Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Περί Οικονομίας και Πολιτισμού

Γράφει η Ουρανία Τουτουντζή

Αναφέρεται ένα περιστατικό από τον βίο του Θαλή του Μιλήσιου που αξίζει να το θυμόμαστε και, κάποτε, να το αφηγούμαστε και στα παιδιά μας. Ο Θαλής υπήρξε λαμπρός αστρονόμος, φυσικός φιλόσοφος και μαθηματικός και μία από τις ισχυρότερες διάνοιες όλων των καιρών του ανθρώπου.
Απασχολημένος όμως διαρκώς με την μελέτη και την έρευνα, δεν είχε κάνει πολλά πράγματα για να κερδίσει χρήματα.
Μία ημέρα, ένας συμπολίτης του τον πλησίασε και του είπε κάπως περιπαικτικά: «Σε τι σε ωφέλησαν λοιπόν μέχρι τώρα, η φιλοσοφία και οι γνώσεις σου, και η μελέτη των φυσικών νόμων, και τα αστέρια που κοιτάς κάθε βράδυ, αφού δεν κατόρθωσες να εξασφαλίσεις χάρη σε όλα αυτά ένα καλό εισόδημα; Εγώ, που δεν μελετώ καθόλου αλλά ζω με το εμπόριο, έχω πολύ μεγαλύτερο εισόδημα από εσένα! Άχρηστες μου φαίνεται πως είναι οι μελέτες σου!»
Ο σοφός δεν στενοχωρήθηκε καθόλου από τα λόγια αυτά. Του ήλθε όμως μία διάθεση κάπως… παιχνιδιάρικη, σαν αυτήν που κυριεύει μερικές φορές τους καλούς δασκάλους, και θέλησε να δώσει ένα μάθημα στον συμπολίτη του.
Κάνοντας λοιπόν κάποιες αστρονομικές παρατηρήσεις συμπέρανε ότι τον επόμενο χρόνο θα υπήρχε πολύ μεγάλη σοδειά από ελιές. Έτσι, διέθεσε τα λιγοστά του χρήματα και νοίκιασε όλα τα ελαιοτριβεία της περιοχής από πολύ νωρίς, σε μία εποχή που κανείς δεν ασχολιόταν με την σοδειά της ελιάς. ...

Επέτυχε πολύ χαμηλές τιμές. Οι μήνες όμως πέρασαν, και όταν έφθασε ο καιρός της συγκομιδής παρουσιάσθηκε πολύ μεγάλη ζήτηση στα ελαιοτριβεία. Τότε, οι καλλιεργητές και οι έμποροι του προσέφεραν πολλά χρήματα για να τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν αυτά που είχε εκείνος νοικιάσει –άλλωστε τα είχε νοικιάσει όλα! Ο σοφός πήγε κατόπιν στον συμπολίτη του, εκείνον που την προηγούμενη χρονιά του είχε μιλήσει για τον ανώφελο χαρακτήρα της γνώσης, και του είπε: «Να λοιπόν που η μελέτη μου με βοήθησε να πλουτίσω. Αυτό όμως είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι να αφιερώνεις την ζωή σου στην αναζήτηση της γνώσης».
Και αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που ασχολήθηκε με επιχειρήσεις.
Ο Θαλής ο Μιλήσιος θα μπορούσε να έχει χρήματα –και μάλιστα πολύ περισσότερα- από τον άνθρωπο που τον είχε περιγελάσει. Το ότι, επομένως, έκτοτε δεν σπατάλησε άλλη από την πνευματική του ενέργεια με σκοπό τον πλουτισμό ήταν συνειδητή επιλογή του. Πόσο αδιανόητη μας φαίνεται σήμερα μία τέτοια επιλογή;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μία τέτοια στάση ζωής μπορεί να ανθίσει και να γενικευτεί μόνο εντός μίας κοινωνίας η οποία εξασφαλίζει στα άτομα τη δυνατότητα της εκπαίδευσης και την δυνατότητα της επαρκούς υγειονομικής περίθαλψης. Πρόκειται για δύο σημαντικά αγαθά τα οποία σε μεγάλο βαθμό εξασφάλιζε η αρχαία ελληνική κοινωνία. Είναι γνωστό ότι οι φιλόσοφοι κατά κανόνα δεν ζητούσαν χρηματική αμοιβή για να διδάξουν τους νέους ανθρώπους στην αγορά (οι σοφιστές ήταν οι πρώτοι που το άλλαξαν αυτό), όπως και ότι υπήρχαν τα νοσοκομεία της εποχής που ήταν συγχρόνως και ναοί του Ασκληπιού, στα οποία υπηρετούσαν ιερείς –ιατροί και στα οποία έκαστος ασθενής συνεισέφερε αναλόγως προς τις δυνατότητές του.
Πέρα όμως από αυτό, το να έχει κάποιος πολλά πλούτη δεν ήταν –ή δεν ήταν το μοναδικό και για όλους- ζητούμενο. Ο Θαλής, ο Σωκράτης, όπως και πολλοί ακόμη θα μπορούσαν αναμφίβολα να κερδίσουν πολλά χρήματα είτε αξιοποιώντας τις γνώσεις τους είτε και από τη διδασκαλία τους. Αν δεν το έπραξαν, ήταν επειδή για εκείνους ο οικονομικός παράγοντας δεν ήταν ο σημαντικότερος στη ζωή τους, δεν ρύθμιζε τις πράξεις και τις επιλογές τους. Και υπήρξαν σίγουρα γι’ αυτό περισσότερο ευτυχείς από εμάς σήμερα. Τον χρόνο τους προτίμησαν να τον διαθέσουν όπως πραγματικά επιθυμούσε η ψυχή τους. Για εκείνους ουδέποτε ίσχυσε το σύγχρονο στερεότυπο «ο χρόνος είναι χρήμα» διότι γνώριζαν καλά πως ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο: ο χρόνος είναι ό,τι σημαντικότερο μας έχει δοθεί και κάποια στιγμή πρόκειται να λήξει.
Η σύγχρονη αυτή στάση που δίνει προτεραιότητα στον οικονομικό παράγοντα έχει προεκτάσεις, στον ίδιο τον τομέα της επιστήμης. Οι γονείς επιθυμούν –και την ζω αυτή την αγωνία των γονέων, την οποία συμμερίζομαι αν και με κάπως διαφορετικό τρόπο- να γίνουν τα παιδιά τους επιστήμονες. Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι το ότι επιθυμούν να τα δουν κάποτε πλούσια –και χωρίς οι ίδιοι συχνά να το συνειδητοποιούν, περισσότερο πλούσια παρά ευτυχισμένα. Γι’ αυτό και επιχειρούν να τα στρέψουν αποκλειστικά στην εφαρμοσμένη επιστήμη.
Η συγκίνηση μίας μαθηματικής απόδειξης –που, ναι, ήταν για τους Έλληνες μία από τις όψεις του αληθινού κάλλους- υποβαθμίζεται ενώ το προβάδισμα δίνεται απλώς στην πληροφορία επάνω στην οποία μπορεί να στηριχτεί ένα επικερδές τεχνολογικό επίτευγμα. Δεν αρνούμαι τη χρησιμότητα του τελευταίου, όμως η αληθινή επιστήμη βλέπει τον εαυτό της ως αυτοσκοπό, ακριβώς όπως και η φιλοσοφική αναζήτηση και γνώση. Κάπως έτσι, όπως έγραψε ο Νίτσε, «σε κάποια απόμερη γωνιά του σύμπαντος... υπήρξε κάποτε ένας αστέρας επάνω στον οποίο ευφυή ζώα επινόησαν το γνωρίζειν». Κάπως έτσι, σε κάποια απόμερη γωνιά της Χαλκιδικής, ξημέρωσε η πρώτη αυγή του Homo Sapiens.
Στις ημέρες μας, το διατυπώνει με τον πλέον εύστοχο τρόπο ο Α. Δοξιάδης στο βιβλίο του «Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ» (εκδ, «Καστανιώτη»):
«Τα πραγματικά Μαθηματικά δεν έχουν καμία σχέση με τις εφαρμογές ή με τους υπολογισμούς που μαθαίνεις στο σχολείο... Οι μαθηματικοί... τέρπονται από τις μελέτες τους όπως οι σκακιστές από το παιχνίδι τους. Για την ακρίβεια, η ψυχολογία του μαθηματικού ερευνητή είναι πολύ πιο κοντά σε αυτήν του ποιητή ή του μουσικοσυνθέτη, του ανθρώπου που τον απασχολεί η δημιουργία του Ωραίου, η αναζήτηση της Αρμονίας και της Τελειότητας».
Εκτός από την επιστήμη, αυτή η διαφορά στη στάση ζωής ανάμεσα στον αρχαίο και τον σύγχρονο άνθρωπο έχει βέβαια τον αντίκτυπό του σε όλους τους τομείς της ζωής. Ολόκληρο το παρελθόν, η ιστορία ερμηνεύεται και παρερμηνεύεται ως μία σειρά γεγονότων που έχουν τα αίτιά τους αποκλειστικά ή κυρίως στην οικονομία. Ομοίως, υπάρχει αντίκτυπος και στον σύγχρονο πολιτικό βίο. Το ζητούμενο για τους αρχαίους Έλληνες δεν ήταν η οικονομική ισότητα (αν και σαφώς επιθυμητή στον βαθμό του δυνατού) που τόσο έντονα προβάλλεται σήμερα, συχνά μάλιστα ως το μοναδικό ουσιαστικό αίτημα των ανθρώπων, αλλά η ισηγορία. Αυτή ήταν η βάση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας και το αληθινό θεμέλιο ενός πολιτισμού που προέταξε ουσιαστικά την ελευθερία του ατόμου. Παραδόξως (σχήμα λόγου το επίρρημα αυτό) σήμερα αναλώνεται όλη η ενεργητικότητα μίας κοινωνίας στο να μετρά ο καθένας τις αποδοχές του διπλανού του αλλά η ισηγορία δεν μοιάζει να απασχολεί κανέναν. Ίσως επειδή και στο άκουσμα της λέξης «αγορά» το μόνο που σκεπτόμαστε είναι τα διάφορα Mall...

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου