Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

H Eurobank και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο

Κατά  την  διάρκεια  των  ετών  κυρίως 2007 – 2009 ,  οι τράπεζες  (όχι στο σύνολο τους)  μεταξύ  των  οποίων και η Eurobank προώθησαν τα «δάνεια σε Ελβετικό φράγκο»  σε  μία  περίοδο υψηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας Ευρώ/Ελβετικού Φράγκου. 
Για  την  προώθηση  τους  έλαβαν  χώρα  εκτεταμένες  διαφημιστικές  καμπάνιες  τόσο  με  διαφημιστικά  φυλλάδια στα  καταστήματα  των  εν  λόγω  τραπεζών,  όπου  αναγράφονταν  τα  πλεονεκτήματα  των  εν  λόγω  δανείων,  όσο  και  με  πλήθος διαφημιστικών  σποτ . Η  διαφημιστική  τους  προώθηση στηρίχθηκε  αποκλειστικά στην χαμηλή δόση  και  στο  χαμηλό  επιτόκιο λόγω  libor.
Κατά την ενημέρωση  των  υποψηφίων δανειοληπτών (κυρίως  στεγαστικών  και καταναλωτικών δανείων), τα  στοιχεία  που  προάγονταν  από  τους  τραπεζικούς υπαλλήλους, εκτός  την  χαμηλή  δόση  και  το  χαμηλό  επιτόκιο  ήταν  η σταθερότητα του CHF , το διεθνές νομισματικό κύρος του ΕΥΡΩ,  η  διαβεβαίωση  ότι  η  ισοτιμία Ευρώ–Ελβετικού Φράγκου ( 1.64), θα εξακολουθούσε  να κυμαίνεται σε σταθερά υψηλά επίπεδα, όπως έδειχνε η μικρή διακύμανση της ισοτιμίας  περί  του  5%, μεταξύ ευρώ και ελβετικού  φράγκου, την τελευταία τότε 5ετία . ...
Σημειωτέον  ότι  , τα  εν  λόγω  δάνεια  (κυρίως στεγαστικά ή καταναλωτικά) σε  συνάλλαγμα  CHF,  ουδεμία  απολύτως  σχέση  είχαν  με  τα  κοινά  (στεγαστικά  ή καταναλωτικά) δάνεια  σε  ευρώ , όπως  αυτά  προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία,  διότι   ήταν συνδεδεμένα με την ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου. Η απευθείας σύνδεση της οφειλής με την αγορά συναλλάγματος και η   επίρριψη του συναλλαγματικού κίνδυνου στους δανειολήπτες μετέβαλαν την πρωτογενή συμβατική υποχρέωση των  δανειοληπτών, σε μία  παροχή ουσιωδώς διάφορη από την πρωτογενή υποχρέωση για επιστροφή του δανείσματος εντόκως  που βαραίνει τον οφειλέτη ενός απλού έντοκου δανείου κατά την 806ΑΚ. Είναι σαφές ότι οι δανειολήπτες  στην  πραγματικότητα ανέλαβαν και  μία επιπρόσθετη  υποχρέωση,  την υποχρέωση  για αγορά συναλλάγματος, προκειμένου να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις με σημαντικό κίνδυνο για τους ίδιους, τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας , που μεταβάλλει το κύριο σταθερό στοιχείο της συμβάσεως ήτοι το ίδιο το κεφάλαιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν πρόκειται για αμιγή σύμβαση δανείου, αλλά για μικτή σύμβαση, όπου συνδυάζεται το δάνειο με επένδυση και ως  εκ  τούτου  τα εν λόγω δάνεια προσομοίαζαν  στην  πραγματικότητα με  προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου,  διότι  ακριβώς  ήταν  συνδεδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος, αγορά, όπου καθορίζονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες,  ήτοι  οι  μηχανισμοί μέσω των οποίων τα διάφορα νομίσματα συσχετίζονται μεταξύ τους στην παγκόσμια αγορά, παρέχοντας την τιμή του ενός ως προς το άλλο .
Στην  περίπτωση  των  δανείων  αυτών  βάση της  κοινοτικής  και  εθνικής  νομοθεσίας  οι  τράπεζες  δια  των  εξειδικευμένων  υπαλλήλων  τους  ,  είχαν  σαφώς  αυξημένη  υποχρέωση  να  παρέχουν  επαρκή , ειδική  και  εξειδικευμένη  ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ , η  οποία κατ’ ελάχιστον   περιλαμβάνει, αφενός τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια ΣΟΒΑΡΗ υποτίμηση του ευρώ  ή αντίστοιχα ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του Ελβετικού φράγκου και αφετέρου  τις μεθόδους ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗΣ του συναλλαγματικού αυτού κινδύνου, για να επιτευχθεί ο  μεγαλύτερος δυνατός  μετριασμός των κινδύνων, προκειμένου οι εκάστοτε δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις σ΄ ένα τόσο  σοβαρό  ζήτημα,  όπως  ο  δανεισμός  τους .
Λόγω  της  ελλιπούς  ενημέρωσης  εκ  μέρους  των  τραπεζών  καθώς  και  των  αδιαφανών  όρων  που περιλαμβάνονταν  στις  συμβάσεις  στην  πλειονότητα  τους  οι  δανειολήπτες,  είτε το πρώτον σύναπταν δανειακές  συμβάσεις σε  ελβετικό  φράγκο  κυρίως  για  την  απόκτηση  κατοικίας,  είτε  αντικαταστούσαν συμβάσεις  κυρίως  στεγαστικής  πίστης  σε  ευρώ  με  αυτές  του  ελβετικού  φράγκου.  Οι  ίδιοι  ουδόλως είχαν  επίγνωση κατά τη λήψη του εν λόγω δανείου, τον  μεγάλο κίνδυνο που αναλάμβαναν έναντι μιας σοβαρής μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου και τον τρόπο που ένα  τέτοιο  γεγονός, θα μπορούσε να επιδράσει στην αποπληρωμή των δανείων τους και  ως  εκ  τούτου  ουδόλως  ζητήθηκαν  εκ  μέρους τους ή προτάθηκαν από τα τραπεζικά ιδρύματα, τρόποι αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου,  ήτοι  τρόποι ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ τους έναντι της μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος , προκειμένου  να  αιτηθούν  και  να  συνάψουν  ένα  πρόγραμμα   ασφάλειας συναλλαγματικού ρίσκου, ώστε να ελαττώσουν ή να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο που προκύπτει από μια θέση εκπεφρασμένη σε ξένο νόμισμα.
Αντιθέτως, η  πλειονότητα  των  τραπεζών, (συμπεριλαμβανομένης  και  της  εναγόμενης)  στις  οποίες  χορηγήθηκε  το εν  λόγω  συνάλλαγμα, είχαν  αντισταθμίσει οι ίδιες τον  συναλλαγμακτικό κίνδυνο, τον οποίο διεθνώς και εγχωρίως οι ίδιες είχαν αναλάβει  και  είχαν  προχωρήσει  ουσιαστικά  σε  ασφάλεια συναλλαγματικού ρίσκου, εξασφαλίζοντας  κατ  αυτό  τον  τρόπο την ισοτιμία στο ύψος εκταμίευσης, κι επομένως την αποπληρωμή τους στο ύψος του συναλλάγματος της αρχικής χορήγησης, διότι ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΡΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της πορείας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και του συναλλαγματικού κινδύνου από την εξέλιξη αυτή.
Ακόμη  όμως ,  και  στην  απίθανη  περίπτωση  που δεν  είχαν οι ίδιες προχωρήσει  σε  ασφάλεια  του  συναλλακτικού  τους  ρίσκου,  μετέθεσαν  αυτόν  με  αδιαφανείς  σχετικές  συμβατικές  ρήτρες  των  δανειακών  συμβάσεων  στους δανειολήπτες .
Η  γνώση  εκ  μέρους  των  τραπεζών  είναι αδιαμφισβήτητη,  διότι  είχαν  εμφυλοχωρήσει  υποδείξεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)  περί  ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ ΚΑΤΑ 30%  ,  υποδείξεις  οι  οποίες  και  αναφέρεται  σαφώς  στην οικονομική έκθεση χρήσης του έτους 2007 της ΕΤΕ βάση  της  οποίας μεταξύ  άλλων  αναφέρεται  ότι:
α) η ΕΤΕ για τον έλεγχο και τη διαχείριση των αναλαμβανομένων κινδύνων είχε ήδη από το 2007 καθορίσει πλαίσιο ορίων ΜΔΖ ( Μέγιστη Δυνατή Ζημία ), το οποίο κάλυπτε τόσο τον συναλλαγματικό κίνδυνο, όσο και το συνολικό κίνδυνο αγοράς.
β) η έγκαιρη εφαρμογή του συστήματος αντιμετώπισης του ως άνω κινδύνου που αποδεικνύεται από τον αριθμό υπερβάσεων της υπολογιζόμενης ΜΔΖ  σε τρεις ( 3 ) μόνον ημέρες , δηλαδή σε ποσοστό μόλις 1,25%.
γ) ότι μεταξύ των σημαντικότερων κινδύνων (επιτοκιακός, μετοχικός, συναλλαγματικός) που ανέλαβε η ΕΤΕ το 2007, τη μεγαλύτερη συνεισφορά  στη διαμόρφωση της ΜΔΖ την είχε ο επιτοκιακός και ο μετοχικός  κίνδυνος, γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα ότι τρίτος κίνδυνος ( δηλαδή ο συναλλαγματικός κίνδυνος) στον οποίο η ΕΤΕ είχε εκτεθεί, ήταν αποτελεσματικά αντισταθμισμένος.
δ) ότι στην εκτίμηση της ζημίας, αναφορικά με τους τρεις ως άνω κινδύνους,  που ενδέχεται να υποστεί η τράπεζα σε ακραίες καταστάσεις, έλαβε υπόψη της τις υποδείξεις του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ που τότε υποδείχθηκε από αυτό η  ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ ΚΑΤΑ 30%.
Επιπλέον το έτος 2008 ο διεθνής  οίκος  πιστοληπτικής  αξιολόγησης   FITCH RATINGS  με  την  από  2-4-2008  έκθεση του  επεσήμανε  το  σχετικό  κίνδυνο  για  τα  δάνεια  σε  ελβετικό  φράγκο  ειδικά  για  την Ελλάδα (GREEK RMBS PERFOMANCE BULLETIN 2008). 
Στην πορεία  άρχισε  να  μεταβάλλεται  σοβαρότατα  η  ισοτιμία του  ελβετικού  φράγκου  εις βάρος του ευρώ.  Η Ευρώπη βυθίζονταν στην «ελληνική κρίση», που στην πραγματικότητα ήταν ευρωπαϊκή κρίση, το Ευρώ βυθίζονταν έναντι των άλλων νομισμάτων και ιδιαίτερα του ελβετικού φράγκου και οι δόσεις των δανειοληπτών σε συνάλλαγμα και ελβετικό φράγκο αυξάνονταν υπέρογκα  (αύξηση  κατά μέσο  όρο  σήμερα 65% περίπου). Το  γεγονός  αυτό  προκάλεσε  την  παρέμβαση  της  Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2011, η  οποία  προκειμένου  να  αναχαιτίσει  την  δραματική  ανατίμηση  του  ελβετικού  φράγκου  έθεσε   ανώτατη τιμή στην ισοτιμία του νομίσματός τους στο 1,20  έναντι του ευρώ. Ήδη δε, την 15 Ιανουαρίου 2015 άρθηκε ο ως άνω περιορισμός της ισοτιμίας με αποτέλεσμα την πρώτη κιόλας ημέρα η ισοτιμία ελβετικού φράγκου να κατακρημνησθεί στο 0,805 έναντι του ευρώ και έκτοτε η διακύμανση της είναι ελεύθερη .  
Απόρροια  όλων  των  ανωτέρω,  ήταν  και  εξακολουθεί  να  είναι,  οι  δανειολήπτες  να  επιβαρυνθούν  σημαντικά , διότι ενώ κατά τον χρόνο υπογραφής των σχετικών συμβάσεων  2006 (όταν  ξεκίνησε να διατίθεται στους καταναλωτές αυτό το προϊόν)  και εκταμίευσης των σχετικών δανείων η ισοτιμία Ευρώ/CHF ανέρχονταν σε ποσοστό περίπου 1,60 κατα μέσο όρο (υπάρχουν δανεια και με 1,69)  (ή ελαφρώς μικρότερο ανάλογα το έτος που συνάφθηκε η σύμβαση), στη συνέχεια και με την αλλαγή της ισοτιμίας Ευρώ προς ελβετικό φράγκο ( περί του 65% ), οι ανωτέρω δανειολήπτες κλήθηκαν  και  καλούνται να πληρώσουν πλέον και μία πολύ αυξημένη μηνιαία δόση αλλά και να αποπληρώσουν συνολικό ποσό δανείων κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πράγματι δανείστηκαν και εκταμιεύτηκε, δεδομένου ότι η σημερινή συνολική απαίτηση των τραπεζικών ιδρυμάτων κατ’ αυτών σε CHF με χρέωση του αντίστοιχου λογαριασμού με το ισότιμό τους σε Ευρώ, θα πρέπει να υπολογισθεί με την τιμή πώλησης των ελβετικών φράγκων που ισχύει κατά την ημερομηνία καταβολής της σχετικής οφειλής, σύμφωνα με το ημερήσιο δελτίο συναλλάγματος της τράπεζας, η σχετική ισοτιμία του οποίου ανέρχονταν την 19/1/2015  περίπου στο 0,97 ή και μικρότερη.
Αν θα θέλαμε να δώσουμε ένα αριθμητικό παράδειγμα, δανειολήπτης που η δόση του ανερχόταν στα 1000 ελβετικά φραγκα κατεβαλε ως δόση 606 ευρώ σήμερα καταβάλει περίπου 1.000 ευρώ , ενώ δανειολήπτης που δανείστηκε 125.000 ευρώ το 2008 και έχει καταβάλει 40.000 ευρώ μέχρι σήμερα, οφείλει άληκτο κεφάλαιο 170.000 ευρώ, δηλαδή επιβάρυνση κεφαλαίου κατά 55.000 ευρώ  και συνολική 55.000 επιβαρθνση κεφαλαίου +40.000 που έχει καταβαλλει  = 95.000 ευρώ !!!!!!! σε ένα δάνειο 125.000 ευρώ . (το παραδειγμα είναι παραγματικό και όχι υποθετικό)   
Είναι  καταφανές, ότι, λόγω του  ότι  τα τραπεζικά ιδρύματα απέφυγαν  ενσυνείδητα ή από βαριά αμέλειά τους να ενημερώσουν τους καταναλωτές - δανειολήπτες για τις ανωτέρω μεθόδους διαχείρισης που θα μπορούσαν να τους θωρακίσουν πλήρως από τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ενώ ταυτόχρονα και προφανώς είχαν τα ίδια εκ των προτέρων αντισταθμίσει το δικό τους συναλλαγματικό κίνδυνο κατά την εκταμίευση του ποσού του δανείου από την διατραπεζική αγορά με πιστωτικά παράγωγα ή αντίστοιχες ασφάλειες  (όπως για παράδειγμα με τη μέθοδο προστασίας τύπου HEDGE, συμφωνίες ανταλλαγής συναλλάγματος ( Cross - currency Swaps ), δικαιώματα πάνω σε συνάλλαγμα ( FXCalls, Puts ), CurrencyCollars, προθεσμιακά συμβόλαια ( FORWARDS ), είτε με συνδυασμό αυτών και  της αθρόας χορήγησης δανείων σε CHF, διασπάρθηκε ο συναλλαγματικός κίνδυνος περαιτέρω αδικαιολόγητα και υπέρμετρα   μόνο στους δανειoλήπτες με άμεσο αποτέλεσμα τα τραπεζικά ιδρύματα  να καρπώνονται  προφανέστατα τη διαφορά μεταξύ της ισοτιμίας που οι δανειολήπτες υποχρεώνονται να αποπληρώνουν το επίδικο δάνειο και της ισοτιμίας που η τράπεζα «κλείδωσε» με πιστωτικά παράγωγα ή ασφάλιση κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου.
Πέραν τούτων, είναι άξιο επισημάνσεως και το γεγονός, ότι, οι δανειολήπτες κατά  την  καταβολή  των  μηνιαίων  δόσεων  τους κάθε μήνα επιβαρύνονται επιπρόσθετα και με το κόστος μετατροπής, διότι καταβάλλουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό σε ευρώ  και η τράπεζα μετατρέπει το ποσό αυτό σε αντίστοιχα ελβετικά φράγκα (συνάλλαγμα).
Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί και ένα έτερο στοιχείο . Το τραπεζικό προϊόν «δάνεια σε ελβετικό φράγκο» είναι εμπορεύσιμο, αφού η  τράπεζα διατηρεί την ευχέρεια εκχώρησης της όλης σύμβασης σε τρίτους χωρίς την συναίνεση του δανειολήπτη, και συνεπώς εκείνη μπορεί να το χρησιμοποιήσει για περαιτέρω μόχλευση. Ανάλογα με την πορεία του ξένου συναλλάγματος η Τράπεζα εμπορεύεται το όλο πακέτο – σύμβαση με τρίτους, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, άλλες Τράπεζες κ.λ.π.. Αντίστροφα μια τέτοια σύμβαση, συνιστά ουσιαστικά μια επένδυση εκ μέρους της Τράπεζας σε χρηματοπιστωτικό προϊόν, με απολύτως άνισους όρους. Η Τράπεζα επενδύει συγκεκριμένο ποσό σε ευρώ, (ΔΙΟΤΙ  ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΕΥΡΩ  ΕΛΑΒΕ  ΚΑΙ  ΟΧΙ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ) που διαθέτει, σε δανειολήπτη, του οποίου έχει ελέγξει την φερεγγυότητα, τις ασφάλειες κ.λ.π. και αναμένει να λάβει ξένο συνάλλαγμα, που εκείνη έχει επιλέξει ως κατάλληλο στόχο επένδυσης.  Σε περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της ισοτιμίας σε βάρος του δανειολήπτη, η Τράπεζα αποκτά κέρδος, που ισούται με την διαφορά σε ευρώ, μεταξύ του κεφαλαίου της δανειακής σύμβασης (που είχε δανείσει σε ευρώ) υπολογισμένου με την ισοτιμία του χρόνου δανεισμού σε ξένο συνάλλαγμα, έναντι του κεφαλαίου αποπληρωμής, που υπολογίζεται σε ξένο συνάλλαγμα με την ισοτιμία κατά τον χρόνο αποπληρωμής. Στην περίπτωση αυτή, ο δανειολήπτης υφίσταται ζημία. Άρα, τα συμφέροντα της Τράπεζας, όταν δημιουργεί ένα τέτοιο προϊόν είναι τελείως διαφορετικά συμφέροντα από εκείνα του δανειολήπτη, δηλαδή η Τράπεζα κερδίζει, όταν χάνει ο δανειολήπτης!!! .
Η Τράπεζα, όταν διαθέτει ένα τέτοιο προϊόν στην αγορά, έχοντας την τεχνογνωσία, και το σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών που μπορούν να καθορίσουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και την διακύμανση των επιτοκίων LIBOR και EURIBOR, βρίσκεται σε απολύτως πλεονεκτική θέση έναντι του δανειολήπτη – πελάτη, ο οποίος διαθέτει στην καλύτερη περίπτωση, δημοσιογραφικού χαρακτήρα πληροφορίες, οι οποίες μάλιστα επισκιάζονται από την έντονη διαφήμιση και προβολή των προϊόντων αυτών, άλλα και από την έντονη δυναμική και οργανωμένη εκστρατεία πώλησης τους από εξειδικευμένους «επενδυτικούς» ή «στεγαστικούς» συμβούλους, που έχουν πλήρως εκπαιδευθεί, ως προς το τι ακριβώς θα υποστηρίξουν, τι θα τονίσουν, τι θα αποκρύψουν στον πελάτη-δανειολήπτη (επιθετικό marketing).
Τα τραπεζικά-χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως π.χ. η Eurobank, γνωρίζοντας, όλους τους κρίσιμους παράγοντες για την διαμόρφωση των ισοτιμιών έχοντας στην διάθεση τους ειδικές αναλύσεις και εργαλεία και επιστημονικής ανάλυσης και διαχείρισης ρίσκου (risk management) επιλέγουν μεταξύ άλλων, τις νομισματικές ισοτιμίες, στις οποίες μπορούν να επενδύσουν, ώστε να έχουν αντίστοιχα κέρδη.
Για να μην επενδύσουν όμως, οι ίδιες τα χρήματα αυτά, επιλέγουν τους πελάτες τους – δανειολήπτες, ως επενδυτές, στους οποίους μεταφέρουν το μεγαλύτερο ρίσκο της τυχόν κακής και εσφαλμένης πρόβλεψης για την πορεία των νομισματικών ισοτιμιών. Μάλιστα, οι Τράπεζες στην περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της νομισματικής ισοτιμίας σε βάρος του εγχώριου νομίσματος , ευρώ, λαμβάνουν αυξημένα μέτρα κάλυψης του χρηματοοικονομικού κινδύνου, τέτοιες σημαντικές προστασίες, που αντίστοιχα δεν παρέχονται στον καταναλωτή – δανειολήπτη, ως ειδικότερα αναφέρθηκε ανωτέρω .
Είναι  εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι, λόγω ακριβώς της έκτασης που έλαβε η υπερχρέωση των συναλλασσομένων πολιτών – καταναλωτών όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αντιλαμβανόμενη τους εμπεριεχόμενους στην ανωτέρω πρακτική των τραπεζικών ιδρυμάτων κινδύνους για τους δανειολήπτες αυτών και λαμβάνοντας υπόψη της με ρητή μάλιστα αναφορά στο ότι «…σε ορισμένα κράτη μέλη η υπερβολική χορήγηση καταναλωτικών δανείων συνέβαλε στην οικονομική κρίση…» και ότι «…ο υπερβολικός δανεισμός σε ξένο νόμισμα στους καταναλωτές αύξησε τον κίνδυνο και τις ζημίες των νοικοκυριών ..» , με την από 08.06.2012 Γνωμοδότησή της που αφορά την εφαρμογή της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης ( συντάκτης TheodorDumitruStolojan ) ( 2012/2037(ΙΝΙ) ), καλεί την αρμόδια προς τούτο Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, να συμπεριλάβει σε σχετική πρόταση ψηφίσματος τα ειδικότερα αναφερόμενα στην από 21.09.2011 Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου σχετικά με το δανεισμό σε ξένο νόμισμα (ΕΣΣΚ/2011/1) και δημοσιεύθηκε στη Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ ( 2011/C 342-01) και ειδικότερα να ζητήσει α) από τις εποπτικές αρχές του εκάστοτε κράτους - μέλους να υποχρεώνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους καταναλωτές εξατομικευμένες, πλήρεις και εύκολα κατανοητές πληροφορίες για τους κινδύνους που ενέχει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα και για τις επιπτώσεις στις δόσεις σε περίπτωση σημαντικής υποτίμησης του νόμιμου νομίσματος, β) να υποχρεωθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αφού λάβουν υπόψη την οικονομική κατάσταση των καταναλωτών, να τους προειδοποιούν οσάκις μία σύμβαση πίστωσης ενδέχεται να ενέχει γι’ αυτούς συγκεκριμένους κινδύνους και, τέλος, γ) αφενός να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να απαιτήσουν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιτρέπουν στους καταναλωτές να μετατρέπουν το δάνειο σε εναλλακτικό νόμισμα, σύμφωνα με διαφανή μέθοδο που θα κοινοποιείται στον καταναλωτή κατά την προσυμβατική ενημέρωση και, αφετέρου, να παρέχουν στον καταναλωτή, όπου κρίνεται σκόπιμο, «…μηχανισμό κάλυψης ξένου συναλλάγματος σε λογικό κόστος, προκειμένου να περιορίζουν τον κίνδυνο δυσμενών διακυμάνσεων των νομισμάτων στις εξοφλήσεις…».
Εξάλλου στην πρόσφατη οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του  Συμβουλίου  της 4ης Φεβρουαρίου 2014  (η  οποία  θα  έχει  ισχύ  για  τις  συμβάσεις  που  θα  συνάπτονται  από  21-3-2016 ,  σύμφωνα  με  ρητή  μεταβατική  διάταξη)  έγινε  ρητή και ειδική πρόβλεψη  για  την  δανειοδότηση  σε  συνάλλαγμα.  Στην  εν  λόγω  οδηγία,  αφού  επιβεβαιώνεται  ότι, « ………….. μια σειρά προβλημάτων εντοπίστηκαν στις αγορές ενυπόθηκης πίστης εντός της Ένωσης τα οποία οφείλονται στις ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων και στα περιθώρια ανεύθυνης συμπεριφοράς εκ μέρους συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων. Ορισμένα προβλήματα αφορούσαν πιστώσεις εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, τις οποίες είχαν συνάψει οι καταναλωτές στο υπόψη νόμισμα, προκειμένου να επωφεληθούν από το χρεωστικό επιτόκιο που προσφερόταν, αλλά χωρίς να έχουν επαρκή ενημέρωση σχετικά ή επίγνωση του συναλλαγματικού κινδύνου που διέτρεχαν..........», προκειμένου να προστατευθεί ο  καταναλωτής  , προβλέφθηκαν, ότι  σχετικές  υποχρεώσεις  των  κρατών  μελών  ως  προς  την  εναρμόνιση  της  νομοθεσίας  τους,  όπου  μεταξύ άλλων  προβλέπεται ότι  «.........  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όταν μια σύμβαση πίστωσης αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, τη στιγμή που συνάπτεται η σύμβαση να υπάρχει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο ώστε να διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι:  α. .......... β. υπάρχουν άλλες ρυθμίσεις που περιορίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής βάσει της σύμβασης πίστωσης . Ηδη την 24 – 5- 2016 ολοκληρώθηκε η διαδικασία  διαβούλευσης για την ενσωμάτωση της εν λόγω οδηγίας στο Εθνικό μας Δίκαιο και αναμένεται το νομοθέτημα.
Επιπρόσθετα,  την  30-4-2014  το  Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής  Ένωσης (Λουξεμβούργο, 30 Απριλίου 2014), αποφάνθηκε, τελικά, για την υπόθεση  C-26/13 Árpád Kásler  και  Hanjanlka  Káslerné Rábai κατά ΟΤΡ  Jelzálogbank Zrt, που  αφορούσε  (Ούγγρους) δανειολήπτες, οι οποίοι στα  εθνικά  Δικαστήρια της Ουγγαρίας  είχαν  δικαιωθεί  και  αναγνωρίστηκε  να αποπληρώνουν το στεγαστικό δάνειο που είχαν λάβει σε ελβετικό φράγκο, με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης και όχι την τρέχουσα της καταβολής των δόσεων.
Ειδικότερα, το  Δικαστήριο  ερμηνεύοντας το άρθρο 4 παρ.2 και  το άρθρο 6 παρ. 1 , της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου , της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έκρινε ότι:
1)    Η συμβατική ρήτρα που προέβλεπε, προς το σκοπό αποδόσεως του δανείου, την εφαρμογή συναλλαγματικής ισοτιμίας διαφορετικής από εκείνη που εφαρμόσθηκε κατά το χρόνο χορηγήσεως του δανείου και η οικονομική επιβάρυνση  με τον τρόπο αυτό του οφειλέτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή οφειλόμενη ως αντάλλαγμα υπηρεσίας από το δανειστή. Για το λόγο αυτό η εξέταση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίδικης συμβάσεως επιτρέπεται , λαμβανομένης υπόψη της φύσεως, της όλης οικονομίας και των ρητρών της συμβάσεως, καθώς και του νομικού και πραγματικού πλαισίου της. Κατ αυτό τον τρόπο το ΔΕΕ αποφαίνεται ότι η ρήτρα που καθορίζει απλώς την τιμή μετατροπής του ξένου νομίσματος προς το σκοπό υπολογισμού των δόσεων αποπληρωμής του δανείου μπορεί να ελεγχθεί , ως προς την καταχρηστικότητα του διότι δεν ανήκει  στην κατηγορία των όρων που εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 4 §2 της ως άνω οδηγίας, διότι  δεν προσδιορίζει  την σχέση ποιότητας / τιμής  του προμηθευόμενου αγαθού . 
2)    Η ρήτρα που ορίζει το «κύριο αντικείμενο» της   σύμβασης  δεν ελέγχεται ως προς την καταχρηστικότητά της, μόνο αν είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη,  διευκρινίζοντας  ότι  αυτό  σημαίνει ότι  όχι μόνο ότι οι ρήτρες πρέπει να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον ότι πρέπει να είναι σαφείς και κατανοητοί για τον εν λόγω καταναλωτή οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες. Τονίζεται ότι η απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών που επιβάλλει η οδηγία 93/13 δεν μπορεί να αφορά απλώς και μόνον τον κατανοητό τους χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη. Αντιθέτως, δεδομένου ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το επίπεδο πληροφορήσεως, η απαίτηση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς και ως  εκ  τούτων  καταλήγει  ότι  η σύμβαση πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η σχετική αυτή ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει  βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι αυτόν, δηλαδή να έχει πληροφορηθεί πλήρως για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, τον οποίο αναλάμβανε με τη σύμβαση δανειοδότησης, το ύψος των δόσεων, την  επιβάρυνση  του  από την μετατροπή  του  ποσού  της  δόσης,  κ.λ.π. Επιπρόσθετα  τονίζεται  και  ότι  η  πληροφόρηση, πριν τη σύναψη της συμβάσεως, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της εν λόγω συνάψεως, είναι ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Βάσει ιδίως της πληροφορήσεως αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμεύεται από τους όρους που έχει διατυπώσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας. Τονίζεται ότι λόγω  των ιδιαιτεροτήτων του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η διαφήμιση και η πληροφόρηση που παρέχει ο δανειστής στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως συμβάσεως δανείου, η  πληροφόρηση  θα  πρέπει  να  είναι  ενδελεχής,  επαρκής  και  εξειδικευμένη  ώστε  ο μέσος καταναλωτής, να  μπορούσε όχι μόνο να πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς, η οποία παρατηρείται γενικώς στην αγορά των κινητών αξιών, αλλά και να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες, εν δυνάμει σημαντικές, που θα συνεπαγόταν γι’ αυτόν η εφαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας πώλησης για τον υπολογισμό των δόσεων των οποίων θα είναι ο τελικός υπόχρεος και, ως εκ τούτου, το συνολικό ύψους του δανείου του.
3)Σε περίπτωση, τέλος, κατά την οποία σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ επαγγελματία (τράπεζας, κ.λ.π.) και καταναλωτή, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας, η κοινοτική οδηγία επιτρέπει την αντικατάσταση της  καταχρηστικής ρήτρας εφόσον εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου  το  επιτρέπει,  διότι  κατ  αυτό  τον  τρόπο  οι καταναλωτές προστατεύονται, μέσω εθνικών διατάξεων (αυστηρότερων, ενδεχομένως,  από τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ,) επέρχεται ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση και το σημαντικότερο όλων δεν επέρχεται ακυρότητα στο σύνολο αυτής και ο καταναλωτής δεν καλείται να καταβάλει το σύνολο του οφειλόμενου  ποσού   του δανείου, το οποίο έτσι θα ήταν απαιτητό, με επαχθέστατες συνέπειες, γι’ αυτόν.
Με λίγα λόγια το Ευρωπαικό Δικαστηριο αποφάνθη ότι, η  ρήτρα της συναλλαγματικής  ισοτιμίας  στις εν λόγω δανειακές συμβάσεις μπορεί  να  ελεγχθεί  ως  προς  την  καταχρηστικότητα  της,  όταν καταλύεται η αρχή της διαφάνειας, ήτοι όταν η ρήτρα είναι διατυπωμένη  κατά  τρόπο  που δεν  γίνονται  σαφείς και κατανοητοί για τον καταναλωτή οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της στην σύμβαση καθώς  και  οι  οικονομικές  της συνέπειες.  
Στην πλέον σχετικά πρόσφατη EL E-006878/2014 απάντηση της Επιτρόπου Δικαιοσύνης, Καταναλωτών και Ισότητας Φύλων, Vera Jourova  εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  που δημοσιοποιήθηκε στις Βρυξέλλες την 13-2-2015  αφού γίνεται αναφορά για το νομοθετικό πλαίσιο , είναι ξεκάθαρη η τοποθέτηση της Επιτροπής, για το περιεχόμενο της πληροφόρησης που έπρεπε να τηρήσουν οι Τράπεζες, όπου ειδικότερα αναφέρεται ότι «Όσον αφορά τον ισχύοντα νόμο προστασίας των καταναλωτών, σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ, οι πάροχοι υποχρεούνται να προσφέρουν στους καταναλωτές επαρκείς και σαφείς πληροφορίες για βασικά στοιχεία, όπως είναι τα χαρακτηριστικά και η τιμή κάποιου ενυπόθηκου δανείου, συμπεριλαμβανομένης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επιπλέον, σύμφωνα με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ , ρήτρα σύμβασης που δημιουργεί σημαντική ανισορροπία μεταξύ των μερών εις βάρος του καταναλωτή θεωρείται καταχρηστική και ως εκ τούτου δεν είναι δεσμευτική ».
Στην συνέχεια στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται, ότι λόγω της εκτεταμένης επιβάρυνσης των καταναλωτών συμφωνήθηκε ειδική νομοθεσία, ήτοι η οδηγία 2014/17/ΕΚ , όπου συγκεκριμενοποιείται πλέον και νομοθετικά, η υποχρέωση πληροφόρησης και το περιεχόμενο αυτής, ήτοι λεπτομερή ενημέρωση του καταναλωτή σχετικά με το νόμισμα του δανείου, το εφαρμοζόμενο επιτόκιο και το κόστος, τις πιθανές επιπτώσεις μίας διακύμανσης των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή/και του επιτοκίου. Στην χώρα μας βέβαια, σύμφωνα με την τραπεζική νομοθεσία και ειδικότερα το κεφάλαιο Β’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (ΦΕΚ Α ́277/18.11.2002), προβλέπεται ήδη ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, και ειδικότερα σχετικά με ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΑΠΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΟΤΙΜΙΑΣ στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος και  ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων.
Τέλος  είναι  άξιο  μνείας  να  αναφερθεί  πως  αντιμετωπίστηκαν  παρόμοιες  καταστάσεις  σε  λοιπές  χώρες  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης και  μάλιστα  σε  χρόνο  πριν  την  έκδοση  της  ανωτέρω  απόφασης  του  Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου.
Α.  Ισπανία Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστηριο της Ισπανίας με την πρόσφατη απόφαση με αριθμό 323/30-6-2015 έκρινε ότι τα δάνεια είναι επενδυτικά προϊόντα και ως εκ τούτου υπάρχει αυξημένη υποχρέωση προς ενημέρωση.
Β. Ρουμανία  Εφετείο της Ρουμανίας με την υπ΄αριθμόν 209/19-6-2015 απόφαση  αναγνώρισε τελεσίδικα την ακυρότητα του  όρου που προέβλεπε την αποπληρωμή των δανείων με την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου και αναγνώρισε ως νόμιμη ρήτρα αποπληρωμής την ισοτιμία εκταμίευσης .
Γ. Κροατία  Το καλοκαίρι του 2013 δικαστήριο στην Κροατία αποφάσισε, κατόπιν άσκησης ομαδικής αγωγής 75.000 δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, υπέρ της μεταβολής του ύψους της οφειλής στο τοπικό νόμισμα με τη σχέση συναλλαγματικής ισοτιμίας της ημέρας εκταμίευσης του δανείου, λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης των δανειοληπτών εκ μέρους των οκτώ εναγόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Ήδη , την 10-9-2015 η βουλή της Κροατίας ψήφισε νόμο με τον οποίο επέβαλε ως εφαρμοσθείσα ρήτρα μετατροπής την ισοτιμία εκταμίευσης , δίδοντας και αναδρομική εφαρμογή στο νομοθέτημα .  
Δ. Ουγγαρία  Στα μέσα Δεκεμβρίου 2013, το ανώτατο δικαστήριο αποφάνθηκε περί της εγκυρότητας των συναπτόμενων σε ελβετικό φράγκο δανειακών συμβάσεων καλώντας τα κατώτερα δικαστήρια ναι μεν να δέχονται την εγκυρότητα των εν λόγω δανείων, αλλά να μεταβάλλουν τους όρους λειτουργίας τους, όπου αρμόζει, επί τη βάσει τυχόν πλημμελούς πληροφόρησης των δανειοληπτών από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Ε. Ισλανδία  Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έκρινε παράνομα τα δάνεια που είναι συνδεδεμένα με ξένα νομίσματα, με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται πλέον τα νοικοκυριά να καλύπτουν τις απώλειες (από την υποτίμηση) της ισλανδικής κορώνας.
ΣΤ. Βοσνία   Τα Πρωτόδικα Δικαστήρια της χώρας σε 130 περιπτώσεις ακύρωσαν την ρήτρα συναλλάγματος και 100 δικαστικές αποφάσεις ακύρωσαν ολόκληρη την σύμβαση, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να μην επωμίζονται τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Αναμένεται η εκδίκαση των εφέσεων που άσκησαν οι τράπεζες.






==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου