Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Και το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2016 πήγε στον Bob Dylan - 10 τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν που αξίζουν περισσότερα από ένα Νόμπελ


Ο μεγάλος νικητής του Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2016 είναι ο Bob Dylan.

Όπως ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία, ο Bob Dylan «δημιούργησε νέες ποιητικές εκφράσεις μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης αμερικανικής παράδοσης του τραγουδιού».
Η ανακοίνωση της βράβευσης του Dylan ήρθε μεν ως έκπληξη, όχι όμως και τόσο μεγάλη καθώς είναι γνωστή η τακτική της Ακαδημίας να εκλέγει συχνά αναπάντεχους νικητές -τόσο αναπάντεχους που ούτε οι ίδιοι δεν το περίμεναν. Η περσινή νικήτρια, Svetlana Alexievich, έμαθε πως κέρδισε το Νόμπελ όταν οι δημοσιογράφοι της χτύπησαν την πόρτα για να της ζητήσουν δηλώσεις.
Ο Bob Dylan γεννήθηκε το 1941 στη Μινεσότα και είναι ίσως ο επιδραστικότερος τραγουδοποιός του Δυτικού κόσμου τα τελευταία 50 χρόνια. 
bob dylan
Μέχρι πρόσφατα ο διεθνής Τύπος έδινε προτεραιότητα στους Αμερικανούς συγγραφείς, λαμβάνοντας υπόψη πως το λογοτεχνικό Νόμπελ έχει εδώ και δεκαετίες να δοθεί στις ΗΠΑ. Έτσι οι Marilynne Robinson, Don DeLillo και Thomas Pynchon, η διηγηματογράφος Lydia Davis και ο ποιητής John Ashbery θεωρούνταν φαβορί για το φετινό Νόμπελ, παρότι κάποιοι από αυτούς θεωρούνταν είτε ιδιαιτέρως στυλίστες και περίπλοκοι είτε απλώς λογοτεχνικά και βιολογικά γερασμένοι.
Σύμφωνα με τη Guardian, ο Don DeLillo ήταν το δυνατό αουτσάιντερ για το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, τουλάχιστον για το κοινό. Η Ladbrokes, η μεγαλύτερη εταιρία online ...
στοιχημάτων και τυχερών παιχνιδιών στον κόσμο, έδινε αρχικά στον DeLillo απόδοση 66/1, την οποία και αργότερα άλλξαν σε 14/1. «Η συμμετοχή του DeLillo είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση», είχε πει ο Alex Donohue, εκπρόσωπος της Ladbrokes. «Φαίνεται πως το λογοτεχνικό πλήθος στοιχηματίζει πως αυτή θα είναι η αναπάντεχη επιλογή του κοινού». Ο Donohue είχε πει επίσης πως ο Ισπανός Javier Marías είχε «μπει εξίσου τελευταία στιγμή στη κούρσα, με την απόδοσή του να αλλάζει από 33/1 σε 16/1». Σύμφωνα με τον Donohue, οι τρεις επικρατέστεροι λογοτέχνες, βάσει των στοιχημάτων, ήταν ο Don DeLillo, ο Κενυάτης μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ngũgĩ wa Thiong’o και ο Ισπανός Javier Marías, που έχει αποκληθεί και δεύτερος Μάρκες.
Το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι βραβείο που απονέμεται από το 1901 ετησίως σε έναν εν ζωή συγγραφέα, από οποιαδήποτε χώρα, ο οποίος σύμφωνα με την διαθήκη του Alfred Nobel παρήγαγε το πιο εντυπωσιακό έργο στο τομέα της λογοτεχνίας, σε μια ιδεώδη κατεύθυνση. Η επιλογή του νικητή γίνεται από τα 18 μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας και το βραβείο ανέρχεται στα 8εκ. σουηδικές κορώνες ή περίπου 820.000 ευρώ.
Περσινή νικήτρια του Νόμπελ Λογοτεχνίας ήταν η Λευκορωσίδα Svetlana Alexievich, δημοσιογράφος, ορνιθολόγος και συγγραφέας πρόζας, η οποία και έγινε η πρώτη συγγραφέας από τη Λευκορωσία στην οποία δόθηκε το βραβείο. Από το 1901 έχουν βραβευθεί 108 λογοτέχνες, εκ των οποίων μόλις οι 14 ήταν γυναίκες.
1
Blowin' in the Wind
How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
How many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, and how many times must the cannon balls fly
Before they're forever banned?
The answer, my friend, is blowin' in the wind
The answer is blowin' in the wind
Yes, and how many years can a mountain exist
Before it's washed to the sea?
Yes, and how many years can some people exist
Before they're allowed to be free?
Yes, and how many times can a man turn his head
And pretend that he just doesn't see?
The answer, my friend, is blowin' in the wind
The answer is blowin' in the wind
Yes, and

Σαν πόσες να ’ναι οι δημοσιές που πρέπει να διαβεί κανείς
για να τον πούνε άντρα;
Και πόσες να ’ν’ οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
στην αμμουδιά πριν ξαποστάσει;
Σαν πόσες να ’ναι οι φορές που θα βροντήσει το κανόνι
πριν να το διώξουν απ’ τη γη για πάντα;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Πόσα τα χρόνια που μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
ως να το φάει η αρμύρα και να λιώσει;
Και κάποιοι άνθρωποι, πόσο να ζήσουν βολετό
ώσπου της λευτεριάς μέρα να ξημερώσει;
Πόσο καιρό μπορεί κανείς να κάνει πως κοιτάει αλλού
να κάνει πως δεν βλέπει πάρα πέρα;
Η απάντηση φίλε πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;
Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;
Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Μετάφραση: Τούλα Τόλια
2
Girl From The North Country
If you're traveling in the north country fair
Where the winds hit heavy on the borderline
Remember me to one who lives there
For she was once a true love of mine.
Well, if you go when the snowflakes storm
When the rivers freeze and summer ends
Please see for me if she's wearing a coat so warm
To keep her from the howlin' winds.
Please see from me if her hair hanging down
If it curls and flows all down her breast
Please see from me if her hair hanging down
That's the way I remember her best.
Well, if you're traveling in the north country fair
Where the

Αν πας ποτέ στον όμορφο Βοριά,
εκεί που οι άνεμοι λυντσαίρνουν τ’ ακρογιάλι,
χαιρέτησέ μου κάποια κοπελιά –
ήτανε κάποτε αγάπη μου μεγάλη.
Αν κάποτε βρεθείς μες στο χιονιά,
σε παγωμένες όχτες δίχως καλοκαίρι,
αν είν’ το ρούχο της ζεστό ρίξε ματιά,
αν τη φυλάει απ’ τ’ ανέμου το μαχαίρι.
Για κοίτα αν είναι τα μαλλιά της μακριά,
αν κυματίζουνε και παίζουν με τα στήθια.
Για κοίτα αν είναι τα μαλλιά της μακριά,
γιατί έτσι μένουν στων ονείρων μου τα βύθια.
Να με θυμάται λίγο έχω καημό
και προσευχές χιλιάδες έχω κάνει
στης νύχτας μου τη σκοτεινιά
στης μέρας μου το φέγγος και τη χάρη.
Αν λοιπόν τύχει και βρεθείς στον όμορφο Βοριά,
εκεί που οι άνεμοι λυντσαίρνουν τ’ ακρογιάλι,
χαιρέτησέ μου κάποια κοπελιά –
ήτανε κάποτε αγάπη μου μεγάλη.
Μετάφραση: Τούλα Τόλια
3
Ballad Of Hollis Brown
Hollis Brown
He lived on the outside of town
Hollis Brown
He lived on the outside of town
With his wife and five children
And his cabin fallin' down
You looked for work and money
And you walked a ragged mile
You looked for work and money
And you walked a ragged mile
Your children are so hungry
That they don't know how to smile
Your baby's eyes look crazy
They're a-tuggin' at your sleeve
Your baby's eyes look crazy
They're a-tuggin' at your sleeve
You walk the floor and wonder why
With every breath you breathe
The rats have got your flour
Bad blood it got your mare
The rats have got your flour
Bad blood it got your mare
If there's anyone that knows
Is there anyone that cares?
You prayed to the Lord above
Oh, please send you a friend
You prayed to the Lord above
Oh,

Ο Χόλλις Μπράουν, το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη·
ναι, ο Χόλλις Μπράουν, καθώς το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη,
με τη γυναίκα και τα πέντε τους παιδιά
κι όλο η παράγκα να σωριάζεται
στα κεφάλια τους ξανά.
Γύρευες λίγα χρήματα, γύρευες δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
γύρευες χρήματα, έψαχνες για δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
και τα παιδιά σου είν’ τόσο πεινασμένα,
που δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη,
όχι, δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη.
Τα μάτια του μωρού σου λάμπουν σαν τρελά
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά·
ναι, τα μάτια του μωρού σου λάμπουνε τρελά,
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά,
περπατάς ασήκωτα, βαριά
κι αναρωτιέσαι με κάθε ανάσα σου βαθιά,
γιατί να συμβαίνουν όλ’ αυτά.
Το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου·
αχ, ναι, το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου.
Νογάει άραγε κανείς;
Νοιάζεται άραγε κανείς;
Κάνεις στον Θεό μια προσευχή
ω, στείλε σε παρακαλώ ένα φίλο·
κάνεις στον Θεό μια προσευχή,
Θε’ μου στείλε μου ένα φίλο,
μα πως φίλος δε θα ’ρθεί,
σου λέει η τσέπη σου η αδειανή.
Τα μωρά σου κλαιν πιο δυνατά,
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
τα μωρά σου τώρα κλαιν πιο γοερά
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
και της γυναίκας σου οι κραυγές
πέφτουν σαν άγριες μαχαιριές,
ναι, και της γυναίκας σου οι κραυγές
άγριες είναι μαχαιριές.
Το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί είν’ άδειο το πηγάδι·
το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί στέρεψε η πηγή·
το τελευταίο σου δολάριο εδώ και μέρες
το δίνεις και παίρνεις εφτά σφαίρες.
Μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
πέρα μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
τρέμεις και ιδρώνεις
στην καραμπίνα σου που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις,
ναι, στην καραμπίνα που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις.
Το μυαλό σου αιμορραγεί
το πόδι σου δεν σε βαστεί·
ω, το μυαλό σου αιμορραγεί
και το πόδι άλλο δεν βαστεί·
τώρα το βλέμμα το καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί
ναι, τώρα το βλέμμα σου καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί.
Εφτά φυσάνε άνεμοι
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας·
ναι, εφτά φυσάν αγέρηδες
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας
και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού·
ναι, και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού.
Εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
ναι, εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
και την ίδια τη στιγμή,
σε μια γη αλαργινή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί·
ναι, και την ίδια τη στιγμή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί.
Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
4
It's Alright, Ma (I'm Only Bleeding)
Darkness at the break of noon
Shadows even the silver spoon
The handmade blade, the child’s balloon
Eclipses both the sun and moon
To understand you know too soon
There is no sense in trying

Pointed threats, they bluff with scorn
Suicide remarks are torn
From the fool’s gold mouthpiece the hollow horn
Plays wasted words, proves to warn
That he not busy being born is busy dying

Temptation’s page flies out the door
You follow, find yourself at war
Watch waterfalls of pity roar
You feel to moan but unlike before
You discover that you’d just be one more
Person crying

So don’t fear if you hear
A foreign sound to your ear
It’s alright, Ma, I’m only sighing

As some warn victory, some downfall
Private reasons great or small
Can be seen in the eyes of those that call
To make all that should be killed to crawl
While others say don’t hate nothing at all
Except hatred

Disillusioned words like bullets bark
As human gods aim for their mark
Make everything from toy guns that spark
To flesh-colored Christs that glow in the dark
It’s easy to see without looking too far
That not much is really sacred

While preachers preach of evil fates
Teachers teach that knowledge waits
Can lead to hundred-dollar plates
Goodness hides behind its gates
But even the president of the United States
Sometimes must have to stand naked

An’ though the rules of the road have been lodged
It’s only people’s games that you got to dodge
And it’s alright, Ma, I can make it

Advertising signs they con
You into thinking you’re the one
That can do what’s never been done
That can win what’s never been won
Meantime life outside goes on
All around you

You lose yourself, you reappear
You suddenly find you got nothing to fear
Alone you stand with nobody near
When a trembling distant voice, unclear
Startles your sleeping ears to hear
That somebody thinks they really found you

A question in your nerves is lit
Yet you know there is no answer fit
To satisfy, insure you not to quit
To keep it in your mind and not forget
That it is not he or she or them or it
That you belong to

Although the masters make the rules
For the wise men and the fools
I got nothing, Ma, to live up to

For them that must obey authority
That they do not respect in any degree
Who despise their jobs, their destinies
Speak jealously of them that are free
Cultivate their flowers to be
Nothing more than something they invest in

While some on principles baptized
To strict party platform ties
Social clubs in drag disguise
Outsiders they can freely criticize
Tell nothing except who to idolize
And then say God bless him

While one who sings with his tongue on fire
Gargles in the rat race choir
Bent out of shape from society’s pliers
Cares not to come up any higher
But rather get you down in the hole
That he’s in

But I mean no harm nor put fault
On anyone that lives in a vault
But it’s alright, Ma, if I can’t please him

Old lady judges watch people in pairs
Limited in sex, they dare
To push fake morals, insult and stare
While money doesn’t talk, it swears
Obscenity, who really cares
Propaganda, all is phony

While them that defend what they cannot see
With a killer’s pride, security
It blows the minds most bitterly
For them that think death’s honesty
Won’t fall upon them naturally
Life sometimes must get lonely

My eyes collide head-on with stuffed
Graveyards, false gods, I scuff
At pettiness which plays so rough
Walk upside-down inside handcuffs
Kick my legs to crash it off
Say okay, I have had enough, what else can you show me?

And if my thought-dreams could be seen
They’d probably put my head in a guillotine
But it’s alright, Ma, it’s life, and life only

Μες στο καταμεσήμερο πλακώνει σκοτεινιά
σκιά απλώνει ακόμα και στ’ ασημένια πιατικά
η χειροποίητη λεπίδα, το μπαλόνι του παιδιού
έκλειψη προκαλούν και του ήλιου και του φεγγαριού
να σε καταλάβω πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ
δεν έχει νόημα να το προσπαθώ.
Απειλές αιχμηρές εκτοξεύονται με χλευασμό
αυτόχειρες παρατηρήσεις βγάζουν το σκασμό
απ’ του τρελού το επιστόμιο το χρυσό
το κούφιο κέρας παίζει λόγια χαμένα
λόγια που προειδοποιούν απεγνωσμένα
πως δεν καταπιάνεται με το να μένει ζωντανός
μα καταπιάνεται με το να είναι νεκρός.
Σαν μια σελίδα πετάει έξω από την πόρτα ο πειρασμός
την ακολουθείς, σε πόλεμο μπλέκεσαι ο φτωχός
βλέπεις πως βρυχώνται του οίκτου οι καταρράκτες
νοιώθεις πως θέλεις να θρηνήσεις
αλλά αντίθετα από πριν θ’ ανακαλύψεις
πως τώρα πια θ’ αλλάξεις
και θα ’σαι, ακόμα ένας
έτοιμος να κλάψεις.
Έτσι λοιπόν μη φοβηθείς
αν στ’ αυτί σου φτάσει
ένας ξένος ήχος
όλα εντάξει, εγώ είμαι μονάχα
που έχω απλώς στενάξει.
Κάποιοι προβλέπουν νίκη, κάποιοι συντριβή
υπάρχουν λόγοι προσωπικοί
άλλοι σπουδαίοι, άλλοι ποταποί
στα μάτια αυτών που καλούν μπορείς να δεις
ότι άλλοι να σε σκοτώσουν θέλουν
και άλλοι να σε κάνουν στο χώμα να συρθείς
ενώ άλλοι λένε ότι τίποτα εξόν το μίσος
δεν πρέπει να μισείς.
Λέξεις γυμνές σαν σφαίρες αλυχτούνε
θεοί ανθρώπινοι σκοπεύουν και χτυπούνε
κατασκευάζουνε τα πάντα πια
από πλαστικά οπλοπολυβόλα που σπινθηροβολούνε
μέχρι πλαστικούς Εσταυρωμένους που στο σκοτάδι λαμποκοπούνε
Δεν είναι δύσκολο να δεις δίχως να κοιτάξεις μακριά
ότι στ’ αλήθεια λίγα έχουν μείνει όσια και ιερά.
Ενώ κήρυκες κηρύσσουν για κακές μοίρες
δάσκαλοι διδάσκουν ότι η γνώση έχει υπομονή
μπορεί να σε οδηγήσει σε πιατικά που κάνουν χίλιες λίρες
κι η καλοσύνη λουφάζει πίσω απ’ τις δικές της θύρες
Αλλά ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ ο τρανός
καμιά φορά πρέπει να στέκεται γυμνός.
Και μ’ όλο που του δρόμου οι νόμοι έχουν καθιερωθεί
είναι μονάχα τα τεχνάσματα των ανθρώπων
που πρέπει ν’ αποφύγουν οι δικοί σου ελιγμοί
και όλα εντάξει, κανείς να μην ανησυχεί
θα τα καταφέρω εγώ μια και καλή.
Έρχονται να σ’ εξαπατήσουν οι διαφημίσεις
πως είσαι ένας και μοναδικός να νομίσεις
ότι μπορείς να κάνεις ό,τι κανείς δεν μπόρεσε ως τώρα
ότι καθετί μπορείς να νικήσεις με τη δική σου φόρα
στο μεταξύ, εσύ χαμένος στην ευκολία
και η ζωή ν’ αλλάζει κι εσύ να είσαι η λεία.
Χάνεσαι, ξαναγυρίζεις, να’ σαι
και νιώθεις ξαφνικά ότι τίποτε δεν έχεις να φοβάσαι
στέκεις μόνος και κανείς δεν είν’ κοντά
όταν μια τρεμάμενη φωνή, ακούγεται μα όχι καθαρά
κι αιφνιδιάζει τα κοιμισμένα σου αυτιά
και λέει ότι σε βρήκανε ξανά.
Μια ερώτηση τα νεύρα σου τραντάζει
μα ξέρεις, δεν βρίσκεται απάντηση να ταιριάζει
να σε ικανοποιήσει
πως δεν τα παρατάς και πάλι να σε πείσει
να μείνει μέσα σου και το μυαλό σου να μη λησμονήσει
πως από καιρό, από πολύ καιρό
δεν ανήκεις μήτε σ’ αυτήν μήτε σ’ αυτόν μήτε σ’ αυτό.
Μ’ όλο που οι αφέντες φτιάχνουν τους κανόνες
και για τον σοφό και για τον τρελό
δεν έχω τίποτε, στους δρόμους, στους λειμώνες
κι εγώ για ν’ ανταποκριθώ.
Γι’ αυτούς που υπακούνε σε κάθε εξουσία
ο έντιμος ο σεβασμός δεν έχει καμία σημασία
περιφρονούν τη μοίρα τους, την ίδια τους την εργασία
αυτοί μιλάν με ζήλια για όσους ζουν μ’ ελευθερία
αυτοί είν’ ικανοί τα λουλούδια να φροντίσουν
μόνο και μόνο για να ‘χουν κάτι να πουλήσουν.
Κάποιοι είναι βαφτισμένοι σε αρχές
σε κομμάτων αυστηρές επιταγές
σε μεταμφιεσμένες λέσχες κοινωνικές
κι όσους είναι στην απέξω άγρια επικρίνουν
η ελευθερία τούς κάνει να τα χάνουν
άλλο δεν συζητάν παρά ποιον είδωλο να κάνουν
Γι’ αυτό κινούνε ουρανό και γη
αυτόν παρακαλάνε τον Θεό να τον ευλογεί.
Κάποιος που η φωτιά τη γλώσσα του τσουρουφλίζει
στην άθλια χορωδία γαργαρίζει
της κοινωνίας οι τανάλιες τον έχουνε παραμορφώσει πια
κι αυτός διόλου δεν νοιάζεται ν’ ανέβει στα ψηλά
αλλά μάλλον εσένα να τραβήξει χαμηλά
σε μια τρύπα φοβερή
όπου εκεί έχει χωθεί.
Μα δεν έχω τίποτα εναντίον μήτε θέλω να κατηγορήσω
όποιον σ’ ένα κελάρι κατοικεί
δικιά του είν’ η ζωή
κι είναι εντάξει, ακόμα κι αν δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω.
Γριές δικαστίνες τα ζευγάρια παρακολουθούν
που τον έρωτα πια ν’ απολαύσουν δεν μπορούν
κίβδηλα ήθη διαλαλούν
προσβολές, άγριες βλοσυρές ματιές
ενώ το χρήμα δεν μιλάει
το χρήμα βλαστημάει
αισχρότητα, ναι, μα ποιος νοιάζεται στ’ αλήθεια
όλα προπαγάνδα, ελεεινή συνήθεια.
Άλλοι υπερασπίζονται αυτό που να δουνε δεν μπορούν
ενός φονιά την περηφάνια, απορούν
ασφάλεια ζητάνε μανιακά
μα μυαλά τινάζονται στον αέρα πικρά
γι’ αυτούς που θαρρούν πως του θανάτου η σφυριά
η έντιμη κατραπακιά
δεν θα έρθει να τους χτυπήσει φυσικά
της ζωής τα δευτερόλεπτα καμιά φορά
θα πρέπει να είναι πολύ μοναχικά.
Τα μάτια μου συγκρούονται μετωπικά
με παραγεμισμένα νεκροταφεία, φριχτά
με ψεύτικους θεούς, και σέρνομαι ξανά
στης μικροψυχίας τα σκοτεινά στενά
πασχίζω από χειροπέδες νοερές ν’ απαλλαγώ
λέω φτάνει, την κοπανάω από δω
το έχω δει το έργο ξανά εγώ.
Αν μπορούσαν να δουν τα όνειρα μου όλα
και τις σκέψεις μου, θα μ’ έστελναν στην καρμανιόλα
Αλλά εντάξει, τι μπορεί κανείς να πει
Εντάξει, λέω, αυτή κι όχι άλλη είν’ η ζωή.
Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
5
It's All Over Now, Baby Blue
You must leave now, take what you need, you think will last
But whatever you wish to keep, you better grab it fast
Yonder stands your orphan with his gun
Crying like a fire in the sun
Look out the saints are comin’ through
And it’s all over now, Baby Blue

The highway is for gamblers, better use your sense
Take what you have gathered from coincidence
The empty-handed painter from your streets
Is drawing crazy patterns on your sheets
This sky, too, is folding under you
And it’s all over now, Baby Blue

All your seasick sailors, they are rowing home
All your reindeer armies, are all going home
The lover who just walked out your door
Has taken all his blankets from the floor
The carpet, too, is moving under you
And it’s all over now, Baby Blue

Leave your stepping stones behind, something calls for you
Forget the dead you’ve left, they will not follow you
The vagabond who’s rapping at your door
Is standing in the clothes that you once wore
Strike another match, go start anew

And it’s all over now, Baby Blue

Πρέπει να φύγεις τώρα, πάρε ότι νομίζεις πως θ’ αντέξει.
Μα ότι θέλεις να κρατήσεις, καλύτερα από τώρα να τ’ αρπάξεις.
Πέρα εκεί το ορφανό σου στέκεται με τ’ όπλο,
κλαίγοντας σαν την φωτιά στον ήλιο.
Κοίταξε έξω, οι άγιοι αρχίσανε να καταφτάνουν
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.
Οι δημοσιές είναι για τυχοδιώκτες, καλύτερα φυλάξου.
Πάρε μαζί σου ότι από δω κι εκεί έχεις μαζέψει.
Στο δρόμο ο ζωγράφος με τ’ αδειανά τα χέρια
μες στα σεντόνια σου τρελά μοτίβα ζωγραφίζει.
Κι ο ουρανός αυτός επίσης σε τυλίγει
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.
Όλοι οι ζαλισμένοι ναύτες γραμμή τραβάνε σπίτι.
Κι οι πεζοναύτες σου κι αυτοί γυρνάνε πίσω.
Ο εραστής που απ’ την πόρτα σου έξω μόλις βγήκε
όλες τις κουβέρτες απ’ το πάτωμα μαζί του πήρε.
Κι η φλοκάτη κάτω απ’ τα πόδια φεύγει
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.
Τα χώματα που πάτησες άσε τα πίσω, κάτι άλλο σε καλεί.
Ξέχνα το θάνατο που άφησες, δεν θα σ’ ακολουθήσουν.
Ο μπαγαπόντης που την πόρτα σου χτυπάει
είναι ντυμένος με τα ρούχα που κάποτε φορούσες.
Άναψε ένα ακόμη σπίρτο και πάλι ξανά ξεκίνα
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.
Μετάφραση: Γιάννης Τζώρτζης
6
Ballad of a thin man
You walk into the room
With your pencil in your hand
You see somebody naked
And you say, “Who is that man?”
You try so hard
But you don’t understand
Just what you’ll say
When you get home

Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

You raise up your head
And you ask, “Is this where it is?”
And somebody points to you and says
“It’s his”
And you say, “What’s mine?”
And somebody else says, “Where what is?”
And you say, “Oh my God
Am I here all alone?”

Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

You hand in your ticket
And you go watch the geek
Who immediately walks up to you
When he hears you speak
And says, “How does it feel
To be such a freak?”
And you say, “Impossible”
As he hands you a bone

Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

You have many contacts
Among the lumberjacks
To get you facts
When someone attacks your imagination
But nobody has any respect
Anyway they already expect you
To just give a check
To tax-deductible charity organizations

You’ve been with the professors
And they’ve all liked your looks
With great lawyers you have
Discussed lepers and crooks
You’ve been through all of
F. Scott Fitzgerald’s books
You’re very well read
It’s well known

Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Well, the sword swallower, he comes up to you
And then he kneels
He crosses himself
And then he clicks his high heels
And without further notice
He asks you how it feels
And he says, “Here is your throat back
Thanks for the loan”

Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Now you see this one-eyed midget
Shouting the word “NOW”
And you say, “For what reason?”
And he says, “How?”
And you say, “What does this mean?”
And he screams back, “You’re a cow
Give me some milk
Or else go home”

Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Well, you walk into the room
Like a camel and then you frown
You put your eyes in your pocket
And your nose on the ground
There ought to be a law
Against you comin’ around
You should be made
To wear earphones

Because something is happening here
But you don’t know what it is

Do you, Mister Jones?

Μες στο δωμάτιο περπατάς
στο χέρι το μολύβι σου κρατάς
βλέπεις κάποιον να στέκεται γυμνός
ρωτάς, ‘‘Μα ποιος είν’ αυτός;’’
πασχίζεις πολύ
μα δεν καταλαβαίνεις γρυ
τι θα πεις
πίσω σαν βρεθείς.
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Σηκώνεις το κεφάλι
‘‘Εδώ είναι το εδώ αυτό;’’ ρωτάς πάλι
και κάποιος σε δείχνει με το δάχτυλο και λέει
‘‘Δικό του είναι’’
κι εσύ ‘‘Τι ’ναι δικό μου;’’ λες
και κάποιος άλλος λέει, ‘‘Που είναι τι, πες’’
κι εσύ λες, ‘‘Ω Θέ’ μου, τι να πω;
Μπας κι είμαι ολομόναχος εδώ;’’
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Με το εισιτήριο στο χέρι
πας να δεις τον Παλιάτσο Τρελοχασομέρη
που έρχεται αμέσως στη μεριά σου
και τον ακούς να σου λέει μες στ’ αυτιά σου
‘‘Πώς νοιώθεις να ’σαι τόσο τέρας;’’
κι εσύ λες, ‘‘Σαν δίχως παιδί πατέρας’’
κι αυτός αντί σέκος να μείνει
αμέσως ένα κόκαλο σου δίνει.
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Έχεις πιάσει φιλία
μ’ αυτούς που εμπορεύονται ξυλεία
για να σου δώσουνε στοιχεία
αν κάποιος σου επιτεθεί στη φαντασία
αλλά κανείς δεν δείχνει σεβασμό
κι από σένα περιμένουν μονάχα υδωρ και γη
να δώσεις και καμιά επιταγή
σ’ αυτούς που καταφέρνουν και μειώνουν το δασμό.
Με καθηγητές έκανες παρέα
που έβρισκαν τη μούρη σου πολύ ωραία
και με δικηγόρους μεγάλους και τρανούς
κουβέντιασες για λαμόγια και λεπρούς
και διάβασες όλα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ τα βιβλία
το ξέρουν αυτό σ’ όλη την παραλία.
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Κι έρχεται αυτός που καταπίνει τα σπαθιά
και γονατίζει σ’ εσένα, ναι, σιμά
και κάνει το σταυρό του και ορκίζεται
και δίχως να ζορίζεται
λέει, ‘‘Να πάρε πίσω το λαιμό σου
σ’ ευχαριστώ για το δάνειό σου’’.
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Και τον μονόφθαλμο τον νάνο να δεις ήρθε η ώρα
κι ουρλιάζει τη λέξη, ‘‘ΤΩΡΑ’’
κι εσύ, ‘‘Τι σημαίνει πάλι αυτό;’’ ρωτάς
κι αυτός λέει ‘‘Πώς;’’
κι εσύ λες, ‘‘Μα που το πας;’’
κι αυτός κραυγάζει γελαστός
‘‘Είσ’ ένα γελάδι
δώσ’ μου γάλα τώρα
ή χάσου στης χώρας το σκοτάδι’’.
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Το λοιπόν, στο δωμάτιό σου περπατάς
σαν καμήλα, μορφάζεις, δεν ξέρεις που πατάς
τα μάτια σου στην τσέπη βάζεις
τη μύτη σου στο πάτωμα κατεβάζεις
θα ’πρεπε να ’χουμε ένα νόμο αυστηρό
να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ
σαν φτάνεις, να φεύγεις βιαστικά
κι όλη μέρα να φοράς ακουστικά.
Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;
Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
7
All along the watchtower
“There must be some way out of here,” said the joker to the thief
“There’s too much confusion, I can’t get no relief
Businessmen, they drink my wine, plowmen dig my earth
None of them along the line know what any of it is worth”

“No reason to get excited,” the thief, he kindly spoke
“There are many here among us who feel that life is but a joke
But you and I, we’ve been through that, and this is not our fate
So let us not talk falsely now, the hour is getting late”

All along the watchtower, princes kept the view
While all the women came and went, barefoot servants, too

Outside in the distance a wildcat did growl

Two riders were approaching, the wind began to howl

‘‘Θα υπάρχει κάποια διέξοδος’’, είπ’ ο παλιάτσος στον ληστή,
‘‘γύρω μας βλέπω σύγχυση, γαλήνη δεν θα βρεις.
Έμποροι πίνουν το κρασί μας, κι άλλοι σκάβουν τη γη
κανένας νόμος δεν ισχύει, τα πάντα έχουν χαθεί’’.
‘‘Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς’’, ήταν τα λόγια του ληστή,
‘‘βρίσκοντ’ εδώ πολλοί από μας, που ’χουν γι’ αστείο τη ζωή,
κι ας μην ήτανε γραφτό, τα ’χουμε ζήσει όλ’ αυτά,
ας μη μιλάμε πια λοιπόν, η ώρα είν’ αργά’’.
Γύρω-γύρω στη σκοπιά, πρίγκιπες ξαπρυπνούν
καθώς γυναίκες και παιδιά, ξυπόλητοι περνούν.
Κάπου απ’ έξω μακριά, αγριόγατος βογκάει
πλησιάζουν καβαλάρηδες, τ’ αγέρι λυσσομανάει.
Μετάφραση: Δημήτρης Πουλικάκος
8
The wicked messenger
There was a wicked messenger
From Eli he did come
With a mind that multiplied the smallest matter
When questioned who had sent for him
He answered with his thumb
For his tongue it could not speak, but only flatter

He stayed behind the assembly hall
It was there he made his bed
Oftentimes he could be seen returning
Until one day he just appeared
With a note in his hand which read
“The soles of my feet, I swear they’re burning”

Oh, the leaves began to fallin’
And the seas began to part
And the people that confronted him were many
And he was told but these few words
Which opened up his heart

“If ye cannot bring good news, then don’t bring any”

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι.
Δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει.
Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας.
Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα.
Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι, τι του ’ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία:
‘‘Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτήν την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά
μ’ απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια’’.
Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του ’παμε να φύγει μουδιασμένα.
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μην μας πει κανένα.
Μετάφραση: Διονύσης Σαββόπουλος
9
The Times They Are A-Changin’
Come gather ’round people
Wherever you roam
And admit that the waters
Around you have grown
And accept it that soon
You’ll be drenched to the bone
If your time to you is worth savin’
Then you better start swimmin’ or you’ll sink like a stone
For the times they are a-changin’

Come writers and critics
Who prophesize with your pen
And keep your eyes wide
The chance won’t come again
And don’t speak too soon
For the wheel’s still in spin
And there’s no tellin’ who that it’s namin’
For the loser now will be later to win
For the times they are a-changin’

Come senators, congressmen
Please heed the call
Don’t stand in the doorway
Don’t block up the hall
For he that gets hurt
Will be he who has stalled
There’s a battle outside and it is ragin’
It’ll soon shake your windows and rattle your walls
For the times they are a-changin’

Come mothers and fathers
Throughout the land
And don’t criticize
What you can’t understand
Your sons and your daughters
Are beyond your command
Your old road is rapidly agin’
Please get out of the new one if you can’t lend your hand
For the times they are a-changin’

The line it is drawn
The curse it is cast
The slow one now
Will later be fast
As the present now
Will later be past
The order is rapidly fadin’
And the first one now will later be last

For the times they are a-changin’

Κόσμε ελάτε, συναχθείτε
Όπου κι αν περιπλανιόσασταν
Και παραδεχθείτε
Πως γύρω σας φουσκώνουν τα νερά
Θα σας μουσκέψουν ως το κόκαλο, για τα καλά
Κι αν θαρρείτε
Πως αξίζει να σωθείτε
Να κολυμπάτε αρχίστε τώρα
Αλλιώς σαν πέτρες θα βυθιστείτε
Ναι, τα νερά μανιάζουν
Οι καιροί αλλάζουν
Μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
10
Like a Rolling Stone
Once upon a time you dressed so fine
You threw the bums a dime in your prime, didn’t you?
People’d call, say, “Beware doll, you’re bound to fall”
You thought they were all kiddin’ you
You used to laugh about
Everybody that was hangin’ out
Now you don’t talk so loud
Now you don’t seem so proud
About having to be scrounging for your next meal

How does it feel
How does it feel
To be without a home
Like a complete unknown
Like a rolling stone?

You’ve gone to the finest school all right, Miss Lonely
But you know you only used to get juiced in it
And nobody has ever taught you how to live on the street
And now you find out you’re gonna have to get used to it
You said you’d never compromise
With the mystery tramp, but now you realize
He’s not selling any alibis
As you stare into the vacuum of his eyes
And ask him do you want to make a deal?

How does it feel
How does it feel
To be on your own
With no direction home
Like a complete unknown
Like a rolling stone?

You never turned around to see the frowns on the jugglers and the clowns
When they all come down and did tricks for you
You never understood that it ain’t no good
You shouldn’t let other people get your kicks for you
You used to ride on the chrome horse with your diplomat
Who carried on his shoulder a Siamese cat
Ain’t it hard when you discover that
He really wasn’t where it’s at
After he took from you everything he could steal

How does it feel
How does it feel
To be on your own
With no direction home
Like a complete unknown
Like a rolling stone?

Princess on the steeple and all the pretty people
They’re drinkin’, thinkin’ that they got it made
Exchanging all kinds of precious gifts and things
But you’d better lift your diamond ring, you’d better pawn it babe
You used to be so amused
At Napoleon in rags and the language that he used
Go to him now, he calls you, you can’t refuse
When you got nothing, you got nothing to lose
You’re invisible now, you got no secrets to conceal

How does it feel
How does it feel
To be on your own
With no direction home
Like a complete unknown
Like a rolling stone?

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου