θα ξεσκεπάσει το βλάκα. Είναι εκδικητικός. Κινείται μουλωχτά. Είναι πρόθυμος να ραδιουργήσει. Είναι καχύποπτος. Νομίζει ότι όλα τον αφορούν. Ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον προσβάλλουν. Δε σηκώνει πολλά αστειάκια. Ως εκ τούτου είναι κομπλεξικός. Η επιτυχία των άλλων τον αρρωσταίνει. Όσο πιο κοντινός είναι ο επιτυχών, τόσο πιο ζηλόφθων γίνεται ο βλάκας. Αν μπορεί να μειώσει την επιτυχία του άλλου, θα το κάνει αμέσως. Είναι αφόρητα ανταγωνιστικός, γιατί πρέπει να κρύψει την ανεπάρκειά του. Του είναι αδύνατο να ξεστομίσει έναν καλό λόγο. Κι αν, στην έσχατη περίπτωση αναγκαστεί, το κάνει αμήχανα, με χείλη σφιγμένα, κοιτώντας το πάτωμα: «Είναι γνωστό ότι τη φήμη και την επιτυχία ακολουθεί η συκοφαντία……. Για το φθονερό ζωντόβολο η συκοφαντία είναι ακατανίκητη έξη. Προσφέρει μια αυταπάτη μεγάλης ανακούφισης, καθώς του δίνει την ψευδαίσθηση ότι έτσι εξισώνεται μ’ αυτόν που βρίζει…… Κατά κανόνα οι βλάκες και οι ελλειμματικοί λυσσάνε και βγάζουν αφρούς ιδίως γι’ αυτό που τραβάνε προσωπικό ζόρι, που τρώει τα δικά τους σωθικά: ο πολιτικός θάβει τον πολιτικό, ο συγγραφέας τον συγγραφέα, ο πρώην εραστής τον νυν……. Πίσω από κάθε δηλητηριώδη επίθεση και αισχρό υπονοούμενο κραυγάζει το πληγωμένο εγώ του ανεπαρκούς ηλίθιου». (σελίδες 93 – 94).
Ομοίως, σ’ έναν κόσμο κυνικό, ο συναισθηματισμός εκλαμβάνεται ως βλακεία, σ’ ένα περιβάλλον τεμπελιάς αυτός που δουλεύει είναι το κορόιδο και πάει λέγοντας.
Ομοίως, σ’ έναν κόσμο κυνικό, ο συναισθηματισμός εκλαμβάνεται ως βλακεία, σ’ ένα περιβάλλον τεμπελιάς αυτός που δουλεύει είναι το κορόιδο και πάει λέγοντας.
                Ο βλάκας είναι πονηρός. Ο βλάκας μπορεί να σκαρφιστεί τα πιο υποχθόνια σχέδια προκειμένου να ξεγελάσει. Ο βλάκας μπορεί να γίνει πιο επικίνδυνος κι από την ατομική βόμβα. Ο ευφυής αδυνατεί να μπει στην ψυχολογία του βλάκα. Ο ευφυής δεν μπορεί να είναι τόσο καχύποπτος. Ο ευφυής δεν λαμβάνει ποτέ σοβαρά τα (συνήθως) παιδαριώδη τεχνάσματα του βλάκα. Ο ευφυής σχεδόν πάντα την πατάει από το βλάκα. Όταν ένα παιδάκι πει προφανή ψέματα για να του πάρουν παγωτό, ο βλάκας θα τα ανακαλύψει αμέσως. Ο ευφυής πρώτα θα ξεγελαστεί και μετά θα βάλει μυαλό. Ο βλάκας θέλει πάνω απ’ όλα να φαίνεται πετυχημένος. Να κατορθώσει όλα τα στερεότυπα. Γι’ αυτό επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις. Πρωτίστως μεριμνά να μην πιαστεί κορόιδο: «Κανείς δεν είναι πιο πονηρός από το βλάκα. Ο πονηρός περνιέται για έξυπνος, αλλά δεν είναι. Το αντίθετο μάλιστα, η πονηριά είναι ένδειξη περιορισμένης ευφυΐας. Απλώς, το διαρκές μέλημα του πονηρού είναι πώς να εξαπατήσει ή να μην εξαπατηθεί. Και καθώς κατατρύχεται από τη δυστυχία του ψεύτη που δεν μπορεί να πιστέψει κανέναν, υποπτεύεται τους πάντες, εθίζεται στις πίσω σκέψεις, τους ελιγμούς, τις φιδιές και την παρασπονδία. Άλλο έξυπνος κι εφευρετικός (Οδυσσέας) κι άλλο ύπουλος, καχύποπτος, ραδιούργος, ψεύτης, κατεργάρης, διπρόσωπος και υποκριτής μικρόμυαλος που παρακολουθεί διαρκώς τους γύρω του περιμένοντας τη στιγμή της αδυναμίας ή του κενού για να επωφεληθεί». (σελίδες 95 – 96).
 Κι εδώ οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν λειτουργούν αντιστρόφως. Ενώ, δηλαδή, σκιαγραφούν – σχεδόν σε απόλυτο βαθμό – το πορτρέτο του βλάκα, δεν συνεπάγεται ότι κάθε βλάκας θα έχει κατ’ ανάγκη αυτά τα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν πολλές ποικιλίες βλακείας. Υπάρχει, για παράδειγμα, ο τίμιος βλάκας, ο αφελής, το εύκολο θύμα: «….. είναι πρώτος πελάτης για κάθε είδους τσαρλατάνους και απατεώνες που ρίχνουν τα χαρτιά, βλέπουν το φλιτζάνι, διαβάζουν τα άστρα, κάνουν μαγιολίκια, λένε τη μοίρα (μέλλον), ρυθμίζουν το φενγκ σούι, δίνουν θετική ενέργεια, διαβάζουν ευχές και μυστικά βιβλία, αλλά στην πραγματικότητα διαβάζουν τη φάτσα του ηλίθιου που έχουν απέναντί τους για να γραδάρουν τη βλακεία που κουβαλάει και να του κόψουν το ανάλογο κοστούμι». (σελίδες 105 – 106).  Υπάρχει επίσης και ο καλόκαρδος αφελής, που είναι έξω καρδιά και που πέφτει από γκάφα σε γκάφα. Είναι ο τύπος που μπορεί να προκαλέσει γέλιο και μπορεί να γελάσει ακόμη κι ο ίδιος μ’ αυτά που κάνει. Αυτή η τελευταία περίπτωση είναι και η πιο συμπαθής. Γιατί δε συνοδεύεται από τη συναισθηματική τσιγκουνιά του παραδοσιακού – αρπακτικού βλάκα. Είναι η κινηματογραφική φιγούρα της γκροτέσκας φαρσοκωμωδίας. Όμως αυτή η κατηγορία, αν και απολύτως αναγνωρίσιμη, είναι μάλλον η σπανιότερη.
                      Διονύσης Χαριτόπουλος, «Εγχειρίδιο Βλακείας», εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, Αθήνα

Εγχειρίδιο βλακείας Του Διονύση Χαριτόπουλου

0 ΣΧΌΛΙΑ
Ήταν μάλλον η πρώτη φορά που στη λέσχη μας επιλέξαμε να διαβάσουμε ένα δοκίμιο. Συνήθως, πάνω από 90%, διαβάζουμε μυθιστορήματα και μετά διηγήματα ή νουβέλες. Προσωπικά θεωρώ, πως όλα τα είδη λογοτεχνίας έχουν θέση σε μια λέσχη ανάγνωσης, αν υπάρχει συναίνεση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της. Για την επιλογή του συγκεκριμένου δοκιμίου "Εγχειρίδιο βλακείας", υπήρξε ομοφωνία. Παρόλα ταύτα, επειδή κατά την συζήτηση του βιβλίου, υπήρχαν διιστάμενες απόψεις και για ορισμένα κεφάλαια-θέσεις του συγγραφέα αντιδιαμετρικά αντίθετες τοποθετήσεις από ορισμένα παριστάμενα μέλη, δηλώνω ότι η παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου αντικατοπτρίζει την δική μου, προσωπική άποψη, που μαζί με ελάχιστα άλλα μέλη, δεν παύει να είναι μειοψηφική.


***
Τον Διονύση Χαριτόπουλο, τον γνωρίζω και τον εκτιμώ πολύ και σαν συγγραφέα αλλά και σαν άνθρωπο, εδώ και πολλά χρόνια. Συγκεκριμένα από τότε που αγόρασα και διάβασα τους 2 ανεπανάληπτους τόμους που έγραψε για τον Άρη Βελουχιώτη. Μετά αγόρασα και διάβασα κι άλλα βιβλία του μεταξύ των οποίων και το «Εγχειρίδιο Βλακείας». Το διάβασα το 2008 και μ’ άρεσε πολύ. Ήταν ένα μικρό εγκόλπιο αυτογνωσίας για μένα. Αποτελείται από 88 μικρά κεφάλαια – ενότητες που σε 100 αραιογραμμένες σελίδες σε μια ώρα ανάγνωσης παθαίνεις μια ανάταση, σου συμβαίνει ένα κλικ μέσα σου και παίρνεις - χωρίς να το καταλάβεις-, τόση γνώση και πείρα, που θα χρειάζονταν δεκάδες βιβλία για να την αποκτήσεις. Το βιβλίο – εγχειρίδιο, διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται, ανάκατα, από την αρχή ή από τη μέση ή στην τύχη, έχει μικρή φόρμα, χωράει στη τσάντα και χρειάζεται που και που ξαναδιάβασμα για φρεσκάρισμα της μνήμης. Ο λόγος είναι πυκνός, αποφθεγματικός, ενίοτε ποιητικός και απόλυτα κατανοητός. Παρά το μικρό του μέγεθος, κάποια κεφάλαια χρειάζονται μια δεύτερη ανάγνωση και κάποια επεξεργασία, για να μην παρανοηθούν κάποιες απόψεις του συγγραφέα, που σε πρώτη ανάγνωση φαίνονται ακραίες. Μόνο έτσι αναγνωρίζεται σωστά -κατά τη γνώμη μου- ότι πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να χαϊδέψει τα προτερήματα της μειονότητας των έξυπνων και να χαντακώσει την (υποτιθέμενη) πλειοψηφία των βλακών. Μια δεύτερη ανάγνωση αναδεικνύει την σωστή άποψη, ότι η αναλογία έξυπνων / βλακών είναι περίπου ίδια (μιλάει για κατανομή Gauss). κι ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων βρίσκονται κάπου στη μέση (στο μέσο της κατανομής), κι ότι "αυτοί αποτελούν τον κοινό νου πάνω στον οποίο ρολάρει η κοινωνία". Πρόθεσή του, νομίζω, είναι να βοηθήσει όλους μας -ανεξάρτητα ευφυίας- να αναγνωρίσουμε τα τυχόν λάθη μας και να γίνουμε καλύτεροι.

Ο Χαριτόπουλος ανήκει στην τάξη των αυτομαθών, αυτών που διδάχτηκαν από τα πράγματα κι όχι από τα βιβλία, γεννήθηκε το 1947 στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά όπου από μικρή ηλικία έκανε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές στο Λιμάνι και στα γύρω μηχανουργεία, εγκατέλειψε νωρίς δύο απόπειρες σπουδών στην Αθήνα και στο Λονδίνο και δούλεψε στη διαφήμιση μέχρι το 1990. Κάποια στιγμή του έγινε ένα κλικ μέσα του, παράτησε την διαφήμιση και τα πολλά λεφτά, μετακόμισε στο Καρπενήσι κι άρχισε να γράφει. Κάπου λέει στο βιβλίο του, ότι «ένας δοκιμασμένος άνθρωπος» διαθέτει πείρα ζωής «έχουν δει πολλά τα μάτια του», άρα έχει τα καλύτερα εχέγγυα για ένα ιδιαίτερο άνθρωπο και συγγραφέα: νομίζω ένας τέτοιος "δοκιμασμένος άνθρωπος" και στην προσωπική του ζωή καί σαν συγγραφέας, είναι ο ίδιος ο Διονύσης Χαριτόπουλος, ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, ένας πραγματικός μάγκας.

Προσπάθησα στο παρακάτω κείμενο να ομαδοποιήσω τις γνώσεις που αποκομίζει κανείς από το βιβλίο. Δεν ξέρω αν το πέτυχα ικανοποιητικά. Τα περισσότερα που παραθέτω αποτελούν σχεδόν αυτούσια ύλη παρμένη από το βιβλίο. Δεν γίνονταν διαφορετικά.

Ιστορία του ανθρώπου (και του εγκεφάλου του)

Χρειάσθηκαν 4-5 εκ. χρόνια για να κατεβούν από τα δένδρα και να ορθοποδήσουν και άλλα 2 εκ. χρ. Για να φτάσουν στο σημερινό άνθρωπο. Όλα τα θηλαστικά μαζί και ο άνθρωπος έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ιδίως έχουν τα ίδια ένστικτα. Όσον αφορά στο μίσος και την επιθετικότητα ξεπερνούν και τα ποιο άγρια θηρία. Τα μεγαλύτερα βάσανά τους είναι α) αυτό της αυτοσυντήρησης (τροφής) και μετά β) η σεξουαλική πείνα. 

Το μόνο που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα λοιπά θηλαστικά, είναι ο εγκέφαλος: ο homo erectus έχει εγκέφαλο 3 φορές μεγαλύτερο από τα λοιπά θηλαστικά. Επιπλέον διαθέτει μνήμη, προσοχή, ικανότητα μάθησης και δυνατότητα αυτό-διόρθωσης. Το «μαύρο κουτί» του εγκεφάλου, παραμένει ερμητικά κλειστό στην ολότητά του για την επιστήμη, παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις όποιες προόδους που έχουν γίνει έως τώρα. «Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο θα αποτελεί πάντα ένα αίνιγμα».

Τα τελευταία 15 χιλ. χρόνια, που υπάρχει σταθερότητα του κλίματος στη γη, κατάφερε ο άνθρωπος να εξελιχθεί, εφευρίσκοντας πρωτόγονα εργαλεία, τη φωτιά κ.λπ.. Έτσι βελτιώνοντας τη διατροφή του, διπλασίασε τον εγκέφαλό του (homo sapiens). Πριν από μόλις 30 χιλ. χρόνια, έγινε λοιπόν αυτό το νοητικό big bang, δημιουργήθηκε ο μετωπικός λοβός, ο νεοφλοιός, που είναι έδρα της σκέψης και του αναστοχασμού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να περάσει ο άνθρωπος από την παθητική στην ενεργητική παρέμβαση του περιβάλλοντος. Δηλαδή όσα δεν έγιναν στα προηγούμενα 2 εκ. χρόνια, έγιναν μέσα στα τελευταία 30 χιλ. χρόνια. 

Κάθε άνθρωπος, όπως και κάθε θηλαστικό ή έμβιο ον, είναι διαφορετικό, μοναδικό και ανεπανάληπτο. Με τον αμείλικτο νόμο της Φυσικής Επιλογής το 99,99% όλων ειδών εξαφανίστηκαν. Αυτοί που επιβίωσαν, το οφείλουν όχι μόνο στη φυσική σωματική δύναμή τους, αλλά κυρίως στο μυαλό τους στην ευφυΐα τους. 

Χαρακτηριστικά του εγκεφάλου (των θηλαστικών)


Η πολυτιμότερη ίσως ικανότητα του εγκεφάλου των θηλαστικών, είναι αυτή του να συγκεντρώνεται με ένταση σε κάτι, είναι η ΠΡΟΣΟΧΗ!. Είναι αυτό που κάνει η γάτα όταν φερμάρει το ποντίκι, το λιοντάρι όταν προσπαθεί να συλλάβει τη λεία του κ.λπ. Το ίδιο βεβαίως ισχύει βέβαια πολύ περισσότερο ίσως για τον άνθρωπο, όταν συντονισμένα συγκεντρώνεται στη επίλυση ενός προβλήματος κ.ο.κ. Την ικανότητα αυτή τη συναντάμε κυρίως (ή περισσότερο) στους έξυπνους και λιγότερο (ή καθόλου) στους βλάκες. Η προσοχή αποτελεί τη βάση όλων των υπόλοιπων νοητικών διεργασιών και συνεπικουρείται από όλες τις αισθήσεις (όραση, ακοή, γεύση κ.λπ.).

Τον βλάκα χαρακτηρίζει πάντα μια μόνιμη έκπληξη, ένας πανικός, κι αυτό επιφέρει έντονες ΦΟΒΙΕΣ, αδυναμία οποιασδήποτε πρόβλεψης, δεν έχει τη στοιχειώδη δυνατότητα να μαθαίνει από τα λάθη του, κι αν του συμβεί κάτι στραβό νοιώθει μόνιμα γι’ αυτό άτυχος ή αδικημένος. Επίσης συγκινείται, θυμώνει, χαίρεται με τα πρωτογενή πράγματα, γι’ αυτό και η επαφή του με την τέχνη & τον πολιτισμό είναι επιδερμικές, το ίδιο και με τις ιδέες & τις αφηρημένες έννοιες. Παρόλα ταύτα, υπάρχει η άποψη, πως χάρη στους βλάκες έγινε δυνατή η ανάπτυξη, για δε την Αριστερά ισχύει η άποψη, ότι η συστηματική αποβλάκωση των λαών επιτρέπει την διαιώνιση του συστήματος.

Όμως παρά τη νοητική του εξέλιξη, ο άνθρωπος παραμένει υποταγμένος στη ζωώδη φύση του, απλά «ενώ οι πρωτόγονοι αλληλοεξοντώνονται, οι πολιτισμένοι αλληλοεξαπαντώνται».
Κάθε άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή αναμέτρηση με τους άλλους γύρω του και προετοιμάζεται για επίθεση ή άμυνα!!! Ο άνθρωπος λοιπόν «είναι ένας λύκος με λουρί πολιτισμού, που το σπάει με κάθε ευκαιρία». Γενικά το δίποδο ζει για πάρτι του: η μόνη του θεότητα είναι εαυτός του. ‘Ότι κάνει, στοχεύει στην προσωπική του ευχαρίστηση που σημαίνει:
«είμαστε το ‘ΘΕΛΩ’ & το ‘ΕΓΩ’ μας και το εργαλείο για να το επιτύχουμε είναι το μυαλό μου».
Αυτό το μυαλό μας, είναι συνάμα και το φρένο στη (ζωώδη) φύση μας και στην αμετροέπειά μας.
Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να τονίσουμε, πως μόνο με την ευφυΐα δεν μπορούμε να ζήσουμε σωστά. Χρειάζεται μια ισορροπία μεταξύ ενστίκτων, συναισθημάτων και νόησης, για να ζήσουμε σωστά και αρμονικά: «Μια απολύτως λογική κοινωνία θα ήταν μια φρικτή κοινωνία δίχως έλεος». 
Η ευφυΐα αναγνωρίζεται, αλλά δεν ορίζεται. Η βλακεία επίσης δεν ορίζεται και συνήθως δύσκολα αναγνωρίζεται. Ο ασπούδαχτος δεν είναι αμόρφωτος. Ούτε το χαρτί αποτελεί πιστοποιητικό ευφυΐας: αν κάποιος μπορεί να βγάλει δίπλωμα οδήγησης μπορεί να πάρει και δίπλωμα σπουδών.

Το να σπουδάσει κανείς δεν είναι θέμα νοητικό αλλά περισσότερο κοινωνικό, οικονομικό και ταξικό. Οι επιτυχημένοι είναι πολυπληθέστεροι των ευφυών: η δεξιοτεχνία ή το χάρισμα δεν έχουν άμεση σχέση με τη νόηση.
Υπάρχουν 2 βασικές κατηγορίες ανθρώπων: οι έξυπνοι και οι βλάκες. 


Οι έξυπνοι


«Όσοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή δεν το λένε». Ο άξιος δεν έχει συνήθως πλήρη επίγνωση της αξίας του (γιατί είναι σίγουρος για τον εαυτό του).

Οι διαβαθμίσεις των έξυπνων είναι ο συνήθως έξυπνος, ο ευφυής, ο ιδιοφυής κι ο μεγαλοφυής.
Υπάρχουν απλά έξυπνοι και οι (λίγοι) καλλιεργημένοι έξυπνοι. Καλλιέργεια (κουλτούρα) δεν είναι η συσσώρευση γνώσης, αλλά το απόσταγμά της, «αυτό που μένει όταν ξεχάσεις αυτό που έμαθες».

Ευτυχώς υπάρχει ο κοινός νους και είναι οι ράγες πάνω στις οποίες ρολάρει η κοινωνία, που για τα πρακτικά πράγματα δεν ρέπει σε απανωτές βλακείες και χοντράδες και είναι αυτός με τον οποίο (μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες) μπορείς επιτέλους να συνεννοηθείς. 

Οι βλάκες


«Όσοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή δεν το ξέρουν!!!».
Η βλακεία είναι ανίατη!. Η βλακεία δεν είναι αθώα!.
Ο αδύναμος βλάκας γίνεται μνησίκακος, ρουφιάνος και κακός, διότι μισεί καθετί που υπερέχει, καθετί που είναι ανώτερο απ’ αυτόν.

Οι διαβαθμίσεις των βλάκων είναι ο πανταχού παρόντας βλάκας, ο ηλίθιος, το ζώο, κι ο καθυστερημένος.

Ο αριθμός των βλακών ανάμεσά μας, είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο νομίζουμε: όσοι είναι χάχες μεταξύ των παρκαδόρων είναι και μεταξύ των πανεπιστημιακών. Πρέπει να αμφιβάλλουμε περισσότερο με τη γελοία κάστα των διανοουμένων, που ενώ θεωρούν ότι ζουν σ’ ένα πνευματικά ανώτερο σύμπαν, μας εκπλήσσουν κάθε τόσο με τις αρλούμπες που εκτοξεύουν (Δοξιάδης, Δημουλά, Τατσόπουλος, Χειμωνάς).

Όσο περισσότερο απασχολεί την κοινωνία ένα φαινόμενο, τόσο περισσότερες λέξεις εφευρίσκει γι’ αυτό: όπως οι Εσκιμώοι έχουν τις περισσότερες λέξεις για το λευκό, έτσι η κοινωνία έχει τις περισσότερες λέξεις για να χαρακτηρίσει τον βλάκα, με κορωνίδα τη λέξη «μαλάκας».

Κάποιοι προσέρχονται στην βλακεία εθελοντικά όπως ο καχύποπτος χωρικός ή ο κρυψίνους πολιτικός ή καπάτσα σύζυγος, πού κάνει εθελοντικά τη χαζή μπροστά στον άνδρα της για επιτύχει αυτό που θέλει. Ο σημερινός μας πολιτισμός ευνοεί τον βλάκα. Υπάρχουν και οι επιτυχημένοι βλάκες, από κληρονομικό δίκαιο (παιδιά επιτυχημένων πολιτικών, βλέπε Γιωργάκης Π.) ή λόγο συγκυριών (βλέπε Μπους).

Η ΡΟΥΤΙΝΑ & η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ είναι χαρακτηριστικά που λατρεύει ο ηλίθιος: «μόνο ένας στενόμυαλος βλάκας γίνεται πολύ καλός ειδικός». Ας θυμηθούμε τις παταγώδεις διαψεύσεις καταξιωμένων οικονομολόγων, πολιτικών, αναλυτών, μετεωρολόγων, σεισμολόγων κ.λπ. για το κραχ του 29, ή για τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη & στη Ελλάδα…). Δεν είναι τυχαίο που η κοινωνική Ελίτ αντικατέστησε την πραγματική αξιοκρατία με μια αλυσίδα ταξικών, τεχνικών και κληρονομικών κριτηρίων.

Στα ερωτικά ο ελαφρύς άνδρας απογοητεύει το θηλυκό, ενώ μια όμορφη χαζοβιόλα είναι η αντρική φαντασίωση.

Η πονηριά είναι ένδειξη περιορισμένης ευφυΐας. Κανείς δεν είναι πιο πονηρός από τον βλάκα. Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός βλάκας, το υστερικό, τυπικό ανθρωπάκι (λέγε με Σημίτη) που οχυρωμένος πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας το παίζει σπουδαίος…

Το ΑΠΟΛΥΤΟ είναι πάνω απ’ όλα ΑΔΙΚΟ

Το απόλυτο δίκιο αποτελεί απόλυτη αδικία. Γι’ αυτό το χειρότερο είδος είναι ο «βλάκας σε αποστολή», δλδ ο «απόλυτα άμεμπτος», ο καζάνας Δικαστής, αστυνομικός, καθηγητής που εν ονόματι του (απόλυτου) νόμου «δεν χαρίζεται ούτε στην μάνα του». Ακόμα και οι νόμοι της Οικονομίας λειτουργούν καλύτερα με μικρό ποσοστό παραοικονομίας. Το ίδιο ισχύει και στην εφαρμογή των νόμων στη Δικαιοσύνη, στην Κοινωνία, στην Εργασία στην Οικογένεια: η εξαίρεση υπάρχει πάντα και επιβεβαιώνει τον κανόνα (ή το νόμο).

Η πιο χοντρή βλακεία είναι η ΟΜΑΔΙΚΗ

Είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο να επισημάνουμε ότι το άτομο συμπεριφέρεται διαφορετικά όταν καλείται να πάρει αποφάσεις μόνος του και εντελώς διαφορετικά όταν βρίσκεται σε μια ομάδα. Ομάδα εννοεί τα πολιτικά κόμματα, τις θρησκευτικές οργανώσεις και εν γένει τις κλειστές ομάδες.Την ομάδα την ενώνει το κοινό συναίσθημα, οι πεποιθήσεις, ο κοινός στόχος και το κοινό πιστεύω και πολύ λιγότερο η πρωτοβουλία, η πρωτοτυπία και η σκέψη. Επιπλέον στην ομάδα επιβάλλεται ομογενοποίηση των συμμετεχόντων σ’ αυτήν, η ατομικότητα ηθελημένα παραμερίζεται. Έτσι ο αχθοφόρος έχει την ίδια αξία με τον επιστήμονα. Έτσι, ο χαρισματικός ομιλητής μπορεί προβάλλοντας τα δικά του συναισθήματα να τα μεταδώσει στο πλήθος χωρίς μεγάλο κόπο (βλέπε πολιτικές συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου κ.λπ.). Το ομαδικό πνεύμα που καλλιεργεί το σημερινό κατεστημένο δεν οδηγεί στην πρωτοτυπία και στην έμπνευση: «όσοι δεν σκέπτονται, συσκέπτονται». Ευτυχώς που υπάρχουν πάντα κάποιες εξαιρέσεις ανθρώπων στην ομάδα, που σπάνε τις φόρμες και πρωτοτυπούν με τις πράξεις και τα λεγόμενά τους.
Το πλήθος δεν σκέφτεται, απλώς αισθάνεται, πιστεύει και άγεται!!!. Το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η Κοινωνία, ενώ το καταφύγιο του βλάκα είναι η Ομάδα. 
Εξαιτίας των παραπάνω χαρακτηριστικών της ομάδας, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί σε ομαδικές μαρτυρίες (σε δικαστήρια κ.λπ.).

Είναι πολύ εύκολο εδώ να γίνουν παρανοήσεις. Δεν αναφέρεται εδώ ότι είναι ενάντια σε κάθε μορφή ομάδας. Απλά προσπαθεί να το εξειδικεύσει, επισημαίνοντας τους κινδύνους που μπορεί να υπάρξουν όταν σε μιά κλειστή και ανελεύθερη ομάδα παρεισφρύσουν κάποια κακόβουλα άτομα χαμηλής πνευματικής στάθμης που έτσι θα διαταράξουν την ποιότητα και τις ισορροπίες προς τα κάτω,


Διάφορα


Δεν υπάρχει ανεξάρτητη κοινή γνώμη. Τα κόμματα και ΜΜΕ έχουν αναλάβει εργολαβικά να διαμορφώνουν κατά το δοκούν την κοινή γνώμη. Το κερασάκι στην τούρτα δε το βάζει η φενάκη της ψήφου.

Το πρόσωπο είναι ο καθρέφτης μας και μας αντιπροσωπεύει: δίνει την πρώτη εντύπωση κι έτσι με την πρώτη ματιά ξέρουμε αν κάποιος μας είναι συμπαθής, πονηρός, ή μάπας.


Ο «μετανοημένος αμαρτωλός» δλδ ο δοκιμασμένος άνθρωπος είναι πάντα ο καλύτερος, διότι διαθέτει πείρα ζωής «έχουν δει πολλά τα μάτια του».

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου