Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Πέθανε σαν σήμερα στις 9 Ιουνίου 2004, σε ηλικία 92 χρονών ο αντάρτης του ΕΛΑΣ, Ανυπόμονος (πατέρας Γερμανός),ιερέας, που εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και ήταν από τους πιστότερους συντρόφους του Άρη Βελουχιώτη.

Πέθανε σαν σήμερα στις 9 Ιουνίου 2004, σε ηλικία 92 χρ., ο αντάρτης του ΕΛΑΣ, Ανυπόμονος (πατέρας Γερμανός),ιερέας, που εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και ήταν από τους πιστότερους συντρόφους του Άρη Βελουχιώτη.

Ο ηγούμενος Γερμανός Δημάκης, (1912– 2004) το κανονικό του όνομα ήταν Γεώργιος και όταν χειροτονήθηκε το έκανε Γερμανός, γνωστός τον καιρό της Εθνικής Αντίστασης ως «Πάπα-Ανυπόμονος» ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς ιερείς που πήρανε μέρος στην Αντίσταση.
Γεννήθηκε το 1912 στο Αγρύδιο Γορτυνίας. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1934 στις 29 Ιουλίου. Όταν ο Βελουχιώτης, στις 14 Μαΐου του 1943 συγκροτούσε το αντιστασιακό σώμα και στρατολογούσε άνδρες στη περιοχή δυτικά του χωρίου Κουκουβίστα της Γκιώνας, πήγε και τον βρήκε ο αρχιμανδρίτης Γερμανός, ηγούμενος της Μονής Αγάθωνος, μια μονή κοντά στην Υπάτη όπου ήταν και πρόεδρος της κοινότητας και ταυτόχρονα
επίτροπος της Μονής Δαδιού-Αμφίκλειας. Ύστερα από παρότρυνση του, αφού τον καταζητούσανε πλέον οι Ναζί, προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ και ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ και ο μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος.Είχε χαρίσει ως φυλαχτό στον Άρη Βελουχιώτη ένα σταυρό, που ο αντιστασιακός καπετάνιος, κουβάλαγε πάντα μαζί του. Ως έμπιστος του Άρη Βελουχιώτη έμεινε γνωστός ως ο «παπάς του Άρη» και επειδή ριχνόταν πρώτος στη μάχη και παρότρυνε και τους συμπολεμιστές έμεινε πιο γνωστός ως «Πάπα-Ανυπόμονος». Διορίστηκε ως Στρατιωτικός Ιερέας του Γενικού Αντιστασιακού Στρατηγείου.Το 1946 μετά τη περίφημη Συμφωνία της Βάρκιζας επέστρεψε στο μοναστήρι του Αγάθωνος, όπου και έμεινε ως ηγούμενος όλα τα επόμενα χρόνια. Η συμμορία του εθνικόφρονα Βουρλάκη απήγαγε τον ηρωικό μοναχό και τον βασάνισε μέχρι να υποσχεθεί ότι θα αναθεματίσει τους Αριστερούς της Φθιώτιδας. ...

Πατήρ ΑνυπόμονοςΗ Χούντα των Συνταγματαρχών δεν τον άφησε να ξεκουραστεί και να ασχοληθεί με το συγγραφικό του έργο. Τον κατήγγειλε ως ακραίο αριστερό και άπιστο χριστιανό και τον οδήγησε το 1968 στο Συνοδικό Δικαστήριο, το οποίο όμως τον αθώωσε. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η εκκλησία τον αναγνώρισε ως ήρωα, και ως έναν από τους ελάχιστους κληρικούς που συμμετείχε στον αγώνα εναντίον του κατακτητή με τα όπλα και τις σφαίρες, ενώ η πολιτεία τον τίμησε ως σύμβολο της Αντίστασης.
2000 συγκεκριμένα η Ιερά Σύνοδος έκδωσε έναν τόμο με τίτλο «Μνήμες και Μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή» με αναφορές στη δράση του τον καιρό της Κατοχής. Δεν ξέχναγε ποτέ ως ανθρωπιστής ιερέας να υπενθυμίζει στους ανώτερους κληρικούς ότι έχουν χρέος να νοιάζονται και για τις ανάγκες των κατοίκων τις επαρχίας. Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1998 συνομιλώντας με τον μητροπολίτη Φθιώτιδας Νικόλαο ήθελε να αποστείλει στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σεραφείμ μερικές ιδέες του για να ανακατασκευάσουν την ιστορική γέφυρα του Γοργοποτάμου, αναπλάθοντας και τη γύρω περιοχή. Στάθηκε άτυχος καθώς ο Σεραφείμ πέθανε τρεις μήνες μετά.
Πέθανε το 2004 στις 9 Ιουνίου σε ηλικία 92 χρονών σε μια κλινική της Λαμίας.
Πήραμε της πληροφορίες για τον θρυλικός ανταρτοκαλόγερος, Αρχιμανδρίτης Γερμανός (παπα – Ανυπόμονος) από το WikiPedia
-------------------------------
Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013
Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Γερμανού (π. Ανυπόμονου) «Στο_βουνό με τον Σταυρό κοντά στον Άρη»


Γνωρίζω τον Άρη


Τα παιδιά της Οργανώσεως μας συνέστησαν στον Άρη,(Άρης Βελουχιώτης - Αθανάσιος Κλάρας) εμένα και τον Παπαλεβέντη (π. Κωνσταντίνος Παπαλεβέντης (Παπαφλέσσας), εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Βλασσίου στο Δαδί Φθιώτιδος). Μίλησαν με ενθουσιασμό για τη δουλειά που κάμαμε στο Δαδί, την προσφορά μας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κ.λπ.. Μετά από αυτά λένε στον Άρη:
«Τώρα ο πάτερ Γερμανός θέλει να ’ρθει στον μόνιμο ΕΛΑΣ. Ο παπα-Κώστας θα γυρίσει μαζί μας».
«Να γυρίσει και ο άλλος παπούλης μαζί σας, γιατί εκεί θα προσφέρει περισσότερα απ’ ότι εδώ», τους λέει ο Άρης.
«Καπετάνιε μου, δεν με σηκώνει άλλο το κλίμα κάτω, γιατί με κυνηγάνε οι Ιταλοί», παρεμβαίνω στη συζήτηση εγώ, για να εξηγήσω την επιθυμία μου να βγω στο βουνό.
«Τότε το πράγμα αλλάζει. Αλλά θ’ αντέξεις παπούλη μου; Είναι σκληρή η ζωή στο Αντάρτικο», μου λέει ο Άρης.
«Θα έρθω κοντά σας και όσο αντέξω», του απαντώ.
«Εντάξει, λοιπόν, παπούλη μου», συμφωνεί ο Άρης και δίνουμε τα χέρια.

Μια σημαία και μια σάλπιγγα

Είχαμε βρει τον Άρη μέσα σ’ ένα μαγαζάκι της Κουκουβίστας. Κοντά του, εκτός των ανταρτών, ήταν και ο Άγγλος ταξίαρχος Έντυ Μάγιερς, ο οποίος εκείνη την ώρα μιλούσε με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, μέσω ενός ασυρμάτου που είχαν τοποθετημένο πάνω σ’ ένα τραπέζι του μαγαζιού. Ήταν εκεί και ο δικηγόρος Αλέκος Σεφεριάδης, για τον οποίο ο Άρης αργότερα δεν εξεφράζετο κολακευτικά, γιατί τον θεωρούσε πράκτορα των Άγγλων.
Πρώτη φορά έβλεπα τόσους αντάρτες μαζεμένους και ήσαν ντυμένοι μ’ ένα σωρό διαφορετικές ντυμασιές: Άλλος φόραγε φουστανέλλα, άλλος ντουλαμά, άλλος ιταλική στολή, άλλος γερμανική, άλλος αγγλική. Ένα σωστό μωσαϊκό από ντυμασιές και οπλισμό.
Ανάμεσα σε όλους ξεχώριζε ο γερο-Τσεκούρας (Νίκος Καρβέλης από το Καπνοχώρι, 70 ετών). Αυτός φορούσε φουστανέλλα, κάλτσες, καλτσοδέτες με φούντες, τσαρούχια με φούντες και φέσι.κόκκινο. Είχε και ωραία γενειάδα. Αυτός ήταν ο σημαιοφόρος της ομάδος του Άρη. Ο Άρης τον έλεγε «Πατέρα» κι εκείνος τον προσφωνούσε «Παιδί μου, Άρη». Αυτός, λοιπόν, ο γερο-Τσεκούρας κράταγε τη σημαία την ελληνική, και στον ιστό της είχε Σταυρό μπρούτζινο που λαμποκοπούσε. Δεν είχε έλθει ακόμη, βλέπετε, η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» των τεκτόνων-μασώνων απριλιανών συνταγματαρχών, για να αφαιρέσει από τον ιστό της ελληνικής σημαίας τον Σταυρό!... Η σημαία που κράταγε ο γερο-Τσεκούρας είχε και γράμματα επάνω που έλεγαν: «Ελευθερία ή Θάνατος»!
Δίπλα στον γερο-Τσεκούρα ήταν ο Γιώργης Φουσέκης, αγνό παιδί από το Προσήλιο της Αμφίσσης. Αυτός ήταν ο σαλπιγκτής μας. Φόραγε ντουλαμά και κάλτσες και τσαρούχια με φούντες και φάριο. Αυτό το δύστυχο παιδί σκοτώθηκε στους Γαργαλιάνους τον Δεκέμβριο του 1944. Εγώ το εκήδευσα. Τι καλό παιδί που ήταν… χωριατόπαιδο, τσοπανόπουλο αγνό.
Αυτή την ελληνική σημαία και αυτή τη σάλπιγγα βρήκα μπροστά μου όταν βγήκα στο βουνό και αυτά ακολούθησα, με τη βεβαιότητα ότι κι εγώ, με τον τρόπο τον δικό μου, συνεχίζω την παράδοση του ελληνικού ράσου σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπου η πατρίδα μας βρίσκεται εμπερίστατη και το Γένος μας κινδυνεύει. Δεν βρήκα κόκκινη σημαία με σφυροδρέπανο ούτε κομμουνιστικά κηρύγματα ούτε ξενόφερτα σύμβολα!
Ωστόσο, κι εγώ και όλοι όσοι βγήκαμε στο βουνό, για να προσφέρει ο καθένας μας ότι μπορούσε για τη λευτεριά της πατρίδος μας, θεωρούμεθα από το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά και από την αδιάκριτη Ιεραρχία της Εκκλησίας μας κομμουνιστές, βούλγαροι, εχθροί της πατρίδος, πουλημένοι, προδότες, αντίχριστοι!...
Έπρεπε να περάσουν κοντά σαράντα χρόνια για να αναγνωρισθεί επιτέλους η Εθνική Αντίσταση —όπως, τέλος πάντων αναγνωρίσθηκε— κι όμως υπάρχουν ακόμη και σήμερα άνθρωποι που διακατέχονται από τις ίδιες ιδεοληψίες και από αυτά τα αισθήματα, παρά τα δεινά που επεσσώρευσαν στην πατρίδα μας με κορυφαία την επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 και την τουρκική κατοχή σχεδόν της μισής Κύπρου από τον Αττίλα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.
Η στάση τους μας φέρνει πάντα την αγανάκτηση, γιατί μας πνίγει αυτή η αδικία. Ούτε ηθικές ούτε υλικές αμοιβές ζητήσαμε ποτέ. Μόνο να μας αφήσουν ήσυχους και να μη μας βλέπουν ως εχθρούς της πατρίδος μας. Αμοιβή μας— για την οποία ποτέ δεν διαμαρτυρηθήκαμε— είναι το αίμα που προσφέραμε στον βωμό της Ελευθερίας, η ορφάνια και ο κατατρεγμός, οι νεκροί μας και τα τραύματά μας, οι φυλακές και τα ξερονήσια, οι εκτελέσεις και τα βασανιστήρια, η ξυπολησιά και η ψείρα, τα κρυοπαγήματα και οι ρευματισμοί, από τις συνέπειες των οποίων υποφέραμε και υποφέρουμε σε όλη τη ζωή μας.

«Λειτουργιά που χρόνια μας έχει λείψει!»

Από την Ανατολή φύγαμε για το χωριό Κολοκυθιά, κατεβήκαμε μία πλαγία που τη διαδέχθηκε ένας μεγάλος ανήφορος για να φθάσουμε εκεί.
Όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, μου λέει ο Άρης:
«Δώσε μου, Παπούλη, το σακκίδιό σου, να το κρεμάσω στη σέλα του αλόγου μου».
«Δεν πειράζει, Αρχηγέ», του απαντώ. «Ας το κουβαλάω φορτωμένος για να συνηθίζω».
«Όχι», μου λέει. «Πρέπει να κάνουμε οικονομία δυνάμεων».
Τελικά του το έδωσα. Ήταν ο μόνος έφιππος μεταξύ αυτών που εκείνη τη μέρα ήμασταν μαζί του. Είχε ένα παληάλογο, που μου θύμιζε τον Ροσινάλντε, το σκελετωμένο άλογο του Δον Κιχώτη. Του το είχε δώσει ένας μπάρμπας του, Γάκης Μηνογιάννης λεγόμενος, που είχε ένα μεγάλο κτήμα με σπίτι πιο έξω από το χωριό Λευκάδα, στις όχθες του ποταμού Ρουστιανίτη. Κι επειδή ο Μηνογιάννης ήταν μπάρμπας του Άρη τον λέγαμε και εμείς «μπάρμπα του ΕΑΜ».
Φθάσαμε στην Κολοκυθιά κι εκεί διανυκτερεύσαμε. Το πρωί, όταν συγκεντρωθήκαμε για να κινήσουμε για τον προορισμό μας είδα στην πλατειούλα του χωριού πολλούς Λυχνιώτες, οι οποίοι πολλοί με χάρηκαν, όπως κι εγώ εκείνους. Είχαν έλθει εκεί μεταφέροντες τρόφιμα και άλλα εφόδια με τα ζώα τους.
Φεύγοντας από την Κολοκυθιά, στον δρόμο που πάει για τη Ράχη Καρπενησίου, ανάμεσα στα χωριά Αργύρια και Κυριακοχώρι, βρήκαμε μία πηγή μέσα στα έλατα και καθίσαμε να φάμε ότι πρόχειρο είχε ο καθένας. Έβγαλα και εγώ τις λειτουργιές και το τυρί που μου είχε δώσει ο παπα-Αλέκος και πρόσφερα στον Άρη. Εκείνος, παίρνοντας μια λειτουργιά στα χέρια του τη φίλησε μ’ ένα σκαστό φιλί λέγοντας:
«Βλέπετε, συναγωνιστές; Για να ‘χουμε τον Παπούλη μαζί μας, τρώμε και λειτουργιά, που χρόνια πολλά μας έχει λείψει!...»

«Πάτερ Ανυπόμονος»

Στην Αγία Τριάδα μείναμε αρκετό διάστημα. Άρχισαν να καταρτίζονται και να συστηματοποιούνται ομάδες, διμοιρίες κ.λπ.. Εμένα με κατέταξαν στην Ομάδα Διοικήσεως, η οποία τελούσε υπό την άμεση αρχηγία του Άρη.
Εσυντάσσετο ένας κατάλογος ανταρτών, όπου για λόγους ασφαλείας ανεγράφοντο με ψευδώνυμα. Όταν έφθασε η σειρά μου, ο Λευτέρης Χρυσιώτης (Σπύρος Τσιλιγιάννης, από τη Χρυσώ Ευρυτανίας), διμοιρίτης που εκτελούσε χρέη γραμματέα, με ρώτησε:
«Πώς να σε γράψω, Παπούλη; Τι όνομα ή μάλλον τι ψευδώνυμο θα πάρεις;».
Όμως πριν προλάβω να απαντήσω στον Χρυσιώτη, επεμβαίνει ο παριστάμενος Άρης και λέει:
«Πάτερ Ανυπόμονος!». Και αμέσως προσθέτει: «Είναι πολύ φουριόζος ο παπούλης κι αυτό το επίθετο του ταιριάζει».
Έτσι πολιτογραφήθηκα στον ΕΛΑΣ ως ο «Πάτερ Ανυπόμονος».

«Θα προσεύχεσαι για μας...»

Κάποια στιγμή, που βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία, ρώτησα τον Άρη ποια θα ήταν τα καθήκοντα και ποια η αποστολή μου.
«Εδώ, παπούλη μου, κόσμο για να πολεμάει έχουμε και κάθε μέρα μας έρχονται κι άλλοι… Εσύ θα είσαι ο παπάς μας και θα προσεύχεσαι για μας! Θα φοράς το ράσο σου το καλυμαύχι σου, τον σταυρό σου. Θα είσαι ο παπάς μας!...»
Τα λόγια αυτά του Άρη, κατ’ εμέ, ερμηνεύονται ως εξής: «Να κάνεις τον σταυρό σου και να παρακαλάς τον Θεό, σαν παπάς που είσαι, να μας φωτίζει στο καλό και να μας βοηθάει, ως δίκαιος Θεός που είναι, γιατί κι εμείς για την ελευθερία και τα δίκαια του Λαού Του αγωνιζόμαστε».
Και με αυτά τα λίγα που είπαμε —και τα πολύ περισσότερα που εννοήσαμε ο καθένας μας— εγώ προγραμμάτισα την παραπέρα δράση μου.
Η μονάδα στην οποία ανήκα δεν είχε μόνιμη διαμονή, δεν είχε έδρα. Διαρκώς μετεκινείτο σε διάφορες περιοχές, όπου οι ανάγκες του αγώνα το καλούσαν και οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες το απαιτούσαν. Ο Άρης, πολλές φορές, από εκεί όπου τύχαινε να βρισκόμαστε, μου ανέθετε διάφορες αποστολές, πέραν της προσευχής.
Εκείνο που φρόντιζα πάντα ήταν —αν συνέπιπτε την ημέρα που βρισκόμουν σε κάποιο χωριό να είναι Κυριακή ή γιορτή— να πηγαίνω στην εκκλησία και, πάντοτε με την άδεια του εφημερίου της, να ψάλλω, να κηρύττω ή και να λειτουργώ, εάν ο ιερεύς διέθετε δεύτερη ιερατική στολή. Γιατί εγώ δεν είχα μαζί μου παρά μόνον ένα μικρό Επιτραχήλιον, ένα Ευχολόγιον, έναν μικρό Σταυρό αγιασμού, λίγο θυμίαμα και 5-6 κεριά από αγνό κερί για να μη λειώνουν. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας προτιμούσα να πιώ έναν καφέ στο μαγαζάκι του χωριού, για να μου δοθεί η ευκαιρία να πιάσω κουβέντα με τους χωριανούς και να τους ειπώ τα δέοντα.

Άρης Βελουχιώτης – Πάτερ Ανυπόμονος (ο παπάς του Άρη) from Piazza del Popolo on Vimeo.
Την 1η Ιουνίου 1943 ο Άρης συγκροτεί ένα τμήμα 80 επιλεγμένων ανταρτών της Ρούμελης, με επικεφαλής τον έμπιστο Πελοπίδα, τον Παπούα (Νίκο Διένη) και τον Ωρίωνα (Γιάννη Μιχαλόπουλο). Τη νύχτα της 19ης Ιουνίου οι αντάρτες περνάνε με εφτά βάρκες από το μικρό λιμανάκι του Μαραθιά στην παραλία Λαμπίρι, δυτικά του Αιγίου. Σκοπός τους, η ενίσχυση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.
Εκείνες τις μέρες εμφανίζεται και ένας ασυνήθιστος ιερωμένος. Είναι ο αρχιμανδρίτης Γερμανός, κατά κόσμον Γερμανός Δημάκος, ηγούμενος της Μονής Αγάθωνος, κοντά στην Υπάτη, και ταυτόχρονα επόπτης της Μονής Δαδίου και πρόεδρος της ίδιας κοινότητας. Από την αρχή του ένοπλου αγώνα είχε προσφέρει μεγάλη στήριξη στους αντάρτες της περιοχής του, γι’ αυτό τον Απρίλιο είναι πια καταζητούμενος και αναγκάζεται να φύγει στο βουνό. Ο αρχιμανδρίτης Γερμανός όμως προσχώρησε στον μόνιμο ΕΛΑΣ και πιο συγκεκριμένα κατευθείαν στον Άρη. Είναι το πρόσωπο – το τελευταίο – που έρχεται να συμπληρώσει τον κύκλο των στενών συντρόφων του αρχηγού και να γίνει γνωστός ως «ο παπάς του Άρη».
Ο πάτερ Ανυπόμονος θα ακολουθήσει τον αρχηγό παντού όπου πάει, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στην Πελοπόννησο. Η επίσημη θέση του είναι Στρατιωτικός Ιερέας του ΓΣ ( Γενικού Στρατηγείου), αλλά στις μάχες βρίσκεται με το όπλο στο χέρι και σταυρωτά φισεκλίκια. Όταν μπαίνουν σε χωριό, ξεζώνεται τα άρματα, φοράει το καλιμαύχι του και ανοίγει την εκκλησία να λειτουργήσει. Αυτός ο απίστευτης ζωντάνιας, ωριμότητας και πατριωτικής φλόγας ιερωμένος πολύ γρήγορα θα κερδίσει
την εκτίμηση και τον θαυμασμό του αρχηγού.
Ο Γιώργος Δημάκος, πέθανε στις 9 Ιουνίου 2004 στην Λαμία, σε ηλικία 92 χρονών.

=====================
"O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου