Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΑΣ ΦΕΥΓΟΥΝ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ...


Θάνατος: Μια λέξη η οποία και μόνο το άκουσμά της γεμίζει τρόμο το μυαλό μας διότι το έχουμε συνδέσει με το κλείσιμο της «αυλαίας» της ζωής και με την έννοια της απώλειας, την οποία φοβόμαστε. Ο ανθρώπινος νούς, απο τη φύση του έχει την ανάγκη να διατηρεί τα κεκτημένα του, να λειτουργεί με βάση τη συνήθεια. Όταν νοιώσει πως απειλείται από την απώλεια όσων θεωρεί πως κατέχει, πανικοβάλεται, νοιώθει ανασφάλεια, γεμίζει άγχος και χάνει ποσότητες πολύτιμης ενέργειας προσκολλούμενος στο πως θα μπορούσε να επαναποκτήσει και να διατηρήσει αυτό που έχασε.

Όταν πεθαίνει κάποιος κοντινός μας άνθρωπος, χάνουμε κυριολεκτικά τον «κόσμο κάτω από τα πόδια μας», σταματάμε να ζούμε το παρόν και το μυαλό μας τρέχει στο παρελθόν και τις μνήμες που περιλαμβάνουν αυτό το πρόσωπο, και στο μέλλον μας χωρίς την φυσική του παρουσία, το οποίο φαντάζει αδιανόητο.

Τι μας εμποδίζει στ ́αλήθεια να συνεχίζουμε ν' αγαπούμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μέχρι τώρα κάναμε, εκείνον που έφυγε; Το ότι δε βλέπουμε τη φυσική του παρουσία με την οποία είχαμε εξοικειωθεί. Αυτή η ίδια η αγάπη δεν είναι αρκετή να γεμίσει το «κενό» που νοιώθουμε; Κι αν όχι, ...
γιατί; Αν είναι γνήσια αυτή η αγάπη, τι μας εμποδίζει να συνεχίσουμε να τη βιώνουμε έστω και χωρίς τη φυσική παρουσία του αποδέκτη αυτής; Μήπως να εμβαθύνουμε λίγο στα συναισθήματά μας; Μήπως συγχέουμε την αγάπη με την προσκόλληση; Μήπως τελικά πενθούμε για εμάς και όχι για εκείνον που έφυγε; Γιατί να πενθήσουμε για εκείνον; Η ψυχή έχει τη δική της «τροχιά», την πορεία της στο μακρύ ταξίδι της εξέλιξης, την οποία δε γνωρίζουμε και η οποία υπήρχε και θα υπάρχει ανεξάρτητα από τη μικρή διάρκεια που διασταυρώθηκε αυτή η ψυχή με τη δική μας μέσα από την ενσάρκωσή/υλοποίηση της στο φυσικό σώμα.

Μήπως οι ανάγκες μας και η απεγνωσμένη μας προσπάθεια ν ́ αποφύγουμε τον πόνο, «ακυρώνουν» κατά μία έννοια την αγάπη μας;

Όταν υποφέρουμε από ένα τέτοιο γεγονός αλλά και γενικά στη ζωή μας, ίσως θα ήταν καλό να «εντοπίσουμε» και να κατανοήσουμε, εκείνη την «περιοχή» μέσα μας, από όπου πηγάζουν αυτά τα συναισθήματα οδύνης, αλλά και το λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό.

Βοηθά το να συνειδητοποιήσουμε πως συχνά επιτρέπουμε στην ευτυχία μας και την ευζωία μας να «εξαρτάται» από τους άλλους, (από εξωγενείς δηλαδή παράγοντες) από όσα εκείνοι μας προσφέρουν σε όλα τα επίπεδα, συναισθηματικό, νοητικό, υλικό.

Ετεροπροσδιοριζόμαστε δηλαδή, και σε κάποιες περιπτώσεις, «ζούμε» μέσα από τις ζωές των
άλλων.

Αν αναπτύξουμε το στοιχείο της διάκρισης πως το πνεύμα δεν είναι το σώμα, αλλά κάτι άϋλο και αιώνιο, θα απελευθερωθούμε από το «στοιχειό» της προσκόλλησης στο σώμα και την προσωπικότητα που και αυτή εφήμερη είναι. Θα είναι μία νίκη του πνεύματος επί της ύλης.

Μια νίκη του αληθινού έναντι της αυταπάτης. Μία πραγματική απελευθέρωση, αναγκαία για το βίο μας και την προετοιμασία για αυτή τη μετάβαση που λέμε θάνατο και που είναι απλώς ένα στάδιο εξέλιξης για την κάθε ψυχή. Το σώμα αλλά και η προσωπικότητα, είναι «εργαλεία- οχήματα» τα οποία μας βοηθούν να κινούμαστε, να μαθαίνουμε και να εξελισσόμαστε σε αυτό το πεδίο όπου επικρατεί η ύλη στην πιο χονδροειδή της μορφή.

Όπως δε ταυτιζόμαστε με το αυτοκίνητο μας, ή με το όποιο μεταφορικό μέσο μετακινούμαστε για να φτάσουμε στον προορισμό μας, κατά τον ίδιο τρόπο θα βοηθούσε, να καταργήσουμε την όποια προσκόλληση με τα φθαρτά τμήματα που απαρτίζουν την ύπαρξή μας. Μπορούμε να συνεχίσουμε να φροντίζουμε και να απολαμβάνουμε όσα συνδέονται με αυτά τα «οχήματα», χωρίς να εξαρτώμεθα από αυτά, για τον απλό λόγο, πως ζούμε σε έναν ακατάπαυστα μεταβαλλόμενο κόσμο, που όταν στηριζόμαστε σε αυτά, και αυτά μεταβληθούν ή αποχωρήσουν, αυτές οι μεταβολές, μας παρασύρουν στη δίνη τους.

Θα μπορούσε ενδεχομένως να μας βοηθήσει η σκέψη πως η παρουσία μας σε αυτόν τον πλανήτη είναι ένα «διάλειμμα» και όχι το αντίθετο. Γιατί να πονούμε όταν μπορούμε να συνεχίσουμε να αγαπούμε το αγαπημένο μας πρόσωπο;

Θα ήθελε το άτομο που «έφυγε» να υποφέρουμε; Σαφώς όχι. Ας σκεφτούμε πως απλώς βρισκόμαστε σε διαφορετικά σημεία εξέλιξης στην παρούσα φάση και δεν μπορούμε αλλά και γιατί να πρέπει να το αλλάξουμε αυτό; Και ποιός μας λέει πως δεν είναι καλύτερος «τόπος» για την ψυχή εκεί όπου αυτή μετοικεί; Γιατί να κρίνουμε κοντόθωρα με βάση τα δεδομένα της διαμονής μας στη γη και βάσει όσων τα πεπερασμένα θνητά μας μάτια διακρίνουν;

Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι.

Αν κάποιος δε γνωρίζει την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης τοποθεσίας ή χώρας για παράδειγμα, αυτό δε σημαίνει πως αυτή η τοποθεσία ή χώρα δεν υπάρχει.

Κάποιες φιλοσοφίες πρεσβεύουν και καθόλου άστοχα, πως εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο στον οποίο θα γεννηθούμε και θα πεθάνουμε, εξυπηρετώντας έτσι το αλάνθαστο θεϊκό και απόλυτα «γεωμετρημένο» σχέδιο. Μόνο τ' «αγύμναστα» μάτια μας βλέπουν ως λάθη κι αδικία όσα δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να κατανοήσουν σε αυτό.

Οι πολιτισμοί στους οποίους αναπτύχθηκαν αυτές οι φιλοσοφίες, οργανώνουν τις επικήδειες τελετές τους σε χαρμόσυνη ατμόσφαιρα, (και φορώντας λευκά ρούχα κι όχι μαύρα. Το μαύρο είναι η παντελής έλλειψη φωτός σε αντίθεση με το άσπρο που είναι η πρόσμειξη όλων των χρωμάτων μαζί), υποδηλώνοντας έτσι την βαθιά τους πίστη στο γεγονός πως ο θάνατος είναι απλώς το πέρασμα σε μία άλλη διάσταση της οποίας δεν έχουμε γνώση και οπτική πρόσβαση και όπου μόνο το σώμα έχει άλλη μορφή άλλα το άμορφο πνεύμα παραμένει αναλλοίωτο.

Στ' αλήθεια γιατί να χαιρόμαστε στη γέννηση και να θρηνούμε στο θάνατο;

Κάποιος μύστης είχε πει πως θα έπρεπε να πράττουμε ακριβώς το αντίθετο...Αυτό συμβαίνει διότι, νοιώθουμε πως στη γέννηση «αποκτούμε» κάποιον, ενώ στο θάνατο τον «χάνουμε». Γιατί; Μήπως μας ανήκει μία ανθρώπινη ψυχή; Είμαστε σε θέση να την δημιουργήσουμε μήπως;...

Άλλωστε υπάρχουν πάρα πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που έφτασαν πολύ κοντά στο θάνατο, ακόμη και περιπτώσεις νεκραναστάσεων, οι οποίοι κατόπιν δήλωσαν την εμπειρία τους ως καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή τους και κατά τα λεγόμενά τους, βίωσαν ευφορία και ανάγκη να μείνουν «εκεί» και όχι να γυρίσουν στην εδώ κατάσταση.

Είναι γνωστές αυτές οι επίσημες μαρτυρίες στη σχετική βιβλιογραφία.

Καθόλου αμελητέα σε ποσότητα αλλά και σε ποιότητα, είναι επίσης, η βιβλιογραφία πάνω στο λεπτό και πολύπλοκο αυτό ζήτημα, στο πως να διαχειριστεί κανείς τα συναισθήματά του μετά την αναχώρηση κάποιου από το υλικό πεδίο. Για να μην αναφερθώ σε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους στα υπέροχα περί θανάτου κείμενά τους και στην ανάλυση ακόμη, του εν λόγω θέματος, από συγκεκριμένα συστήματα φιλοσοφιών που ανέπτυξαν σπουδαίοι πολιτισμοί. Είναι στη διάθεση κάθε ερευνητή και κάθε απλού αναζητητή που ξεπερνά το φόβο της εξοικείωσης με το θάνατο, γιατί η επόμενη στιγμή είναι άγνωστη, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που θ ́αναγκαστούμε να έρθουμε αντιμέτωποι με το αναπόφευκτο.

Στο βιβλίο του Ρόμπερτ Νατζέμυ, «Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», διαβάζουμε, σε μια του ενότητα με τον εύστοχο τίτλο: «ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ» για την Elisabeth Kubler-Ross, ψυχίατρο, που έχει δουλέψει με ετοιμοθάνατους ασθενείς, και η οποία λέει πως συνήθως, όταν κάποιος πολύ δικός μας άνθρωπος προσπαθεί να μας πει ότι αισθάνεται το θάνατο να πλησιάζει, δεν είμαστε σε θέση να το ακούσουμε ούτε να το δεχτούμε. Προσπαθούμε ν ́αγνοήσουμε το μήνυμά του, να το σκεπάσουμε με χαριτολογήματα και αστεϊσμούς, γιατί δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτήν την οδυνηρή πραγματικότητα. Μ ́αυτόν τον τρόπο όμως, χάνουμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε βαθιά μ ́αυτούς που αγαπάμε πάνω στο θέμα που απασχολεί το νού μας. Στο ίδιο βιβλίο, συναντούμε επίσης ένα απόσπασμα από ένα σεμινάριο της Elisabeth Kubler-Ross με ακροατήριο απαρτιζόμενο από ιατρούς και νοσοκόμους. Τους ρώτησε: «Πώς θα αισθανόσαστε εάν μπαίνατε σ ́ένα δωμάτιο να επισκεφτείτε μία μητέρα 28 χρόνων που πεθαίνει από καρκίνο; Πολλές απαντήσεις του ακροατηρίου ήταν: θυμός, ανημπόρια, οίκτος, λύπη, φρίκη, σύγχυση κλπ. Τότε μας ρώτησε: Πώς θα αισθανόσαστε εάν είσασταν εσείς αυτή η μητέρα και ο κάθε ένας που έμπαινε στο δωμάτιό αισθανόταν έτσι; Ξαφνικά είδαμε όλοι μας πώς αντιμετωπίζουμε τέτοιους ανθρώπους με αυτές τις αντιδράσεις ενάντια στο θάνατο και ξεχνάμε ότι σε αυτό το σώμα υπάρχει κάποιος σαν κι εμάς που έχει ανάγκη επαφής μ ́έναν συνάνθρωπό του».

Σ ́ενα άλλο βιβλίο, «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΡΔΑΔ, (Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΙΒΩΤΟΥ)», του Μιχαήλ Ναϊμύ, από ένα κεφάλαιο που αναφέρεται (μέσα από τη μορφή διαλόγου δάσκαλου και μαθητή), στην αιωνιότητα της ψυχής και στην αδυναμία μας να διακρίνουμε τη διαφορετική μορφή την οποία «ντύνεται» αυτή όταν εγκαταλείπει το θνητό σώμα, παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα, γιατί είναι γλαφυρότατο:

«Ο πατέρας σου δεν είναι νεκρός Χιμπάλ. Ούτε η μορφή και η σκιά του είναι νεκρή ακόμη. Αλλά νεκρές στ ́αλήθεια, είναι οι αισθήσεις σου μπροστά στην αλλαγμένη μορφή και σκιά του πατέρα σου. Γιατί υπάρχουν μορφές τόσο λεπτές και σκιές, τόσο εξαϋλωμένες, που το τραχύ τ ́ανθρώπου μάτι δεν μπορεί να δεί. Η σκιά του κέδρου στο δάσος δεν είναι η ίδια με τη σκιά του ίδιου κέδρου σαν γενεί κατάρτι πλοίου ή κολόνα σε ναό, ή ικρίωμα κρεμάλας. Ούτε είναι η σκιά αυτή, ίδια στο φώς του ήλιου και στο φως της σελήνης, των άστρων, ή της πορφυρής πάχνης της αυγής. Κι όμως ο κέδρος ζεί ως κέδρος, κι άς έχει αλλάξει τόσο, παρ ́όλο που οι άλλοι κέδροι στο δάσος, δεν τον αναγνωρίζουν γι ́ αδελφό τους... Μπορεί να ξέρει ο σπόρος μέσα στη γη τη συγγένεια του με το στάχυ πάνω από τη γή; Μπορούν οι υδρατμοί του αέρα ή τα νερά της θάλασσας να δουν ως αδελφούς τους παγετώνες στις βουνοπλαγιές; Μπορεί η γη να διακρίνει ένα αδελφό αστέρι στο μετέωρο που ορμάει πάνω της, μέσα από τα βάθη του διαστήματος; Μπορεί η δρυς να δει τον εαυτό της στο βελανίδι; Γι ́αυτό και τώρα που ο πατέρας σου βρίσκεται μέσα σ ́ένα φώς που το μάτι σου δεν ξέρει και με μια μορφή που δεν μπορείς να διακρίνεις, λές ότι είναι πεθαμένος. Αλλά ο υλικός εαυτός του ανθρώπου, όπου κι άν μεταφερθεί, όπως κι άν αλλάξει θα ρίχνει τη σκιά του, μέχρις ότου διαλυθεί εντελώς μέσα στο Φώς του Θείου Εαυτού του Ανθρώπου...

Αισθάνεστε την καταπληκτική αλλαγή των εποχών και πιστεύετε ότι όλα βρίσκονται σε αλλαγή. Όμως παραδέχεστε ότι η δύναμη που ξεδιπλώνει και μαζεύει τις εποχές είναι μία, αιώνια η ίδια. Αισθάνεστε την ανάπτυξη και τη φθορά των πραγμάτων και διακηρύσσετε ότι η φθορά είναι το τέρμα των πραγμάτων που αναπτύσσονται. Ομολογείτε όμως ότι η δύναμη, όπου οφείλεται η φθορά και η ανάπτυξη, ούτε αναπτύσσεται, ούτε φθείρεται».

Με βάση τη θεωρία της μετενσάρκωσης, στις άπειρες ενσαρκώσεις μας, η ψυχή συναντά πολλούς γονείς, συζύγους, παιδιά, αδέλφια. Στην κάθε επόμενη ενσάρκωση ούτε καν τους θυμάται. Αυτό δεικνύει κάτι: Συναντούμε ενσαρκωμένες ψυχές-συνοδοιπόρους στο εκάστοτε βραχύβιο ταξίδι-κάθοδο στη γη, το οποίο στα «μάτια» της αιωνιότητας, μεταφράζεται σε κλάσματα δευτερολέπτου γήινου χρόνου.

Τι θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την «αναχώρηση» κάποιου από κοντά μας; Μέσω αυτού του επώδυνου γεγονότος, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την προσωρινότητα της παρουσίας μας στο γήινο πεδίο και τη φθαρτότητα του σώματος μας. Να δούμε έστω και αυτή τη δύσκολη για εμάς στιγμή, πόσο εγωκεντρική νοοτροπία υϊοθετούμε σε όλη μας τη ζωή που ακόμη και στο θάνατο, η προσκόλληση μας στους άλλους ανθρώπους, αναμνήσεις, καταστάσεις, μας εμποδίζουν να δούμε πως η ζωή έχει μία συνέχεια, υπήρχε πριν εμείς γεννηθούμε και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά το δικό μας θάνατο και η οποία δεν εξαρτάται από εμάς.

Ουσιαστικά δε ζούμε στο «εδώ και τώρα», χάνουμε τις στιγμές και αθροιστικά την ίδια μας τη ζωή στην ολότητα της την καθόλικότητα της, με ό,τι κι αν περικλείει αυτή. Αυτό τελικά που εξαρτάται από εμάς είναι η θεώρησή μας απέναντι στα γεγονότα, η πνευματική ωριμότητα και εγρήγορση που είναι στο χέρι μας να καλλιεργήσουμε και το «άνοιγμα» του μυαλού μας αναφορικά με όσα δε κατανοούμε και που μπορούμε να τα κατανοήσουμε διότι αυτή η γνώση κατοικεί εντός μας μιας και είμαστε η επιτομή του σύμπαντος και του ίδιου του δημιουργού μας, (γι αυτό ίσως και ο Πλάτων πρέσβευε πως ουσιαστικά δεν μαθαίνουμε, απλώς ενθυμούμαστε την ήδη υπάρχουσα γνώση), και κατά δεύτερο, εφ όσον και μόνον ένας άνθρωπος έφτασε σε αυτήν την εσωτερική γνώση της λειτουργίας των μηχανισμών του νου, της ψυχής και των συμπάντων, μπορούμε δυνητικά κι εμείς γιατί είναι στις «προδιαγραφές» μας στις δυνατότητες μας. Και έχουμε ουκ ολίγα παραδείγματα αυτών που λέμε πεφωτισμένα πνεύματα, μύστες, αγίους κτλ.

Δεν ξεκινούν όλα να ενεργοποιούνται με τη δική μας «εμφάνιση»/παρουσία στη δημιουργία, ούτε απενεργοποιούνται με την αποχώρησή μας από αυτήν. Οφείλουμε κάποτε να το κατανοήσουμε αυτό. Αυτή η κατανόηση με τη σειρά της, θα μας απελευθερώσει από το άγχος του φόβου του μέλλοντος και του τι πρόκειται να συμβεί. Ένα άλλο «μάθημα» που μπορούμε να λάβουμε από την εμπειρία ενός ενδεχόμενου θανάτου, είναι αυτό που συχνά και πολύ σοφά επικαλείται ο απλός λαός, σε σχέση με την εγκληματική απληστία που έχουμε (και κάποιοι μεθοδευμένα προωθούν μέσα από όλα τα μέσα που άπτονται της καθημερινότητας μας και της ζωής μας ολόκληρης, όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης), και περικλείεται στη γνωστή φράση: «τι τα μαζεύει; Μήπως μπορεί να τα πάρει μαζί του;» Και προεκτείνοντας το, δε το επικεντρώνουμε μόνο στα χρήματα μα και σε ο,τιδήποτε υλικό που μας προσφέρει εφήμερη και ψευδαισθητική ευτυχία όπως δόξα, φήμη, τίτλοι, άψυχες εφήμερες και χωρίς βάθος και ουσία σχέσεις με τους συνανθρώπους μας.

Μέσα από αυτό το πρίσμα της ματαιότητας, του εφήμερου και της γρήγορα εναλασσόμενης φύσης όλων των υλικών και φθαρτών δεδομένων, τι νόημα έχει στ ́αλήθεια τόση μικροψυχία που επιδεικνύουμε, τόση υπερηφάνεια, κτητικότητα, τόσος θυμός και πίκρα που βιώνουμε με την πρώτη αιτία, αναίτια συχνά, στην κάθε μας ημέρα;

Τι είναι αυτό που μας ανήκει τελικά και μας καθιστά αρμόδιους να θρηνούμε όταν εκείνο «ξεγλιστρήσει» απλώς, από το δικό μας οπτικό πεδίο; Γιατί έτσι συμβαίνει με το θάνατο. Το αντικείμενο της ταύτισης μας, απλώς μετατοπίζεται από το πεπερασμένο οπτικό μας πεδίο σε κάποιο άλλο πεδίο. Αυτήν την πληροφορία θα την συναντήσουμε σεόλες σχεδόν τις ιερές γραφές, θρησκείες, φιλοσοφικά συστήματα σκέψης.

Και το σώμα και τα ταλέντα μας ακόμη και η ίδια η γη η οποία γενναιόδωρα μας φιλοξενεί, «δανεισμένα» σε εμάς είναι. Προς τι λοιπόν τόση υπερηφάνεια για αυτά και τόση επίπονη τελικά ταύτιση; Τον μόνο «θάνατο» που θα έπρεπε να λαχταράμε να είναι αμετάκλητος και μάλιστα να τον επιζητούμε με ζήλο, δεν θα έπρεπε να είναι αυτός που ονομάζουμε φυσικό σωματικό θάνατο, αλλά αυτός των ελαττωμάτων μας, των θλιβερών και εγκληματικών μικροτήτων μας και της αδιαφορίας μας απέναντι σε ό,τι είναι αγνό, άδολο, φυσικό και αιώνιο. Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις σε αυτό το τεράστιο και ιερό θέμα, θα έλεγα, πως όταν έρθει τελικά η στιγμή να μάθουμε να ζούμε, θα μάθουμε και να πεθαίνουμε, μέσα από την σιωπηλή αξιοπρέπεια και το μεγαλείο του ανοικτού και ερευνητικού νου, διότι ζωή και θάνατος, που επιτρέψτε μου, ίσως λαθεμένα εκφράζονται/ερμηνεύονται μέσα από δύο διαφορετικές λέξεις και όχι από μία, είναι δύο καταστάσεις, δύο απειροελάχιστα σημεία του ίδιου σχήματος. Αυτού της ύπαρξης, και αν θέλουμε να κατανοήσουμε βαθιά και ουσιαστικά την τελευταία, τότε ας αφεθούμε στα κρυφά μα και τόσο έκδηλα εν τέλει, μηνύματα, που αυτή μας δίνει στο αιώνιο και τόσο αστείρευτα μεγαλειώδες πέρασμά της...

της Λίζας Χατζηθεοδώρου



==========================
"O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου