Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Όταν ένας "Παραβάτης" κουβέντιαζε μ΄έναν "Άγιο"… (περί του "Ουκ έγνως" )

Αυτό μου ήρθε στο μυαλό, συνειρμικά μετά από «διάλογους» και «διαλόγους» που παρακολουθώ τελευταία για θέματα της επικαιρότητας σε τηλεοράσεις, έντυπα μέσα και Διαδίκτυο.

Ο επονομαζόμενος Παραβάτης ή και Αποστάτης, είναι ο Ιουλιανός, ο οποίος ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου (331-363μ.Χ), ο Άγιος είναι ο Μέγας Βασίλειος και ο διάλογος μεταξύ τους, είναι αυτός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια μιας χιμαιρικής μονομαχίας ανάμεσα στον χριστιανισμό και στην αρχαία Ελλάδα.

Ο Ιουλιανός είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου ιστορικές φιγούρες, ένας Δον Κιχώτης της ιστορίας που πολέμησε γενναία άλλα μάταια την χριστιανική θρησκεία, με άλογο του και άλλο Ροτσινάντε, την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, με πανοπλία και δόρατα την πίστη στην νεκρανάσταση ενός σώματος από καιρού νεκρωμένου και παρόλ'αυτά (ίσως και εξαιτίας αυτών) παραμένει μια αγνή ιδεαλιστική φιγούρα. Ο Σάντσο Πάντσα δεν ήταν άλλος από τη συνείδηση του που όπως και οι περισσότεροι από μας, την έγραφε εκεί που δεν πιάνει μελάνι.

Μόλις ανέβηκε στο θρόνο, μετά από πολλές περιπέτειες και απίστευτες ιστορίες έκανε έργο ζωής του να αναγεννήσει την αρχαία Ελλάδα στα ιδανικά της οποίας ήταν εξολοκλήρου προσκολλημένος. Έκανε διώξεις κατά του χριστιανισμού; Αναμφίβολα, αλλά κυρίως στο ιδεολογικό επίπεδο και σε καμία περίπτωση δεν έφτασε στις ακρότητες ας πούμε του Μέγα Θεοδόσιου, ο οποίος ταυτίζοντας Έλληνες και ειδωλολάτρες και όντας φανατικός όπως μόνο κάποιος στο όνομα μιας θρησκείας μπορεί να γίνει, είχε βαλθεί να καταστρέψει ό,τι θύμιζε αρχαία Ελλάδα, οδήγησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε μαρασμό και εντελώς χριστιανικότατα έσφαξε και 7.000 καρντάσια στη Θεσσαλονίκη. Βέβαια μετά μετανόησε για τα κρίματα του εξ’ου και το Μέγας και κρίμα που δε ζούσαν και οι 7.000 για να το μάθουν και να χαρούν.

Ο Ιουλιανός, έχοντας κλασσική παιδεία και πανέξυπνος, θέλησε καταρχάς να έχει και τις ευλογίες του πιο χαρακτηριστικού σημείου αναφοράς των αρχαίων Ελλήνων, του Μαντείου των Δελφών. ...
Τώρα μάλιστα! Το κορυφαίο παραπολιτικό-θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας, τυλιγμένο στην άχλη του χρόνου, της ιερότητας και της μαστούρας (με τι νομίζετε δηλαδή ότι φτιαχνότανε για να δώσει τις προφητείες η Πυθία με ρίγανη;) και ψώνισε από σβέρκο, καθώς έφαγε ένα ισχυρό σκαμπίλι αφού οι άνθρωποι του Μαντείου, παρόλο που τους συνέφερε η αυτοκρατορική εύνοια μπας και πάρουν καμιά χορηγία και λαδώσει το αντεράκι τους, το΄χαν καταλάβει ότι το ποτάμι πίσω δεν γυρίζει και του’παν, σόρρυ Ιουλιανάκο αλλά το μαγαζί έκλεισε και τα ρολά κατεβήκαν, βλέπεις «στενότης εμπόρευμα», δηλαδή δεν το’παν ακριβώς έτσι, αλλά εραστές της εντύπωσης μέχρι τέλους, έφυγαν από την αυλαία της ιστορίας όπως άξιζε στο παρελθόν τους, ποιητικά και άκρως θεατρικά:

«Είπατε τω Βασιλεί χαμαί πέσε Δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και το λάλον ύδωρ»

«Πείτε στον βασιλιά, ότι στο χώμα κείτεται ο έντεχνος αυλός, ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή ομιλούσα. Χάθηκε και το νερό που μιλούσε»

[αν και πολλοί ιστορικοί αρνούνται την ύπαρξη αυτού του χρησμού]

Ο Ιουλιανός, πεισματάρης όσο δεν πήγαινε, πιστός ιδανικά του, δεν πτοήθηκε και συνέχισε τον αγώνα. Είχε καταλάβει ότι για να εδραιωθεί μια ιδέα, ένα κίνημα, μια επανάσταση τέλος πάντων, έπρεπε πρώτ’ απ’όλα να κερδίσει πόντους στη συνείδηση του κοσμάκη και εδώ εισέρχεται και η κόντρα και ο διάλογος με τον Μέγα Βασίλειο, καθώς ο τελευταίος ήταν μια τεράστια προσωπικότητα, σημείο αναφοράς των χριστιανών της εποχής και αυτόν και έπρεπε να νικήσει και μάλιστα να νικήσει ιδεολογικά.
(*)Ζητάει λοιπόν από τον Μέγα Βασίλειο κείμενα που θα του αποδείκνυαν την υπεροχή του χριστιανισμού, τα παίρνει, τα διαβάζει και στέλνει ως απάντηση το μνημειώδες
Ουκ έγνως 
Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες —
ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Aνέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.
Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους Χριστιανούς. «Aνέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.
ανέγνων, έγνων, κατέγνων /

διάβασα, κατάλαβα, καταδίκασα.

Κίνηση ρουά που λένε αλλά όχι και ματ (όπως αποδείχτηκε), γιατί η ατσίδα ο Ιουλιανός σου λέει, αυτή η απάντηση που εκπροσωπεί το «λακωνίζειν εστίν φιλοσοφείν» των αρχαίων θα τον φέρει στην από πάνω, καθώς θα χαραχτεί στη συνείδηση του κοσμάκη που γουστάρει συνθηματολογία και αναπάντητη θα μείνει καθώς τα κατεβατά και οι δεκάρικοι λόγοι που πίστευε ότι θα του στείλουν, μοιραία θα ξεχαστούν όπως όλα τα κατεβατά και οι δεκάρικοι λόγοι, ενώ το σύνθημα θα μείνει και θα είναι και σύνθημα νίκης.

Ο Μέγας Βασίλειος όμως, ο οποίος ήταν και λόγιος με τα όλα του, ήξερε και αυτός το «λακωνιζειν εστιν φιλοσοφειν» και είδε την πεπονόφλουδα που του έβαζε ό άλλος. Σου λέει αυτός θα περιμένει τώρα να τον κατακεραυνώσω με εδάφια της Καινής Διαθήκης, Πράξεις των Αποστόλων, Ύμνους και δε συμμαζεύεται, εδώ που τα λέμε το να προσπαθήσεις να πνίξεις τον ιδεολογικό σου αντίπαλο με κατεβατά, αφορισμούς και ύβρεις είναι εξίσου αποτελεσματικό όσο το να πνίξεις έναν καρχαρία στη θάλασσα. Έτσι λοιπόν του απαντάει με το εξίσου μνημειώδες

ανέγνως, αλλ΄ουκ έγνως, ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως /

διάβασες αλλά δεν κατάλαβες, αν καταλάβαινες, δε θα καταδίκαζες

και πάρ’τον κάτω τον Ιουλιανό, βλέπετε η πρόκληση βρήκε την απάντηση της και το σπαθί μπήκε στο θηκάρι καθώς τα τελευταία λόγια του Μέγα Βασιλείου ήταν και αυτά που κέρδισαν τις εντυπώσεις και χαράχτηκαν στην συνείδηση της Κοινής Γνώμης.

Από εκεί και πέρα για τον Ιουλιανό αρχίζει ο καθαρός δονκιχωτισμός, προδομένος από την αρχαία Ελλάδα που τόσο πίστεψε αλλά ουδέποτε του ανταποκρίθηκε, ηττημένος κατά κράτος από το μεγάλο του αντίπαλο τον χριστιανισμό, αποφάσισε να πάει μέχρι τέλους το πιστεύω του, τίμια και περήφανα μακριά από υποκριτικές μετάνοιες.

Για τους 19 μήνες που βασίλεψε, υπήρξε ένας έξοχος κυβερνήτης και ένας γενναίος πολεμιστής που πολέμησε και κατανίκησε τον προαιώνιο αντίπαλο τους Πέρσες και έφτασε μέχρι την πρωτεύουσα τους την Κτησιφώντα όπου και σκοτώθηκε πάνω στην μάχη. Έχουν να λένε ότι το κοντάρι που τερμάτισε την ζωή του δεν το έφαγε κατάστηθα αλλά πισώπλατα (εξ οικείων τα βέλη και τότε, εξ οικείων τα βέλη και τώρα) και τα τελευταία του λόγια ήταν προς τον Ιησού Χριστό, το περίφημο «Νενίκηκας με Ναζωραίε».

Αν ρωτάτε τη γνώμη μου σε όλη του τη ζωή δεν πολεμούσε παρά τον εαυτό του.

Δύο αντίπαλοι, δυο ιδεολογίες, δυο κόσμοι διαφορετικοί, ο ένας κέρδισε, ο Μέγας Βασίλειος πήρε τη θέση του στην ιστορία και έγινε Άγιος, ο άλλος όμως έχασε και έγινε τεράστια προσπάθεια σπίλωσης της μνήμης του από φανατικούς θρησκόληπτους που δεν κατάλαβαν ότι η αξία του ηττημένου είναι και αυτή που δίνει δόξα στον νικητή και φαίνεται ότι ο χριστιανικός σεβασμός στον νεκρό περιοριζόταν μόνο στους χριστιανούς.

Στο θρόνο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (ο όρος Βυζάντιο είναι ένας νεολογισμός των μελετητών του 16ου και 17ου αιώνα, οι Βυζαντινοί δεν ονόμαζαν τους εαυτούς τους Βυζαντινούς αλλά Ρωμαίους) κάτσανε άνθρωποι μεγαλοφυείς και ηλίθιοι, παράφρονες και φιλόδοξοι, προσωπικότητες και ανθρωπάκια, άγιοι και κακούργοι, όλοι όμως είχαν κοινή συνισταμένη την χριστιανική θρησκεία, μόνο ο Ιουλιανός όντας Ρωμαίος περιβλήθηκε το Έλληνας και απέρριψε το Χριστιανός.

Ήταν αντιφατικός όπως όλοι οι παραβάτες, αυτοκαταστροφικός όπως όλοι οι παραβάτες, δονκιχωτικός όπως όλοι οι παραβάτες, αλλά και γοητευτικός όπως όλοι οι παραβάτες. Στην άσπιλη χριστιανικότητα της Βυζαντινής Ιστορίας αυτός είναι ένα λεκές στα χρυσά της κατάστιχα, ξεθωριασμένος μεν από την πολύ χλωρίνη που έριξε πάνω του ο φανατισμός για να τον σβήσει ολωσδιόλου αν γίνεται από την ανθρώπινη μνήμη, αλλά αυτός εκεί παραμένει σαν μια ένδειξη θάρρους, τιμιότητας και πίστης απέναντι στα ιδανικά που μπορεί να΄χει κανείς στη ζωή του και στον τρόπο με τα οποία μπορεί να τα διαπραγματευτεί και ακόμη να πεθάνει γι’αυτά,

για όποιον τουλάχιστον έχει την όρεξη να ασχοληθεί με τέτοια πράγματα σήμερα.

Ιστορίες καθημερινής τρέλας

(*)Σχόλιο από το ιστολόγιο της Χρύσας:

Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες –

ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Ανέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.
Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους Χριστιανούς. «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.
Το ποίημα  το κατατάσσουμε στα ιστορικά του Καβάφη, γιατί το περιεχόμενό του αναφέρεται σε ιστορικό πρόσωπο. Και αποτελεί μια ειρωνική κριτική προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, για την αγάπη του προς την αρχαία ελληνική θρησκεία και τον πολιτισμό.
Ας γνωρίσουμε όμως πρώτα πολύ σύντομα τον αυτοκράτορα.
Το πλήρες όνομά του ήταν Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός και γεννήθηκε τον Μάιο του 332 μ.Χ στη Κωνσταντινούπολη. Πατέρας του ήταν ο Ιούλιος Κωνσταντίνος, ετεροθαλής αδελφός του «Μεγάλου» Κωνσταντίνου. Η μητέρα του  Βασιλίνα πέθανε πέντε μόλις μήνες μετά τη γέννηση του Ιουλιανού. Ο πατέρας του δολοφονήθηκε τρεις μήνες μετά  το θάνατο του «Μεγάλου» Κωνσταντίνου (22 Μαίου 337), όταν ο Ιουλιανός ήταν 5 ετών.
Την εκπαίδευση του Ιουλιανού την ανέθεσαν στον επίσκοπο Νικομήδειας Ευσέβιο. Αλλά την μεγάλη αγάπη του προς τα κλασικά γράμματα τού την ενέπνευσε ο σοφότατος παιδαγωγός Μαρδόνιος,  μέσα από τα έργα του Ομήρου και του Πλάτωνα. Μαζί με τον αδερφό του Γάλλο, μελλοντικό κληρονόμο του θρόνου, ζούσε  έγκλειστος στη Καππαδοκία. Το 354 όμως στο Μιλάνο ο Κωνστάντιος δολοφόνησε  τον Γάλλο. Σίγουρα θα δολοφονούσε και τον Ιουλιανό, αλλά τον γλίτωσε η Αυτοκράτειρα Ευσέβεια, όπως λέγεται.
Το καλοκαίρι του 355, 23 ετών, πηγαίνει στην Αθήνα για σπουδές. Σπουδάζει  μαζί με τους Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο Ναζιανζηνό. Το ίδιο έτος ο Κωνστάντιος τον υποχρεώνει να νυμφευτεί την Ελένη και τον ανακηρύσσει Καίσαρα της Γαλατίας. Το Νοέμβριο του 361 πεθαίνει ο Κωνστάντιος και πανηγυρικά ο Ιουλιανός ανακηρύσσεται Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.
Από το 361 έως το 363 ως Αυτοκράτωρ εξέδωσε διατάγματα περί  Ανεξιθρησκίας, ανακάλεσε από την εξορία τους ορθόδοξους Χριστιανούς που είχαν εκδιωχθεί από τον αρειανιστή Κωνστάντιο, διέκοψε δια νόμου τις κρατικές επιχορηγήσεις προς την Χριστιανική Εκκλησία, απαγόρευσε να τον αποκαλούν «Δεσπότη», προσπάθησε να συμφιλιώσει τους Εθνικούς με τους Χριστιανούς.
Από την θρησκευτική πολιτική που ακολούθησε ο Ιουλιανός γίνεται φανερό ότι δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να καταλάβει πως μία νέα τάξη πραγμάτων ανέτελλε.  Ο κόσμος πλέον ανήκε στον Χριστιανισμό και οι εκπρόσωποί του βλέποντας την επιρροή που ασκούσαν προς τις μάζες, (χρησιμοποιώ τον όρο μάζες μόνο για τους οπαδούς-πιστούς των θρησκειών, των κομμάτων και των αθλητικών ομάδων), διεκδικούσαν όλο και περισσότερο έδαφος στην καθοδήγηση και  άσκηση ελέγχου του πλήθους. Η αδυναμία του Ιουλιανού να δεχθεί την αλλαγή του κόσμου, του χάρισε το προσωνύμιο Παραβάτης και με αυτό έμεινε στην ιστορία. Το ότι όμως  παρέβη το πνεύμα της εποχής του και δεν προσκύνησε τον Χριστιανισμό, δεν τον εμπόδισε να λειτουργήσει δίκαια. Και την θρησκεία των εθνικών, αν και την πίστευε, δεν την επέβαλε, ούτε δια νόμου ούτε  δια της βίας, μολονότι υποστήριζε ότι η Ελληνική φυλή που είχε δημιουργήσει τον απαράμιλλο Ελληνικό πολιτισμό, ήταν η εκλεκτή φυλή του Θεού (αυτό νομίζω πληρώνουμε ακόμα). Διακήρυττε άλλωστε με υπερηφάνεια: » Έλλην ειμί «.
Ο Ιουλιανός, πληγώθηκε θανάσιμα πολεμώντας τους Πέρσες στις 26 Ιουνίου 363. Λίγο πριν τον θάνατό του απέφυγε να υποδείξει διάδοχο, απλά εξέφρασε την ευχή ο διάδοχός του να αποδειχτεί άξιος και ικανός στον θρόνο της Ρώμης.
Διάδοχος τελικά του θανόντος εστεμμένου φιλοσόφου ανακηρύχτηκε ο Ιοβιανός, ο οποίος έθαψε τον Ιουλιανό στη Ταρσό της Κιλικίας. Πάνω στο τάφο του έγραψε:  » ΣΤΑΘΗΚΕ ΚΑΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ » Αργότερα, έγινε η ανακομιδή του στη Κωνσταντινούπολη.
Σημαντικό θεωρώ να αναφέρω ένα από τα πιστεύω του Ιουλιανού:
Καλύτερα να διδάσκεις τους ανόητους  και όχι να τους τιμωρείς.
Στο ποίημά του ο Αλεξανδρινός ποιητής καταδικάζει τον Ιουλιανό με την χρήση των επιθέτων «κούφος=ελαφρόμυαλος και γελοιωδέστατος»  συντασσόμενος έτσι με τους διώκτες  του.  Παίζει δε με το ρήμα γιγνώσκω και τις νοηματικές εναλλαγές του,  όταν βρίσκεται σε σύνθεση με τις προθέσεις ανά και κατά, πιθανόν για να αποδείξει ότι  η γνώση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και θρησκείας δεν εμποδίζει την πίστη στον Θεό ως δημιουργό του σύμπαντος κόσμου και στον Χριστό ως ιδρυτή της νέας θρησκείας. Έτσι λοιπόν, στην με τρεις λέξεις  διακήρυξη του Ιουλιανού για τον Χριστιανισμό: «Ανέγνων, έγνων, κατέγνων», δηλαδή, μελέτησα, γνώρισα.  καταδίκασα, ο ποιητής απαντά αρνητικά με δέκα λέξεις: «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως• ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως», δηλαδή, Μελέτησες, αλλά δεν έμαθες, διότι εάν γνώριζες καλά, δεν θα καταδίκαζες.
Το  δικό μου ερώτημα τώρα είναι: Μήπως ο ποιητής θέλει να μας πει ότι η χριστιανική θρησκεία οικοδομήθηκε πάνω στα θεμέλια της αρχαίας ελληνικής, η οποία, καθώς βεβαιώνεται από τα δελφικά κηρύγματα, ήταν όμοια θρησκεία της αγάπης και του ανθρωπισμού;
==========================
"O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου