Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ο Παπαδιαμάντης από τα ελληνικά στα ελληνικά (Σταύρος Ζουμπουλάκης)


Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βάλαμε, όπως κάθε χρόνο, διηγήματα του Παπαδιαμάντη -και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και στη γλώσσα του και αν αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη (βέβαια, οι θαμώνες του ιστολογίου δεν βρίσκονται όλοι στην πρώτη νιότη, κι έτσι δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του αναγνωστικού κοινού).
def52b03ffad83d42265f69a68448e6cΕίχα σκοπό, και αν θυμάμαι καλά το είχα υπαινιχθεί σε κάποιο σχόλιο, αμέσως μετά τις γιορτές να ανεβάσω το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εξετάζει το πρόβλημα των ενδογλωσσικών μεταφράσεων γενικά, και ειδικότερα του Παπαδιαμάντη.
Το άρθρο το πήρα από το εξαιρετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», με παπαδιαμαντικά δοκίμια. Θα θυμώσει ίσως ο συγγραφέας, διότι το κείμενό του το παρουσιάζω μονοτονισμένο, για προφανείς τεχνικούς λόγους (δεν έχω οσιάρ πολυτονικό) ενώ επίσης για τεχνικούς λόγους παραλείπω τις (ουσιαστικές) υποσημειώσεις -αλλά αυτό ίσως είναι και καλό, να υστερεί σε κάτι η διαδικτυακή έκδοση εφόσον πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο: να πάτε να το πάρετε!
Το πρόβλημα του αν πρέπει να μεταφράζεται ενδογλωσσικά (να μεταγλωττίζεται θα έλεγαν κάποιοι) ο Παπαδιαμάντης (ή γενικά κάθε κείμενο του 19ου αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα) δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Στο ιστολόγιο δεν θυμάμαι να το έχουμε ξανασυζητήσει, αλλά όταν το 2005 είχε εκδοθεί η μεταγλωττισμένη Πάπισσα Ιωάννα είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο...
 είχα ταχθεί εναντίον της συγκεκριμένης μετάφρασης χωρίς να απορρίπτω την ιδέα της μετάφρασης γενικά -και είχα επίσης υποστηρίξει τις αντικριστές εκδόσεις (αριστερά το πρωτότυπο, δεξιά το μεταφρασμένο) όπως κάνει και ο Ζουμπουλάκης στο σημερινό άρθρο. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα είχα ακόμα λιγότερες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη -και καμία για άλλα κείμενα της καθαρεύουσας που δεν έχουν τόσο ιδιάζον ύφος.
Το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με νηφαλιότητα και με επιχειρήματα που μου φαίνονται πολύ γερά. Αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι ότι, ενώ ολοφάνερα δεν τον ευχαριστεί η κατάσταση που περιγράφει (ότι δηλαδή οι νέοι δυσκολεύονται με τα παλιότερα κείμενα) ούτε καταφεύγει σε ιερεμιάδες και ελεεινολογίες, ούτε ψάχνει να βρει ενόχους (το μονοτονικό, το ΠΑΣΟΚ, τον Φίλη), ούτε προτείνει ανεφάρμοστες και ατελέσφορες λύσεις όπως άλλοι (να πολλαπλασιαστούν οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, να διδάσκονται τα αρχαία από το νηπιαγωγείο κτλ.). Οι προτάσεις του Ζουμπουλάκη (κι αν βιάζεστε, πηγαίνετε κατευθείαν στις αριθμημένες παραγράφους στο τέλος του κειμένου) είναι όλες εφαρμόσιμες και πολύ μελετημένες.
Όμως πολλά είπα, και το δοκίμιο δεν είναι μικρό. Οπότε, δίνω τον λόγο στον Σταύρο Ζουμπουλάκη. Όσοι είναι ακουστικοί τύποι, μπορούν να ακούσουν και διάλεξή του για το ίδιο θέμα -αλλά βέβαια δεν θα λέει ακριβώς τα ίδια με το εδώ κείμενο:
Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

H εισήγησή μου αφορά την πρόσφατη συζήτηση της μετά­φρασης του Παπαδιαμάντη στη δημοτική από λογοτέχνες. Θα μιλήσω δηλαδή αποκλειστικά για μεταφράσεις με λογοτεχνική αξίωση, και δεν θα αναφερθώ διόλου στις πολυάριθμες μεταφράσεις έργων του που προορίζονται για παιδιά και εφήβους, οι περισσότερες άλλωστε από τις οποίες δεν είναι απλώς μεταφράσεις αλλά και διασκευές.
Οι σημερινές δυτικές (αλλά όχι μόνο) κοινωνίες μετα­φράζουν ακατάπαυστα, πολύ περισσότερο από ό,τι μετέ­φραζαν κατά το παρελθόν. Μια κοινωνία ή μια κοινότητα μεταφράζει ένα έργο άλλης γλώσσας, όταν θεωρεί ότι είναι σημαντικό -δεν λέω όταν είναι πράγματι σημαντι­κό-, όταν θεωρεί ότι έχει ανάγκη τις σημασίες του και βεβαίως όταν θεωρεί ότι υπάρχουν αποδέκτες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις: μεταφράζουμε παλαιότερα κείμενα μιας γλώσσας, επειδή προφανώς δεν τα κατανοούμε στο πρωτότυπο και κυρίως επειδή θεωρούμε ότι είναι σημαντικά και τα χρειαζόμα­στε. Σε όλες τις γλώσσες με μακραίωνη ιστορία συμβαίνει αυτό. Δεν είναι μόνο από τα αρχαία ελληνικά στα νέα ή από τα λατινικά στα ιταλικά που μεταφράζουμε, αλλά και από τα σλαβονικά στα ρωσικά, από τα αγγλικά τού Τσώσερ και τα γαλλικά τού Ραμπελαί στα σύγχρο­να αγγλικά και γαλλικά. Το πέρασμα των αιώνων δεν αποτελεί τη μόνη αιτία που επιβάλλει τις μεταφράσεις, υπάρχουν ενίοτε και άλλοι λόγοι που καθιστούν πρόσφατα κείμενα ακατανόητα ή δυσνόητα. Τα οθωμανικά, αίφνης, κείμενα είναι όχι απλώς ακατανόητα αλλά και εντελώς μη αναγνώσιμα από τον σημερινό Τούρκο, επειδή πριν από μερικές δεκαετίες ο Κεμάλ εισήγαγε το λατινικό αλφάβητο, ενώ οι σημερινοί απόγονοι των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης δεν μπορούν ούτε αυτοί να δια­βάσουν τα έργα των πατέρων τους που ήταν γραμμένα στη γλώσσα που μιλούσαν, τα γίντις, επειδή ο ναζισμός εξόντωσε ακριβώς εκείνους που θα τους τη μάθαιναν. Άλλη μεγάλη κατηγορία ενδογλωσσικών μεταφράσεων αφορά τα διαλεκτικά κείμενα που μεταφράζονται στην κοινή, καθώς οι διάλεκτοι χάνονται ή έχουν οριστικά χαθεί. Κοντολογίς, μακρότατος είναι ο κατάλογος και μεγάλη ή ποικιλία των περιπτώσεων ενδογλωσσικής με­τάφρασης. Κάθε περίπτωση είναι προφανώς ξεχωριστή.
Η ιδιαιτερότητα τής νεοελληνικής περίπτωσης έγκειται στο γεγονός ότι, λόγω τής περιπέτειας τού γλωσσικού ζητήματος, έχουμε οδηγηθεί να μεταφράζουμε κείμε­να όχι τού 14ου ή 15ου αιώνα, όπως ο Γάλλος και ο Άγγλος, αλλά και κείμενα κυριολεκτικώς χτεσινά. Σε μια βιβλιοκρισία για τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, μεταφρασμένα στη δημοτική από την Καίτη Χιωτέλλη (Άγκυρα, 2001), είχα μνημονέψει μερικά νεοελληνικά έργα που είχαν μεταφερθεί στη δημοτική.
Από τότε μέχρι σήμερα οι εν λόγω μεταφράσεις έχουν πολλαπλασιαστεί. Προσθέτω εδώ δύο παραδείγματα, που έχουν, νομίζω, ιδιαίτερη σημασία.
  1. Νικόλαος Δ. Τζουγανάτος, Θέματα Αρχαίων Ελλη­νικών, μεταγλώττιση στη δημοτική Ηλίας Τσιριγκάκης (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2006)· του ίδιου, Σύνταξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ο υποτακτικός λόγος, μεταγλώττιση στη δημοτική Ηλίας Τσιριγκάκης (Βιβλιοπωλείον τής «Εστίας», 2009). Το πρώτο είναι μετάφραση τής περίφημης Θεματογραφίας, που πρωτοεκδόθηκε το 1956 και τη διάβασαν, στις αλλεπάλληλες εκδόσεις της, φουρνιές και φουρνιές μαθητών που ετοιμάζονταν για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το δεύτερο είναι μετάφραση του βιβλίου Σύνταξις της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Ο υποτεταγμένος λόγος (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1963), ενός πολύ χρήσιμου βοηθήματος για τους καθηγητές της Μέσης και τους φοι­τητές της φιλολογίας («προς χρήσιν των σπουδαζόντων την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν», έγραφε η πρώτη έκδοση στο εξώφυλλο). Εκτιμήθηκε δηλαδή από τον εκδότη και τους κληρονόμους του συγγραφέα ότι οι φιλόλογοι που διδάσκουν αρχαία ελληνικά -αύτοί ήταν πιά οι μόνοι εναπομείναντες αγοραστές των βιβλίων- δυσκολεύονται να διαβάσουν κείμενο της απλής καθαρεύουσας. Πώς θα διαβάσουν τώρα τα αρχαία παραδείγματα του Υποτεταγμένου ή τα θέματα της Θεματογραφίας είναι πραγματικά απορίας άξιο.
  2. Παν. Ν. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, «Ό Σωτήρ», Αθήνα 2011. Πρόκειται για μετά­φραση της πασίγνωστης παράφρασης του Τρεμπέλα, ενός θεολογικού μπεστσέλερ, από τον Μάριο Δομουχτσή. Από τον ίδιο εκδότη επανεκδίδεται μεταφρασμένη η σειρά «Λαϊκόν κήρυγμα από την Αγίαν Γραφήν» του Τρεμπέλα. Κάθε τομίδιο της σειράς που εξαντλείται επανεκδίδεται στη δημοτική, χωρίς όνομα μεταφραστή. Δηλαδή, ένας ακραία συντηρητικός οργανισμός, θρησκευτικά και κοινωνι­κά, η Αδελφότητα του Σωτήρα, μεταφράζει στη δημοτική τα βιβλία του, επειδή εκτιμάει, πιστεύω, όχι τόσο ότι δεν είναι κατανοητή η απλή καθαρεύουσα του Τρεμπέλα, όσο ότι δεν είναι οικεία, θελκτική, για τον σημερινό αναγνώστη. θα προσθέσω ότι, επειδή ο Τρεμπέλας δεν ήταν δα και κανένας στυλίστας, το μεταφρασμένο κείμενο, ειδικά της συντόμου ερμηνείας, είναι πολύ καλύτερο από το πρωτότυπο. Θα μπορούσα στη συνάφεια αυτή να αναφέρω δεκάδες θρησκευτικά έργα που έχουν μεταφραστεί στη δημοτική, αλλά θα αρκεστώ σε ένα μόνο, λόγω του προλόγου του. Η έκδοση της Διατριβής περί ευθανασίας (1804) του Ευγένιου Βούλγαρη στη δημοτική (μτφρ.-επιμ. Γιάνης Δημολιάτης, Μανώλης Γαλανάκης, Εξάντας, Αθήνα 2005) προλογίστηκε από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος επαινούσε, σε άπταιστη καθαρεύουσα, «την γλωσσικήν απλούστευσιν», διότι «η δυσνόητος και υψηλού ύφους γλωσσική έκφρασις αυτού το καθίστα απρόσιτον εις το ευρύτερον επιστημονικόν κοινόν».
Ας μην καμωνόμαστε λοιπόν ότι δεν υπάρχει πρόβλη­μα. Τα νεότερα κείμενα της λόγιας γλώσσας, από την αρχαΐζουσα ως την απλή καθαρεύουσα, είναι ακατανόητα ή δυσνόητα στο σημερινό κοινό. Η δυσκολία δεν είναι υπόθεση λεξιλογίου. Αν ήταν, το πράγμα αντιμετωπιζόταν εύκολα, με υποσέλιδα ερμηνεύματα λέξεων και φράσεων η με γλωσσάρια. Η δυσκολία τους πηγάζει από τη συντακτική δομή και τη γραμματική μορφή. Πρέπει να ξέρεις καλά τα αρχαία ελληνικά της αττικής διαλέκτου, που μαθαίναμε παλιά στα σχολεία μας (όσοι τα μαθαίναμε), για να διαβάζεις απρόσκοπτα και να χαίρεσαι αυτά τα κείμενα. Ο Κορνάρος (16ος αι.) διαβάζεται πολύ πιο εύκολα, με τη βοήθεια ενός γλωσσαρίου, από τα κείμενα της καθαρεύουσας του 19ου η και του 20ού αιώνα, το ίδιο και ο Στέφανος Σαχλίκης (14ος αί.), που διαβάζεται μάλιστα πολύ πιο άνετα από τον σημερινό Έλληνα και από ό,τι ο σύγχρονός του Τσώσερ από τον σημερινό Άγγλο. Ακόμη όμως και αν δεν είναι τόσο δυσνόητα τα πρόσφατα νεοελληνικά κείμενα σε λόγια γλώσσα, είναι πάντως ανοίκεια, ξενίζουν, δεν καλούν σε ανάγνωση, όταν δεν απωθούν. Ενόψει αυτής της πραγματικότητας, οι εκδότες, που μπορεί να κάνουν βεβαίως εσφαλμένες επιλογές αλλά δεν πετάνε τα λεφτά τους, μεταφράζουν ακόμη και κείμενα κυριολεκτικώς χτεσινά. Την παρά­φραση του Τρεμπέλα τη διάβαζαν μέχρι χτες οι πάντες, άνθρωποι του Δημοτικού, ενώ τη Θεματογραφία του Τζουγανάτου τη διάβαζαν μαθητές. Σήμερα εκτιμάται ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο ή αδύνατο. Σε αυτά άκριβώς τα γλωσσικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα τίθεται και το θέμα της μετάφρασης των λογοτεχνικών κειμένων και εν προκειμένω του Παπαδιαμάντη.
Αν το θέμα της αναγκαιότητας να μεταφραστεί ο Παπαδιαμάντης το έθεσε ρητά πρώτος ο Άριστος Καμπάνης, σιωπηρώς τίθεται ζώντος ήδη του συγγραφέα. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος μάς πληροφορεί ότι, μόλις κυκλοφό­ρησε η μετάφραση του Βίου του Χριστού του Φάρραρ (1898), κυκλοφόρησε, την επόμενη ακριβώς χρονιά, και μεταγλώττισή της σε λαϊκή γλώσσα, καταπώς τη δια­φήμιζε η Ακρόπολις. Οι παπαδιαμαντικές μεταφράσεις δεν είναι οι μόνες, φαίνεται, που ξανακυκλοφόρησαν μεταγλωττισμένες. Από τον Βαλέτα μαθαίνουμε ότι ο εκδότης του περ. Νεότης της Σμύρνης Μ. Έξαρχος είχε μεταφράσει το 1910 το διήγημα «Τ’ Αστεράκι», λίγο άργότερα δηλαδή από την πρώτη δημοσίευσή του (1908), καθώς επίσης και το πρώτο κεφάλαιο της Φόνισσας. Και τις δύο αυτές μεταφράσεις τις κράτησε ο μεταφραστής στο αρχείο του.
Και έρχομαι τώρα στο προκείμενο. Η πρόσφατη συζή­τηση για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη στη δημοτική ξεκίνησε το 1997 με τη δημοσίευση στο Βήμα (27.7.1997) της μετάφρασης από τον Μένη Κουμανταρέα του «Έρωτα στα χιόνια». Ο Κουμανταρέας ήθελε αρχικά, όπως ομολογεί ο ίδιος στο κείμενό του που συνόδευε τη μετάφραση, να μεταγλωττίσει το διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο», κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να γίνει επειδή το διήγημα είναι μεγάλο και δεν χωρούσε στην εφημερίδα· αρκέστηκε έτσι στον «Έρωτα στα χιόνια», που παρουσίαζε, προς λύπη του, λιγότερες δυσκολίες. Αφετηρία της μεταφραστικής απόπειρας του Μένη Κουμανταρέα στάθηκε η πεποίθηση ότι ο Παπαδιαμάντης είναι γλωσσικά απρόσιτος στις νε­ότερες γενιές, τον «σκεπάζει η ομίχλη της γλώσσας», και σκοπός της να τον επανακαταστήσει προσιτό. «Κάθε νέα γενιά έχει τις απαιτήσεις της και οφείλουμε να νοιαστούμε γι’ αυτές […]».
Η μετάφραση προκάλεσε μεγάλη συζήτηση. θα περιο­ριστώ στις αντιδράσεις των λογοτεχνών, ομαδοποιώντας τα επιχειρήματά τους:
α. η μετάφραση του Παπαδιαμάντη στη δημοτική είναι δώρον άδωρον, οι νέοι, αυτοί οι περιβόητοι νέοι, δεν τον διαβάζουν, όχι επειδή τούς είναι ξένη η γλώσ­σα του αλλά επειδή τούς είναι ξένος ο κόσμος του, τα θέματά του (Νόλλας, Βλαβιανός, αντίθετα Παπαγιώργης).
β. δεν χρειάζεται μετάφραση γιατί δεν υπάρχει γλωσ­σικό εμπόδιο, τα κείμενα είναι κατανοητά (Βαλτινός, Βαγενάς, Δημητρίου, Γιατρομανωλάκης, αντίθετα Παπα­γιώργης). Ο Βαγενάς θεωρεί ότι οι μεταφράσεις αυτές αποτελούν κατάλοιπο του παλαιοδημοτικισμού, αφού ποτέ δεν δοκιμάζει κανείς να μεταφράσει κείμενα της δημοτικής, τα οποία παρουσιάζουν ενίοτε τις ίδιες και μεγαλύτερες δυσκολίες.
γ. να μη μεταφράσουμε τον Παπαδιαμάντη, γιατί αξιωματικά δεν πρέπει να μεταφράζουμε κείμενα της πρόσφατης λογοτεχνίας μας, του 19ου αιώνα (Γαλανάκη).
δ. Λογοτεχνία σημαίνει παιδεία και κόπος, ας τον καταβάλουν επιτέλους οι φιλομαθείς νέοι (Βλαβιανός, Γαλανάκη, Ζατέλη).
ε. Κοινό και κυρίαρχο επιχείρημα: ο Παπαδιαμάντης είναι η γλώσσα του, άρα κάθε μεταγλώττιση συνιστά λογοτεχνική καταστροφή του.
Συμπερασματικά, η αντίδραση συγγραφέων στη μετάφρα­ση του Κουμανταρέα ήταν ευρεία και σύσσωμα αρνητική, με κεντρικό επιχείρημα την καταστροφή της λογοτεχνικότητας, της μαγείας του κειμένου, επιχείρημα που προϋποθέτει την πεποίθηση ότι ο Παπαδιαμάντης είναι γλωσσικά ευπρόσιτος. Δεν θέλω να σχολιάσω τη συζήτηση και τα επιχειρήματά της, θα παρατηρήσω μόνο ότι προσπέρασαν όλοι (εκτός από τον Παπαγιώργη) πολύ εύκολα το ερώτημα, το υποθετικό έστω ερώτημα: τι κάνουμε όταν διαπιστώσουμε ότι ένα νεοελληνικό κείμενο δεν είναι κατανοητό στη γλώσσα στην οποία γράφτηκε και θεωρούμε ότι το κείμενο αυτό αξίζει τον κόπο να διαβάζεται; Αυτή η αποσιώπηση θα αποτελέσει το έδαφος στο οποίο θα στηρίξει την απάντησή του ο Κουμανταρέας, υπερασπιζόμενος και εκ των ύστερων το εγχείρημά του (Ελευθεροτυπία, 21.9.1997):
Με δυο λόγια ο θόρυβος που ξεσήκωσε η απόπειρα μου αυτή γι’ άλλη μια φορά αποδεικνύει πόσο δέσμιοι του παρελθόντος είμαστε και πόσο γονατιστοί προσευχόμαστε στα είδωλα. Δεν έχω διάθεση ν’ απολογηθώ στους υπερασπιστές του Σκιαθίτη ούτε ν’ αναμετρηθώ μαζί τους σε αγάπη, σεβασμό και περιφρούρηση του έργου του. Ήμουν σαφής σ’ αυτά που προλογικά έγραψα στο Βήμα. Είμαι πρόθυμος και ανοιχτός να δεχτώ κάποιες υποδείξεις από κάποιους σοφότερους μου σε κάποια λέξη η πρόταση όχι όμως και λογοκρισία. Μπορεί να μην ήμουν ο ένδεδειγμένος γι’ αυτό το εγχείρημα. Μα δεν καταλαβαίνουν, τέλος πάντων, όλοι αυτοί που κόπτονται, λες και είναι ατζέντηδες του Σκιαθίτη, ότι, αν σήμερα το γλωσσικό ιδίωμα τοΰ Π. είναι δυσνόητο, σε λίγα χρόνια θα είναι εντελώς ακατανόητο; ‘Ώστε λοιπόν μόνο οι συγκεκριμένες λέξεις που είναι φορτισμένες με την αίγλη, τη γοητεία και την πνευματικότητα αξίζουν απ’ όλον τον Παπαδιαμάντη! Η υπόθεση, το νόημα, οι χαρακτήρες είναι αδιάφοροι; Μάς ένδιαφέρει μόνο η αισθητική άποψη; Και δεν είναι ενδιαφέρον, έστω και πειραματικά, να δούμε πόσα νέα ελληνικά σηκώνουν τα ελληνικά του Παπαδιαμάντη, να δούμε δηλαδή άν η γλώσσα στην οποία γράφουμε σήμερα είναι ικανή να σηκώσει την ποίηση και την ομορφιά ενός μεγάλου πεζογράφου;
Έχει σημασία να προσθέσω, για την ιστορία, τον παράδο­ξο επίλογο αυτής της υπόθεσης: ο ίδιος ο Κουμανταρέας, συμμετέχοντας σε εκδήλωση για την παρουσίαση της χρηστικής έκδοσης των Απάντων του Παπαδιαμάντη από το Βήμα, αποδοκίμασε δημόσια και παπαδιαμαντιστί τη μεταφραστική απόπειρα του 1997, με τη φράση «Ότε ήμην απερίσκεπτος…».
Εννιά χρόνια μετά τη μετάφραση του Κουμανταρέα και τη συζήτηση που προκάλεσε, το ζήτημα αναζωπυρώθηκε, με αφορμή αυτή τη φορά τη μετάφραση της Φόνισσας από τον Γιώργο Αριστηνό (Ελληνικά Γράμματα, 2006). Έχει σημασία να προσθέσουμε ότι η μετάφραση τοΰ Αριστηνού δεν ήταν ένα μεμονωμένο εγχείρημα, αλλά εντασσόταν σε ευρύτερο σχετικό πρόγραμμα του ως άνω εκδοτικού οίκου, στη σειρά μάλιστα «Κλασική Βιβλιοθήκη/Οι Έλληνες», υπό τη διεύθυνση του Άρη Μαραγκόπουλου. Είχε προηγηθεί η Πάπισσα Ιωάννα, σε μετάφραση του Δημήτρη Καλοκύρη (Ελληνικά Γράμματα, 2005) και σχεδιάζονταν και άλλες παρόμοιες εκδόσεις, του Βιζυηνού, του Βικέλα, του Θεοτόκη(!), οι οποίες τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν. Δεν θα αναπαραγάγω εδώ τη συζήτηση που προκλήθηκε, θα σημειώσω μόνο ότι, μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια, το κλίμα έχει αλλάξει: εξακολουθούν να υπερτερούν αριθμητικά οι αντίπαλοι των ενδογλωσσικών μεταφράσεων, γενικά αλλά και ειδικά των συγκεκριμένων μεταφράσεων, έχουν ωστόσο αυξηθεί οι υπερασπιστές τους.
Θα συνοψίσω, τελειώνοντας, την προσωπική μου γνώμη επί του θέματος:
  1. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι προϊόντος του χρόνου τα κάθε είδους κείμενα της λόγιας γλώσσας θα γίνονται όλο και περισσότερο δυσπρόσιτα και ανοίκεια γλωσσικά στους Έλληνες αναγνώστες. Το ζήτημα είναι αποκλειστικά και μόνο γλωσσικό, δεν είναι, όπως θέ­λουμε να βαυκαλιζόμαστε, ζήτημα κόσμου ή θεμάτων. Ο κόσμος των κλέφτικων τραγουδιών μπορεί να είναι πιο ξένος από τον κόσμο του Παπαδιαμάντη ή του Βιζυηνού, αλλά όποιος θέλει να τα πλησιάσει δεν αντιμετωπίζει πρωτογενείς γλωσσικές δυσκολίες. Το γεγονός αυτό έχει μεγάλη πολιτιστική σημασία, μεγαλύτερη πάντως από ό,τι έχει για τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, γιατί πρόκειται για κείμενα χτεσινά, κείμενα που αφορούν ζωτικά την αυτοκατανόησή μας ως κοινωνίας και ως έθνους. Μάς γίνεται ξένος ο ίδιος ο εαυτός μας. Ένας φοιτητής σή­μερα των πολιτικών επιστημών, αίφνης, δυσκολεύεται να κάνει μια μικρή εργασία, στο πλαίσιο των προπτυχιακών σπουδών του, αν χρειάζεται να διαβάσει εφημερίδες που γράφονταν, μέχρι χτες, στην καθαρεύουσα. Ήρθε η ώρα να πληρώσουμε το τίμημα του γλωσσικού διχασμού.
  2. Δοθέντος ότι τα κείμενα δεν αλλάζουν, υπάρχει άραγε ενδεχόμενο να αλλάξουν οι αναγνώστες, να αλλάξει δηλαδή η γλωσσική παιδεία τους; Στο σημερινό ελληνικό σχολείο και στο ορατό μέλλον αυτό φαίνεται αδιανόητο. Μακάρι να συνέβαινε, αλλά δεν πρόκειται.
  3. Ενόψει αυτής της πραγματικότητας, η κοινωνία μας αποφάσισε να μεταφράσει τα λόγια κείμενα στη σημερινή ομιλουμένη. Οι μεταφράσεις αυτές θα πληθαί­νουν μέρα τη μέρα, με όλο και επιταχυνόμενο ρυθμό, και θα φανερώνουν, εκτός όλων των άλλων, τι επιλέγει η κοινωνία να κρατήσει από το πρόσφατο παρελθόν της.
  4. Το ζήτημα, ειδικότερα, της μετάφρασης των λογοτε­χνικών κειμένων τίθεται, για προφανείς λόγους, εντελώς διαφορετικά από ό,τι της μετάφρασης των μη λογοτε­χνικών. Πολλά από τα δεύτερα, γραμμένα συχνά σε μια ψυχρή, τυπική και άπνοη καθαρεύουσα, γίνονται καλύτερα μεταφερμένα σε μια καλή δημοτική. Στη λογοτεχνία το ζήτημα αφορά ουσιαστικά μόνο την πεζογραφία, αφού η ποίησή μας, χάρις στον Σολωμό, γράφτηκε στη δημοτική, με μόνη αξιανάγνωστη εξαίρεση τον Κάλβο.
  5. Ενόψει αυτού του ασυγκράτητου μαζικοδημοκρατικού ρεύματος, δεν μπορεί να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά χρειάζεται να αναπτύξουμε μια πολύμορφη εκδοτική τακτική, όπως κάνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες με την παλαιότερη λογοτεχνία τους. Επί παραδείγματι, και όσον αφορά τον Παπαδιαμάντη, θα επαναλάβω τα εξής:
α. Επειδή ο Παπαδιαμάντης θα εξακολουθήσει να αποτελεί και ανάγνωσμα για παιδιά, οι εκδόσεις που προορίζονται για την ηλικία του Δημοτικού να έχουν το κείμενο αντικριστά με τη μετάφραση.
β. Οι εκδόσεις που προορίζονται για μαθητές Γυμνασίου-Λυκείου να περιέχουν μόνο το πρωτότυπο, με εκτενείς υποσέλιδες μεταφράσεις δυσνόητων γραμματικών τύπων και ολόκληρων φράσεων, και να μην αρκούνται σε ένα απλό γλωσσάρι.
γ. Όλες οι εκδόσεις για ενήλικους αναγνώστες να ακο­λουθούν την ίδια τακτική των υποσέλιδων ερμηνευμάτων ή, όσες απευθύνονται σε λογιότερο κοινό, να συνοδεύονται από Γλωσσάριο, το οποίο βεβαίως δεν θα περιορίζεται στους ιδιωματικούς τύπους αλλά θα περιλαμβάνει και λόγιες λέξεις.
Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα συνεχιστεί και η εκδοτική τακτική της απλής μετάφρασης, χωρίς το πρω­τότυπο. Δεν αμφιβάλλω όμως επίσης ότι αν δεν ακολου­θήσουμε μια εκδοτική τακτική σαν την παραπάνω (σε διάφορες παραλλαγές) τότε στο ορατό μέλλον το ευρύ κοινό θα διαβάζει τα κείμενα αυτά μόνο από μεταφρά­σεις και οι ειδικοί θα τα μελετούν στο πρωτότυπο στις βιβλιοθήκες. Όποιος αντιτείνει ότι με αυτά που προτεί­νω επιβραδύνουμε απλώς κάτι που ούτως ή άλλως θα συμβεί, θα απαντούσα πώς ναι, έτσι είναι, αλλά αυτό έχει κρίσιμη σημασία. Έχει δηλαδή εντελώς άλλη πολιτιστική σημασία να μεταφράζεις τους χτεσινούς από το να μεταφράζεις τους προχτεσινούς και τους ακόμη παλαιότερους. Όσο αργότερα μέσα στον χρόνο και σε όσο μικρότερο ποσοστό οι αναγνώστες διαβάζουν Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό και Ροΐδη σέ μετάφραση, τόσο το καλύτερο για τη λογοτεχνία και για τον νεοελληνικό πολιτισμό. Και για τους αναγνώστες.
(2011, τελική γραφή 2016) 
- https://sarantakos.wordpress.com/2017/01/15/zoumboulakis/#more-16354
==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου