Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Στις 9 Μαΐου 1976 η Ούλρικε Μάινχοφ βρίσκεται κρεμασμένη στο κελί 719 των φυλακών υψίστης ασφαλείας στο Στάμχαϊμ της Στουτγάρδης [video-επιστολή]


Η επίσημη νεκροψία είχε ως αποτέλεσμα την διαπίστωση αυτοκτονίας...

Μια δεύτερη έρευνα έγινε στις 11 Μάη έπειτα από απαίτηση της αδερφής της Μάινχοφ, Βίνκε Τσίτσλαφ (Wienke Zitzlaff), στα πλαίσια της οποίας ο δικανικός παθολόγος Γιάνσεν (Janssen) κατέληξε ότι η πιθανότερη αιτία του θανάτου ήταν "αυτοκτονία δια απαγχονισμού", ωστόσο, για να αποφανθεί οριστικά, επέμεινε να του δοθεί πρόσβαση στην έκθεση της πρώτης αυτοψίας, διευκρινίζοντας ότι πολλές εξετάσεις δεν μπορούσαν να γίνουν πλέον, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ.
Μια διεθνή επιτροπή έρευνας και μέλη της RAF αμφισβητούσαν την εκδοχή της αυτοκτονίας της Μάινχοφ.
Οι συνθήκες θανάτου και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα, ότι ακόμη και το δυτικογερμανικό κράτος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο για τον θάνατο της Μάινχοφ.
Στις 16 Μαΐου 1976, η Ούλρικε Μάινχοφ κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Μαρίεντορφ στο Δυτικό Βερολίνο (Dreifaltigkeitsfriedhof, Berlin-Mariendorf), στη θέση A-12-19. Στην κηδεία βρέθηκαν και διαδήλωσαν 4.000 άνθρωποι.
Την ομιλία κηδείας εκφώνησε ο σοσιαλιστής και ευαγγελικός θεολόγος Χέλμουτ Γκόλβιτσερ (Helmut Gollwitzer), φίλος του Ρούντι Ντούτσκε και το 1957 δραστήριος με την Μάινχοφ στο αντιπυρηνικό κίνημα
Η κόρη της Ουλρίκε Μάινχοφ, η δημοσιογράφος Μπετίνα Ρελ (Bettina Röhl) έμαθε το φθινόπωρο του 2002 ότι ο εγκέφαλος της μητέρας της δεν είχε ταφεί. Αντ' αυτού διατηρήθηκε για δεκαετίες σε φορμαλδεΰδη κι εξετάζονταν εκ νέου σε μια κλινική του Μαγδεβούργου.
Η επιτροπή ηθικής απαγόρευσε τους επιστήμονες κάθε συνέχεια των ερευνών τους όπως και την δημοσίευση των μέχρι τότε αποτελεσμάτων.
Η εισαγγελία της Στουτγάρδης φρόντισε για την αποτέφρωση του εγκέφαλου και για την επιστροφή της στάχτης στους συγγενείς της Μάινχοφ.
Στις 22 Δεκεμβρίου 2002 τάφηκε επίσης νεκροταφείο του Μαρίεντορφ.
........
Διαβάστε στις εικόνες


Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω

ΟΝΟΜΑ: Ουλρίκε

ΕΠΩΝΥΜΟ: Μάϊνχοφ

ΓΕΝΟΥΣ: Θηλυκού

ΗΛΙΚΙΑ: Σαρανταενός χρονών

…Ναι! Είμαι παντρεμένη.

Έκανα δύο παιδιά με καισαρική.

Ναι είμαστε χωρισμένοι με τον άντρα μου.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: Δημοσιογράφος

ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ: Γερμανίδα

Είμαι τέσσερα χρόνια στη φυλακή, σ’ ένα μοντέρνο κάτεργο, ενός σύγχρονου κράτους. Το έγκλημα;

Συγκρούστηκα με την άρχουσα τάξη και τους νόμους της που τους έχει προστάτες της, για να μπορεί να εκμεταλλεύεται και να κάνει κουμάντο σε όλα, στα πάντα. Ακόμα και στο ίδιο το μυαλό μας, στις σκέψεις μας, τα λόγια μας, τα συναισθήματα μας, τη δουλειά μας, τον τρόπο που μας αρέσει να αγαπάμε ή να κάνουμε έρωτα, ολόκληρη τη ζωή μας.

Γι’ αυτό με κλείσατε εδώ μέσα αφεντικά του κράτους δικαίου. Φυσικά όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους σας, εκτός απ’ αυτούς που δεν συμφωνούν με τα ιερά σας και τα όσια. Εσείς είστε που υποβιβάσατε τη γυναίκα. Ό,τι λοιπόν μου στερήσατε τόσα χρόνια σα γυναίκα, μου το προσφέρεται τώρα: ΙΣΗ ΠΟΙΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ. Τι ειρωνεία! Σας ευχαριστώ! Με ανταμείψατε με το νόμισμα της πιο σκληρής φυλάκισης.

Απομόνωση και κρύο μέσα σε μια φυλακή νεκροταφείο. Στην ποινή δηλαδή της εξόντωσης των αισθήσεων μου. Πόσο ευγενική έκφραση θα ήταν να’ λεγα ότι με θάψατε ζωντανή σ’ ένα τάφο.

Λευκό το κελί, οι τοίχοι, λευκά τα κουφώματα, η πόρτα περασμένη με σμάλτο, για να μην πω και το αποχωρητήριο, ο φωτισμός με νέον –λευκός κι αυτός- κι αναμμένες λάμπες μέρα-νύχτα. Πότε επιτελούς είναι μέρα και πότε νύχτα; Πως θα το μάθω; Απ’ τη χαραμάδα του παραθύρου περνάει πάντα το ίδιο λευκό φως, ψεύτικο κι αυτό, σαν το παράθυρο που είναι ψεύτικο κι αυτό, ίδια ψεύτικος κι ο δόλιος ο χρόνος που μ’ έχετε φυλακισμένη εδώ σ’ ένα λευκό ατελείωτο.

ΣΙΩΠΗ! Παντού σιωπή.

Απ’ έξω ούτε φωνή, ούτε ήχος, ούτε θόρυβος. Στο διάδρομο δεν ακούγονται βήματα, ούτε πόρτες που ανοιγοκλείνουν. ΤΙΠΟΤΑ. Όλα σιωπηλά και κατάλευκα. Μια μεγάλη σιωπή και στο μυαλό μου, λευκή κι αυτή σαν το ταβάνι. Κι η φωνή μου λευκή αν δοκιμάσω να φωνάξω.

Λευκό το σάλιο καθώς στεγνώνει στα χείλη μου.

Λευκή η σιωπή στ’ άδεια μου μάτια στο στομάχι, στην πρησμένη από την πείνα κοιλιά μου.

Πιασμένη σα γιαπωνέζικο ψάρι, δίχως πτερύγια, μες τη σιωπή του ενυδρείου.

Έντονη επιθυμία για εμετό.

Βλέπω το μυαλό σε αργή κινηματογραφική κίνηση, να βγαίνει από το κρανίο μου, να αλητεύει εδώ κι εκεί και να κυλάει στο πάτωμα και να γίνεται ένα με το αιώνιο λευκό του κελιού μου.

Νιώθω το κορμί μου σα σκόνη, όπως το απορυπαντινό για το πλυντήριο. Σκύβω και το μαζεύω.

Προσπαθώ να το συναρμολογήσω.

ΔΙΑΛΥΟΜΑΙ! Πρέπει να αντέξω Να αντισταθώ.

Δεν θα μπορέσετε να με τρελάνετε. Πρέπει να σκεφτώ, να σκεφτώ!

Να λοιπόν που σκέφτομαι!

Σκέφτομαι εσάς που μ’ έχετε κλεισμένη σ’ αυτόν τον εφιάλτη. Από το κρύσταλλο του ενυδρείου που με κλείσατε και με κοιτάζετε με ενδιαφέρον. Μείνατε άφωνοι!

Τρέμετε από φόβο μήπως και μπορέσω κι αντισταθώ. Τρέμετε στη σκέψη μήπως οι άλλοι συντροφοί μου έρθουν και γκρεμίσουν αυτό το λευκό θάνατο που επινοήσατε.

Πόσο γελοίο, αλήθεια, να στερήσετε από μένα τα χρώματα! Κι έξω να βάφετε το μουχλιασμένο και γκρίζο κόσμο σας με τα πιο φανταχτερά χρώματα, για να μην μπορεί να δει κανείς τη σαπίλα που κρύβει. Και να υποχρεώνετε τον κόσμο να καταναλώνει μόνο και μόνο για το χρώμα.

Χρωματίστε με ωραίο κόκκινο το σιρόπι από τα βατόμουρα, και τι πειράζει αν αυτό φέρνει καρκίνο!

Το απεριτίφ σας να είναι πορτοκαλί.

Τα παιδιά σας πρέπει να τρώνε πολύ το πράσινο και το αστραφτερό κίτρινο.

Το βούτυρο κι η μαρμελάδα πάντα με χρωματιστά δηλητήρια.

Ακόμα και τις γυναίκες σας τις βάψατε σαν καραγκιόζηδες.

Εξαίσιο κόκκινο για τα μάγουλα, ανοιχτό γαλάζιο και βιολετί για τις βλεφαρίδες, ρουζ για τα χείλια κι όσο για τα νύχια ό,τι χρώμα θα έβαζε ο νους σου για να είναι σαν καρναβάλι. Χρυσαφί, ασημί, πράσινο, πορτοκαλί μέχρι και σκούρο μπλε χρησιμοποιήσατε.

Και τιμωρήσατε εμένα με τη σκληράδα του ανέκφραστου λευκού, γιατί το μυαλό μου δεν έχει ανάγκη από τον κατακλυσμό των διαφημίσεων για να σκεφτεί. Αφού τα δικά του χρώματα ξεγυμνώνουν όλη σας την αθλιότητα.

Και με κλείσατε σ’ αυτό το ενυδρείο γιατί:

Ε λοιπόν όχι! Δεν συμφωνώ με τον τρόπο που ζείτε, ούτε ζήλεψα που δεν είμαι σαν καμιά από τις γυναίκες σας –θλιβερό καρναβάλι. Όχι!

Δεν θα ήθελα να είμαι μια τρυφερή ύπαρξη, με τα νάζια της και τα χαζοχαμόγελά της. Που θα στόλιζε το τραπέζι σας σε κάποιο ρεστοράν πολυτελείας το σαββατόβραδο, σαν συμπλήρωμα αναπόσπαστο σε αυτή τη φτιαχτή ατμόσφαιρα με το εξωτικό μενού και την τόσο ηλίθια και απαραίτητη διακριτική μουσική. Όχι!

Δεν θα μου άρεσε να είμαι υποχρεωμένη να παριστάνω την ελκυστική και θλιμμένη, και συγχρόνως τη χαρούμενη και όλο εκπλήξεις, μετά την άμυαλη παιδούλα, κι ύστερα τη μητέρα και πουτάνα, ενώ συγχρόνως να ντρέπομαι ή να ευχαριστιέμαι με κάθε βρωμόλογο που θα ξεστομίζετε.

Α! Να λοιπόν!

Ένας ελαφρός θόρυβος. Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει ο δεσμοφύλακας, με κοιτάζει, δεν με βλέπει, είναι σαν μην υπάρχω. Σα να έγινα διαφανής. Δε λέει ούτε λέξη. Βγαίνει. Ξανακλείνει. Ξανά σιωπή.

Κανένας δεν πρόκειται να ακούσει την κραυγή μου ούτε κανένα παράπονο μου. Όλα θα γίνουν σιωπηλά, με τακτ, για να μην χαλάσει ο μακάριος ύπνος των μακάριων κατοίκων αυτού του οργανωμένου κράτους.

Κοιμήσου ήσυχα καλοζωισμένε και αποχαυνωμένε κόσμε της μεγάλης Γερμανίας. Και σεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι υγιώς σκεπτόμενοι. Κοιμηθείτε ήσυχα σαν πεθαμένοι. Η κραυγή μου δεν θα σας ξυπνήσει. Δεν ξυπνούν ποτέ οι κάτοικοι ενός νεκροταφείου. Όσοι αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, είμαι σίγουρη. Θα είναι εκείνοι που δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, όλοι οι μετανάστες: τούρκοι, ισπανοί, έλληνες, άραβες κι όλοι οι άλλοι εξαθλιωμένοι και προδομένοι της Ευρώπης και μαζί με αυτούς και οι γυναίκες που δέχτηκαν την καταπίεση, τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση. Όλες αυτές θα μάθουν γιατί με κρατάτε εδώ μέσα και γιατί το κράτος σας θέλει να με δολοφονήσει σα μάγισσα του μεσαίωνα. Για σας την εξουσία υπάρχουν ακόμη και σήμερα μάγισσες που πρέπει να καθηλώνονται μπροστά στους αργαλειούς, στις μηχανές, στις πρέσες, τις γραμμές παραγωγής, μέσα στο θόρυβο και τις διαταγές. Και γκάπα γκουπ πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, κινητήρας, καζάνια, φωνές και θόρυβος. Θόρυβος, φτάνει πια με τη σιωπή, πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, καζάνια, αέριο και θόρυβο. Το αέριο, βγαίνει αέριο, εμετός, αηδία. Η αλυσίδα της παραγωγής έχει το δικό της ρυθμό. Δεν υπάρχει πια χρόνος, μόνο ρυθμός. Ρυθμός.

Σταματήστε τις μηχανές. Ησυχία. Τι υπέροχο πράγμα η σιωπή. Ευχαριστώ δεσμοφύλακες που μου χαρίσατε αυτή την απίθανη και σπάνια απόλαυση της σιωπής. Το απόλυτο. Τι απόλαυση για όλες μου τις αισθήσεις! Σα να μοιάζει να βρίσκομαι στον παράδεισο. Δεσμοφύλακες, δικαστικοί, κομματάρχες σας αγνοώ όλους. Δεν θα μπορέσετε να με βγάλετε από εδώ μέσα τρελή εκτός κι αν με σκοτώσετε. Μα το μυαλό μου θα είναι καθαρό, θα είμαι απόλυτα υγιής κι όλοι θα ξέρουν με σιγουριά ότι εσείς είστε οι δολοφόνοι, μια κυβέρνηση ένα κράτος δολοφόνων.

Σας σκέφτομαι ήδη να προσπαθείτε να κρύψετε το πτώμα μου.
Να απαγορεύεται την είσοδο στους δικηγόρους μου.
Όχι την Ουρλίκε Μαϊνχοφ δεν μπορείτε να τη δείτε.
Ναι! Ναι! Κρεμάστηκε.
Όχι, όχι! Δεν θα είστε παρών στην αυτοψία. Κανένας. Μόνο οι ειδικοί του κράτους.
Που έχουν ήδη έτοιμο το πόρισμα: η Μαϊνχοφ κρεμάστηκε.
Όχι δεν υπάρχουν ίχνη στραγγαλισμού στο λαιμό της.
Ούτε κυανωτικό χρώμα.
Ναι υπάρχουν μελανιές από κακώσεις σε όλο της το σώμα.

Ανοίξτε χώρο! Φύγετε! Μη βλέπετε! Απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών! Απαγορεύεται κάθε άλλη ιατροδικαστική έκθεση! Απαγορεύεται να εξεταστεί το σώμα μου! Απαγορεύεται!

Ναι απαγορεύονται τα πάντα. Όμως ποτέ δεν θα μπορέσετε να απαγορεύσετε να γελάσουν ειρωνικά μπρος στις ηλίθιες φάτσες σας, για τη μεγάλη βλακεία σας. Την αιώνια βλακεία που δέρνει κάθε δολοφόνο.

Βαρύς σαν το βουνό είναι ο θάνατος. Εκατομμύρια χέρια γυναικών σηκώνουν αυτό το βουνό και τώρα θα δώσουν μια να το γκρεμίσουν μονάχες τους.

Με ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο

Φράνκα Ράμε
*
Πρόκειται για ένα θεατρικό μονόλογο που έγραψαν μαζί ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε. Είναι οι ίδιοι που, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, με το έργο τους «ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», μετά από παραστάσεις τις οποίες παρακολούθησαν ένα εκατομμύριο ιταλοί, συνεισέφεραν στην επανεξέταση της υπόθεσης του θανάτου ενός αναρχικού –εργάτη σιδηροδρόμων- κατά την διάρκεια ανάκρισης του από τους καραμπινιέρους.

Η υπόθεση αυτή είχε κλείσει από τη μεριά της αστυνομίας και των διωκτικών αρχών με το αιτιολογικό της αυτοκτονίας.
Η επανεξέταση της υπόθεσης ενοχοποίησε την αστυνομία, καθώς αποδείχτηκε η δολοφονική εκπαραθύρωση του αναρχικού…όπως ακριβώς περιγράφονταν και στην θεατρική παράσταση.
*
ακούστε εδώ



Το ταλέντο της Μάινχοφ στην παρατήρηση και την γνώση της κοινωνίας που ζούσε αποδεικνύεται ακόμα και μετά από 41 χρόνια.
Γνωρίζει ότι η επικοινωνία και οι ήπιοι φαινομενικά τρόποι τρομοκράτησης ενός λαού μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μπορεί να κάνει τους λαούς συνεργούς σε έγκλημα παθιασμένους για το "καλό", που μόνο η εξουσία ξέρει να διαφυλάττει.
41 χρόνια μετά από αυτή την ανάλυσή της βλέπουμε και κάτι προφητικό. Οι σημερινοί πολιτικοί της γερμανοαμερικάνικης Ε.Ε έχουν στήσει ναζιστικά μορφώματα κάνοντάς τα το αντίπαλο δέος αν το "καλό" της δικής τους εξουσίας δεν υπερισχύσει.
Αν όχι μαζί μας, τότε θα έρθει πάλι "ο ισχυρός άνδρας, όπως τότε".
[......].
Στην "Επιστολή από τη νεκρή πτέρυγα" στέλνει εις το διηνεκές ένα μήνυμα στους λαούς της Ευρώπης:
"Κοιμήσου ήσυχα καλοζωισμένε και αποχαυνωμένε κόσμε της μεγάλης Γερμανίας. Και σεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι υγιώς σκεπτόμενοι. Κοιμηθείτε ήσυχα σαν πεθαμένοι.
Η κραυγή μου δεν θα σας ξυπνήσει.
Δεν ξυπνούν ποτέ οι κάτοικοι ενός νεκροταφείου.
Όσοι αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, είμαι σίγουρη.
Θα είναι εκείνοι που δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, όλοι οι μετανάστες: Τούρκοι, Ισπανοί, Έλληνες, Άραβες κι όλοι οι άλλοι εξαθλιωμένοι και προδομένοι της Ευρώπης και μαζί με αυτούς και οι γυναίκες που δέχτηκαν την καταπίεση, τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση.....
[........]
Με αυτή της την επιστολή, η Ουλρίκε Μάινχοφ πρόλαβε να δηλώσει ότι θα δολοφονηθεί και δεν θα αυτοκτονήσει, όπως αποφάνθηκε ο ιατροδικαστής.
...
Διαβάστε στην πηγή:
 http://www.stontoixo.com/2015/06/blog-post_29.html

Κατερίνα Γκαράνη 
Λίγο-πολύ η ιστορία των Μπάαντερ-Μάινχοφ και της "RAF" (Rote Armee Fraction -Τμήμα του Κόκκινου Στρατού)  είναι γνωστή. Η δράση της RAF την δεκαετία του '70 στην  Γερμανία χαρακτηρίστηκε από την εξουσία ως τρομοκρατική, ενώ για την "Γενιά της Επανάστασης" σε όλο τον κόσμο, ως σύμβολο αντίστασης ενάντια στην κρατική βία και στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ που είχαν ως σταθερή σύμμαχο στα πολεμικά τους σχέδια την Δυτική Γερμανία.

Μέχρι σήμερα είναι πολλοί αυτοί που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με το φαινόμενο της Ουλρίκε Μάινχοφ. Μιας κυρίας της δημοσιογραφίας, μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου, μιας συζύγου εκδότη και μητέρας δύο κοριτσιών, που ξαφνικά στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της παράλληλα με την πένα, πήρε το όπλο. Τι κατάλαβε η Μάινχοφ παρακολουθώντας ως δημοσιογράφος την πολιτική της χώρας της και το επικοινωνιακό παιχνίδι που στηνόταν από την εξουσία σε παγκόσμιο επίπεδο μετατρέποντάς την από απλή ιδεαλίστρια σε στρατιώτη; Τι ήταν αυτό που είδε να αρχίζει από την πατρίδα της και να εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη;

Η πένα για όπλο
Η Ουλρίκε γεννήθηκε το 1934, εποχές που ο ναζισμός ισχυροποιούνταν στην πατρίδα της. Πέντε χρονών χάνει τον πατέρα της και στα 14 της, πεθαίνει  η μητέρα της. Μέχρι την εφηβεία της έζησε την άνοδο και κάθοδο του ναζισμού και τον θάνατο των γονιών της. Την κηδεμονία της την πήρε η Ρενάτε Ρίμεκ, φίλη της μητέρας της με έντονη πολιτική δραστηριότητα τόσο στο ναζιστικό κόμμα το 1941, όσο και στο σοσιαλδημοκρατικό το 1946.

Ως ταλαντούχα φοιτήτρια πήρε υποτροφία για σπουδές Κοινωνιολογίας, Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής από το Ίδρυμα Μελέτης του Γερμανικού Λαού. Προσχώρησε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και μετέπειτα στο κομουνιστικό κόμμα, που το 1956 απαγορεύτηκε από το Ομοσπονδιακό Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ως φοιτήτρια αρθρογραφούσε σε εφημερίδες του φοιτητικού αριστερού κινήματος, αλλά η δημοσιογραφική της δραστηριότητα ξεκίνησε το 1959 στο αριστερό περιοδικό "Konkret" ("Σκυρόδεμα") στο οποίο μέσα σε ένα χρόνο κατάφερε να γίνει προϊστάμενος συντάκτης. Συμμετείχε ενεργά σε διαδηλώσεις και δημόσιες διαμαρτυρίες εναντίον της κρατικής βίας και εναντίον των πολέμων των ΗΠΑ σε Βιετνάμ, Ινδονησία κ.λπ γράφοντας παράλληλα ως ρεπόρτερ και αναλύτρια. Αυτό την έκανε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς.

Το 1961 παντρεύεται τον εκδότη του "Konkret" και αποκτά τις δίδυμες κόρες της, Ρεγγίνε και Μπετίνα. Η ζωή της κυλούσε όπως κάθε "φυσιολογικού" ανθρώπου που έχει πολιτική άποψη αλλά δεν παύει να είναι άνθρωπος της "κοινωνίας". Σύμφωνα με τον σύζυγό της, στέλεχος του παράνομου κομμουνιστικού κόμματος, Κλάους Ράινελ Ρελ οι κοινωνικές επαφές τους με διανοούμενους της αριστεράς δεν ήταν κάτι που υπέβοσκε τρομοκρατία: "Συναντιόμαστε στις ιδιωτικές βίλες τους, γεμάτες από παλιά έπιπλα και αναμνήσεις από τον ισπανικό εμφύλιο και πίναμε την καλή τους βότκα και το ωραίο τους ουίσκι. Τσακωνόμαστε για το σταλινισμό και ενθουσιαζόμαστε μαζί τους για τον αληθινό κομμουνισμό που κάποτε θα θριάμβευε σε πείσμα των γραφειοκρατών. Αυτές τις επισκέψεις δεν τις καλόβλεπε το `κόμμα' μας, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, γιατί κι εκείνοι σύντροφοι ήταν."

"Τελειώσαν τα αστεία"
Η Άνοιξη του  1968 ήταν μία χρονιά αποφάσεων για την συνηθισμένη δυτικοευρωπαία Ουλρίκε. Πιάνει "στα πράσα" τον συζύγό της με την ερωμένη του και φεύγει από το σπίτι μαζί με τις κόρες της, ενώ ένα μήνα μετά, τον Απρίλιο του '68, η απόπειρα δολοφονίας κατά του συμβόλου του αριστερού φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, Ρούντι Ντούτσκε, είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι "αντιβίας" της 34χρονης μεσοαστής.

Η γραφή της Μάινχοφ παύει να οριοθετείται  από τον  ιδεαλισμό και να είναι καλυμμένη με την ασφάλεια της δημοσιογραφικής ταυτότητας. Σε απανωτά άρθρα της η Ουλρίκε τραβάει κόκκινη γραμμή με την κρατική εξουσία, η οποία μέσω της αστυνομίας καταστέλλει ακόμη και με σφαίρες την διαφορετική άποψη: "Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, Springer-Hearings, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, άλλα εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία. (...) Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα".

Η αντι-βία είναι μία έκφραση που η Μάιχνοφ χρησιμοποιεί συχνά στα κείμενά της από το 1968 και μετά. Αρχίζει πλέον να ψάχνει αυτούς που μόνο με παραστρατιωτικά μέσα μπορούν να απαντήσουν στην ανεξέλεγκτη κρατική βία και την κυβερνητική προπαγάνδα των ΜΜΕ. Μία φράση γραμμένη τόσο απλά είναι η τελευταία της προειδοποίηση στην εξουσία πριν αφήσει την ήσυχη ασφαλή ζωή της για πάντα πίσω: "Τελειώσαν τα αστεία".


Το όπλο για πένα
Σε μια δημοσιογραφική της εργασία που αφορούσε στην πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος, ως ένδειξη αντίδρασης κατά του καταναλωτισμού made in America, την στιγμή που το Βιετνάμ δεχόταν ναπάλμ, γνωρίζει τον Αντρέα Μπάαντερ και την σύντροφό του, Γκούντρουν Έσλιν.
Το 1970 η αστυνομία συλλαμβάνει τον Αντρέα Μπάαντερ για τρομοκρατική δράση και η Μάινχοφ αποφασίζει να βοηθήσει στην απόδραση του Μπάαντερ. Κανονίζει με τις αρχές μια δήθεν συνέντευξη με τον φυλακισμένο κατά την διάρκεια της οποίας οι σύντροφοί του με όπλα θα τον απελευθέρωναν. Ένας φύλακας τραυματίζεται και η Ουλρίκε αποφασίζει να ακολουθήσει τους "τρομοκράτες". Η Μάινχομ επίσημα από την γερμανική κυβέρνηση χαρακτηρίζεται στα 36 της χρόνια ως τρομοκράτης και καταζητείται. Είναι η επίσημη γέννηση της ομάδας "RAF" ή ως πιο γνωστή "Ομάδα Μπάαντερ και Μάινχοφ".

Η Ουρλίκε μπαίνει δυναμικά στον αγώνα εναντίον της εξουσίας και της φιλοαμερικανικής πολιτικής της Δυτικής Γερμανίας και μεταβαίνει με τους συντρόφους της στην Ιορδανία όπου εκπαιδεύονται ως στρατιώτες κάνοντας την θεωρία περί "παραστρατιωτικών μέσων", πραγματικότητα. Αποχαιρετά τις κόρες της, τις οποίες στέλνει στην Σικελία και επιστρέφει στην Γερμανία ξεκινώντας με τους παράνομους αριστερούς αντάρτικο πόλεων. Για την οικονομική ενίσχυση του αγώνα τους ληστεύουν τράπεζες ενώ εξαπολύουν βομβιστικές επιθέσεις  σε φιλοκυβερνητικές εφημερίδες αλλά και σε βάσεις και γραφεία του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.


Τι είδε η Μάινχοφ;
Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι διέκρινε το δημοσιογραφικό μάτι της Μάινχοφ και ο δρόμος για την ρήξη με την εξουσία ήταν για αυτή μονόδρομος;
Η Μάινχοφ μιλούσε μέσα από τις αναλύσεις της. Το 1968 στο "Konkret"με αφορμή μία τηλεοπτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης η οποία ζητούσε από εκατομμύρια γερμανούς και αυστριακούς τηλεθεατές να "καρφώσουν" στην αστυνομία υπόπτους που εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον τους, η Ουλρίκε βγάζει στην επιφάνεια με μία συγκλονιστική ανάλυση αυτό που έστηνε επικοινωνιακά η εξουσία για να είναι όλα στα μέτρα που αυτή ήθελε.

Γράφει η Μάινχοφ:"Από την ομολογία του παρουσιαστή της εκπομπής, Τσίμερμαν, από εκείνα που είπε ο ίδιος στην επετειακή δέκατη εκπομπή του για το τι θέλει, για το ποια είναι κατά τη δική του αντίληψη η αντικειμενική λειτουργία τούτης της εκπομπής. Εδώ γίνονται πράγματα, είπε, εδώ συμβαίνει επιτέλους κάτι. Και ακόμη: Αν δεν καταφέρουμε να φρενάρουμε την όλο και μεγαλύτερη εγκληματικότητα, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανιστεί και πάλι ένας ισχυρός άνδρας - όπως τότε".

Ο ισχυρός άνδρας που αναφέρεται η Μάιχνοφ δεν είναι άλλος από τον Χίτλερ. Και συνεχίζει
αναλύοντας την ψυχοσύνθεση των Γερμανών που προσελκύονται πάντα από κάποιον ισχυρό να τους φυλάει από τους "κακούς" ή να γίνουν οι ίδιοι ισχυροί ή αλλιώς μικροί  "αθώοι" Χίτλερ:
"Οι Γερμανοί βαρέθηκαν -όπως ξέρουμε- την πολιτική, μόνο ως εθνικοσοσιαλιστική μπορούν πλέον να φανταστούν την πολιτική στράτευση. Έρχεται, λοιπόν, ο κύριος Τσίμερμαν και τους λέει, πρέπει να βοηθήσετε στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας, αλλιώς θα έρθει ένας νέος Χίτλερ και θα το κάνει εκείνος στη θέση σας. Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ ήταν κι αυτός ένας διώκτης της εγκληματικότητας, βέβαια ξεπέρασε τα όρια, γι' αυτό κι εμείς θα προλάβουμε τον επόμενο και θα καθαρίσουμε μόνοι μας το κράτος, κάθε ένας από εμάς κι ένας ισχυρός άντρας. Έτσι θα διασωθεί και η αίσθηση του μεγαλείου που προσέφερε στους Γερμανούς ο Χίτλερ. (...)".


 Επίκαιρη 45 χρόνια μετά
Το ταλέντο της Μάινχοφ στην παρατήρηση και την γνώση της κοινωνίας που ζούσε αποδεικνύεται ακόμα και μετά από 45 χρόνια. Γνωρίζει ότι η επικοινωνία και οι ήπιοι φαινομενικά τρόποι τρομοκράτησης ενός λαού μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μπορεί να κάνει τους λαούς συνεργούς σε έγκλημα παθιασμένους για το "καλό", που μόνο η εξουσία ξέρει να διαφυλάττει.

45 χρόνια μετά από αυτή την ανάλυσή της βλέπουμε και κάτι προφητικό. Οι σημερινοί πολιτικοί της γερμανοαμερικάνικης Ε.Ε έχουν στήσει ναζιστικά μορφώματα κάνοντάς τα το αντίπαλο δέος αν το "καλό" της δικής τους εξουσίας δεν υπερισχύσει. Αν όχι μαζί μας, τότε θα έρθει πάλι "ο ισχυρός άνδρας, όπως τότε". 

Επίσης, η Μάιχνοφ επιβεβαιώνει την δημοσιογραφική της διαχρονικότητα εφόσον όποιος σήμερα δεν είναι με την οικονομοπολιτική γραμμή της Ε.Ε, τότε είναι χαρακτηρισμένος ως "ευρωσκεπτικιστής" ή ως επικίνδυνο φαινόμενο για την πρόοδο και την ισορροπία των λαών της Ευρώπης.

Επισήμαινε το 1968 η Μάινχοφ: "Ξέρουμε ότι εμείς οι Γερμανοί έχουμε περισσότερες δυσκολίες από άλλους με την καταπιεσμένη μας επιθετικότητα, γιατί εκείνους που πρέπει να μισούμε, αυτούς που καταπιέζουν και καταπίεσαν την επιθετικότητά μας - προϊστάμενους, γονείς, αυτούς εκεί πάνω-. δεν επιτρέπεται να τους μισήσουμε. Μισήσαμε τους Εβραίους και τους κομμουνιστές. Με τους Εβραίους δεν γίνεται πια, με τους κομμουνιστές -όπως φαίνεται- δεν τραβάει και πολύ, με τους φοιτητές μάς το απαγορεύει η κατ' επίφασιν δημοκρατία. Ο  (παρουσιαστής) Τσίμερμαν μας προτείνει τους εγκληματίες. Τους αναγορεύει σε αποδιοπομπαίο τράγο της γερμανικής ιστορίας - γι' αυτό ήρθε ο Χίτλερ-, τους μετατρέπει σε αποδιοπομπαίο τράγο του παρόντος μας, εναντίον του οποίου μπορεί να εκλυθεί η πολιτική δυσφορία - έτσι, ώστε να μην έρθει κάποιος νέος Χίτλερ. " 


Η νεκρή πτέρυγα
Τόσο με την πένα της, όσο και με το όπλο της η Μάινχοφ είχε αποφασίσει η ίδια για το πού θα τελείωνε η πορεία που επέλεξε η ίδια. Ακόμα και οι πιο δικοί της άνθρωποι "εργαζόνταν" με την γερμανική κυβέρνηση για να την εξολοθρεύσουν. Ο πρώην σύζυγός της "κομουνιστής" Ρελ και η γυναίκα που την μεγάλωσε από τα 14 της, πρώην ναζίστρια Ρενάτε Ρήμεκ, συνεργαζόταν με την αντιτρομοκρατική (BKA) για την σύλληψη της Ουλρίκε. 
Στις 15 Ιουνίου του 1972 ένας δάσκαλος έκανε το καθήκον του και "κάρφωσε" τους "τρομοκράτες" που νοίκιαζαν το σπίτι του. Από τις 16 Ιουνίου του 1972 μέχρι τις 9 Μαΐου του 1976 η Μάινχοφ κρατούνταν απομονωμένη στα "Λευκά Κελιά" διαφόρων φυλακών της Γερμανίας. Στα 4 χρόνια πλήρους απομόνωσης έγραφε συνεχώς για την σκληρή φυλάκιση της αλλά και για τον αγώνα εναντίον της ύπνωσης της μάζας καθοδηγούμενη πλήρως από πολιτικές ολοκληρωτισμού και παιχνιδιών τρόμου. 

Στην "Επιστολή από τη νεκρή πτέρυγα" στέλνει εις το διηνεκές ένα μήνυμα στους λαούς της Ευρώπης:
"Κοιμήσου ήσυχα καλοζωισμένε και αποχαυνωμένε κόσμε της μεγάλης Γερμανίας. Και σεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι υγιώς σκεπτόμενοι. Κοιμηθείτε ήσυχα σαν πεθαμένοι. Η κραυγή μου δεν θα σας ξυπνήσει. Δεν ξυπνούν ποτέ οι κάτοικοι ενός νεκροταφείου. Όσοι αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, είμαι σίγουρη. Θα είναι εκείνοι που δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, όλοι οι μετανάστες: Τούρκοι, Ισπανοί, Έλληνες, Άραβες κι όλοι οι άλλοι εξαθλιωμένοι και προδομένοι της Ευρώπης και μαζί με αυτούς και οι γυναίκες που δέχτηκαν την καταπίεση, τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση.
Όλες αυτές θα μάθουν γιατί με κρατάτε εδώ μέσα και γιατί το κράτος σας θέλει να με δολοφονήσει σα μάγισσα του μεσαίωνα. Για σας, την εξουσία, υπάρχουν ακόμη και σήμερα μάγισσες που πρέπει να καθηλώνονται μπροστά στους αργαλειούς, στις μηχανές, στις πρέσες, τις γραμμές παραγωγής, μέσα στο θόρυβο και τις διαταγές. 
Και γκάπα γκουπ πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, κινητήρας, καζάνια, φωνές και θόρυβος. Θόρυβος, φτάνει πια με τη σιωπή, πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, καζάνια, αέριο και θόρυβο. Το αέριο, βγαίνει αέριο, εμετός, αηδία. Η αλυσίδα της παραγωγής έχει το δικό της ρυθμό. 
Δεν υπάρχει πια χρόνος, μόνο ρυθμός. Ρυθμός. 
Σταματήστε τις μηχανές. Ησυχία. Τι υπέροχο πράγμα η σιωπή. Ευχαριστώ δεσμοφύλακες που μου χαρίσατε αυτή την απίθανη και σπάνια απόλαυση της σιωπής. Το απόλυτο. Τι απόλαυση για όλες μου τις αισθήσεις! Σα να μοιάζει να βρίσκομαι στον παράδεισο. 
Δεσμοφύλακες, δικαστικοί, κομματάρχες σας αγνοώ όλους. Δεν θα μπορέσετε να με βγάλετε από εδώ μέσα τρελή εκτός κι αν με σκοτώσετε. Μα το μυαλό μου θα είναι καθαρό, θα είμαι απόλυτα υγιής κι όλοι θα ξέρουν με σιγουριά ότι εσείς είστε οι δολοφόνοι, μια κυβέρνηση, ένα κράτος δολοφόνων."


Το μυαλό της "μάγισσας"
Με αυτή της την επιστολή, η Ουλρίκε Μάινχοφ πρόλαβε να δηλώσει ότι θα δολοφονηθεί και δεν θα αυτοκτονήσει, όπως αποφάνθηκε ο ιατροδικαστής. Κρεμάστηκε 42 χρονών στο κελί 719 των φυλακών Στάινχαμ της Στουτγάρδης στις 9 Μαΐου του 1976.

Όμως, η ηλιθιότητα της εξουσίας φαίνεται από αυτά που έκαναν μετά θάνατω στο "καθαρό μυαλό" που αναφερόταν η Ουρλίκε σε γραπτά της από την φυλακή. Ο εγκέφαλός της αποκολλήθηκε από το κρανίο της κατά την νεκροψία και επιστήμονες έκαναν αναλύσεις για να βρουν τι πηγαίνει "στραβά" με το φαινόμενο Μάινχοφ. Η κόρη της, Μπετίνα Ρελ, έμαθε το 2002 ότι ο εγκέφαλος της μητέρας της ήταν ακόμη αντικείμενο κλινικών μελετών σε κλινική του Μαδεβούργου. 


Κίνησε τις διαδικασίες και η επιτροπή ηθικής αναγκάστηκε να σταματήσει τις συνεχόμενες από το 1976 μέχρι το 2002 μελέτες του εγκεφάλου της Ουλρίκε, που μέχρι σήμερα δεν κατάλαβαν πώς σκεπτόταν. Η επιτροπή απαγόρευσε και την δημοσιοποίηση οποιονδήποτε κλινικών αποτελεσμάτων που είχαν γίνει μέχρι τότε και έτσι δεν θα έχουμε το ιστορικό ντοκουμέντο της "αναπτυγμένης" νοητικά Γερμανίας για την επίπονη επί δεκαετίες έρευνες στο μυαλό της Μάινχοφ.
Ωστόσο, η κόρη της παρέλαβε απλά στάχτη από τον αποτεφρωμένο εγκέφαλο της μητέρας της για να την θάψει με το υπόλοιπο κορμί της στο νεκροταφείο Μαρίεντορφ του Δ. Βερολίνου.  Ίσως ακόμα οι Γερμανοί κρατάνε σε φορμόλη το μυαλό της Ουρλίκε αναζητώντας το κίνητρο που μετετρέψε μια μεσήλικη μεσοαστή σε στρατιώτη, και μία πένα σε πιστόλι. 

=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου