Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Είμαστε Όλοι Πειραματόζωα σε Ένα Αποτυχημένο Πείραμα Δεκαετιών

«Η αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες με σκοπό την προώθηση τροφίμων χαμηλών λιπαρών, είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία της σύγχρονης Ιατρικής».

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Tonic
Ας πούμε ότι θέλεις να χάσεις μερικά κιλά. Ποια από τα παρακάτω θα επέλεγες; Έναν καφέ latte με αποβουτυρωμένο γάλα ή το ίδιο ρόφημα με πλήρες γάλα; Μια μπάρα δημητριακών με χαμηλές θερμίδες ή μπριζόλα με αυγά; Μια σαλάτα με light σως ή την ίδια σαλάτα με σως ξινόγαλου;
Αν είστε όπως οι περισσότεροι Αμερικανοί, είτε δεν ξέρετε τι να απαντήσετε είτε είστε βέβαιοι. Όμως, κάνετε μεγάλο λάθος. Δεν φταίτε εσείς, όμως. Φταίνε, όπως λένε οι ειδικοί, δεκαετίες με παραπλανητικές συμβουλές για τη διατροφή που δεν βασίζονταν ποτέ σε σαφή επιστημονικά δεδομένα.
Το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ, καθώς και ο οργανισμός που σήμερα αποκαλείται Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξέδωσε για πρώτη φορά εθνικές διατροφικές οδηγίες το 1980. Το 20σέλιδο βιβλιαράκι επικεντρώνονταν κατά βάση σε τρεις «εχθρούς» της υγείας: τα λίπη, τα κορεσμένα λιπαρά και τη χοληστερόλη.
Οι πρόσφατες έρευνες κατέληξαν ότι το λίπος και η χοληστερόλη είναι καλοήθεις και όχι επιβλαβείς προσθήκες στη διατροφή του ανθρώπου. Τα κορεσμένα λιπαρά φαίνεται πως θα απενοχοποιηθούν επίσης.
«Η επιστήμη στην οποία βασίστηκαν αυτές οι οδηγίες ήταν λάθος», είπε στο Tonic ο Robert Lustig, νευροενδοκρινολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF). Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα ότι ο περιορισμός του λίπους από τη διατροφή έχει οφέλη για την υγεία, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ με στέρεα στοιχεία, είπε ο Lustig:

«Η βιομηχανία τροφίμων ξεσάλωσε, προωθώντας συσκευασμένες τροφές με χαμηλά λιπαρά και πλούσιες σε υδατάνθρακες ως "light" ή "υγιεινές" και αυτό ήταν καταστροφικό για τη δημόσια υγεία»
Πριν λίγο καιρό, κάποιοι συνάδελφοι του Lustig από το UCSF δημοσίευσαν μια εμπρηστική έκθεση, στην οποία αποκάλυψαν ότι τη δεκαετία του 1960, τα λόμπι της βιομηχανίας της ζάχαρης χρηματοδότησαν έρευνες που συνέδεαν τις καρδιακές παθήσεις με τα λίπη και τη χοληστερόλη, αποσιωπώντας το γεγονός ότι ο πραγματικός κίνδυνος προκαλείται από τη ζάχαρη.
Η Nina Teicholz, δημοσιογράφος επιστημονικών θεμάτων και συγγραφέας του The Big Fat Surprise (εκδ. Simon & Schuster), είπε ότι πολλές από τις αρχικές πιέσεις για τον περιορισμό της κατανάλωσης λίπους, προήλθαν από την Αμερικανική Ένωση Καρδιάς (AHA), η οποία δικαιολογούσε τη στάση της κατά των λιπαρών, λέγοντας ότι το λίπος έχει διπλάσιες θερμίδες από την πρωτεΐνη και τους υδατάνθρακες.
«Δεν είχαν κλινικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η διατροφή με χαμηλά λιπαρά από μόνη της περιορίζει την παχυσαρκία και τις καρδιακές παθήσεις», είπε η Teicholz. Επειδή, όμως, το λίπος έχει πολλές θερμίδες, υιοθέτησαν αυτήν τη στάση κατά των λιπαρών και η κυβέρνηση τους ακολούθησε. Αναμφίβολα, η έρευνα της δεκαετίας του 1960, η οποία χρηματοδοτήθηκε από την Ένωση Ζάχαρης και δημοσιεύτηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine, ενίσχυσε τους συλλογικούς μας φόβους.
Τη δεκαετία του 1990, κατά την οποία η Teicholz λέει ότι τα επιδημιολογικά δεδομένα ξεκίνησαν να συσσωρεύονται, δείχνοντας ότι η διατροφή με χαμηλά λιπαρά και πολλούς υδατάνθρακες δεν βοηθάει στην απώλεια βάρους ούτε στον περιορισμό των καρδιακών παθήσεων, η μεγαλύτερη ζημιά είχε ήδη γίνει. Η αμερικανική κοινωνία είχε εκδηλώσει για τα καλά αυτό που οι ειδικοί ορισμένες φορές αποκαλούν «φαινόμενο Snackwell» - μια αφοσίωση στις δίαιτες με χαμηλά λιπαρά και λίγες θερμίδες, στις οποίες ο κόσμος έπεφτε με τα μούτρα, επειδή θεωρούσε ότι είναι υγιεινές.
«Η αλλαγή στις διατροφικές συμβουλές με σκοπό την προώθηση τροφίμων χαμηλών λιπαρών είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία της σύγχρονης Ιατρικής»
«Αυτή η συμβουλή επέτρεψε στη βιομηχανία τροφίμων να ξεσαλώσει, προωθώντας συσκευασμένες τροφές με χαμηλά λιπαρά και πλούσιες σε υδατάνθρακες ως "light" ή "υγιεινές" και αυτό ήταν καταστροφικό για τη δημόσια υγεία», είπε o Lustig.
Τα στατιστικά στοιχεία στηρίζουν τα λεγόμενά του. Από τότε που η αμερικανική κυβέρνηση εξέδωσε τις πρώτες εθνικές οδηγίες διατροφής, το 1980, τα ποσοστά παχυσαρκίας και συναφών παθήσεων, όπως ο διαβήτης, έχουν διπλασιαστεί. «Ο παιδικός διαβήτης ήταν κάτι που δεν είχαμε ακούσει και τώρα είναι επιδημία», λέει ο Lustig.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι εθνικές υγειονομικές Αρχές ακολούθησαν τον δρόμο που χάραξε η Αμερική. Τα αποτελέσματα ήταν εξίσου ζοφερά. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, ένας μη κερδοσκοπικός βρετανικός οργανισμός που λέγεται Εθνικό Φόρουμ Παχυσαρκίας (NOF) καταδίκασε σε δημοσίευσή του την πολιτική της κυβέρνησης περί διατροφής.
Στην έκθεσή του, το NOF υποστηρίζει ότι οι συμβουλές για τον περιορισμό του λίπους και της χοληστερόλης είναι «η ρίζα του προβλήματος» των υψηλών ποσοστών παχυσαρκίας και διαβήτη στη Βρετανία. Μιλώντας λίγο μετά τη δημοσίευση της έκθεσης, ο Aseem Malhotra, ένας Βρετανός καρδιολόγος ο οποίος συμβουλεύτηκε την έκθεση του NOF, είπε, «Η αλλαγή στις διατροφικές συμβουλές με σκοπό την προώθηση τροφίμων χαμηλών λιπαρών είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία της σύγχρονης Ιατρικής».
Εκτός από την κατάργηση των «αποτυχημένων πολιτικών» της βρετανικής κυβέρνησης, η έκθεση του NOF έκανε έκκληση για μια «πλήρη αναθεώρηση των συμβουλών σε θέματα διατροφής και υγείας».

Σε πρόσφατη δημοσίευση στην επιθεώρηση British Journal of Sports Medicine, η ερευνήτρια Zoe Harcombe από το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Σκωτίας εξηγεί ότι τα ποσοστά παχυσαρκίας των ανδρών και των γυναικών της Βρετανίας αυξήθηκαν, από το 2,7% το 1972 στο 23 και 26% αντίστοιχα, το 1999.
«Υπάρχουν μόνο τρία μακροθρεπτικά συστατικά», είπε η Harcombe - «η πρωτεΐνη, το λίπος και οι υδατάνθρακες». Σχεδόν όλα όσα τρώμε ή πίνουμε περιέχουν τουλάχιστον ένα από αυτά. Αν είσαι από αυτούς που ακολούθησαν τις συμβουλές της κυβέρνησης για κατανάλωση λιγότερων λιπαρών ουσιών, αναπόφευκτα η πρόσληψη υδατανθράκων σου θα εκτοξεύθηκε, είπε. Αυτό συνέβη σε πληθυσμιακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας το '80 και του '90.
Όμως πρέπει να αποδίδουμε και τα εύσημα, όταν πρέπει: Οι πιο πρόσφατες οδηγίες που εξέδωσε η αμερικανική κυβέρνηση δεν συνιστούν τον περιορισμό πρόσληψης λιπαρών ουσιών και χοληστερόλης. Όμως αυτό είναι απλώς μια παύση των κακών συμβουλών και όχι μια δημόσια αναγνώριση του λάθους, είπε η Teicholz. Ακόμη χειρότερα: «Αν εξετάσεις το διατροφικό μοντέλο που προωθεί η κυβέρνηση, για να ενημερώσει τα προγράμματα διατροφής της, όπως το πρόγραμμα Εθνικής Σχολικής Διατροφής, θα δεις ότι εξακολουθεί να είναι χαμηλό σε λιπαρά», είπε.
Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook
Άλλο ένα παράδειγμα της εμμονικής σταυροφορίας κατά των λιπαρών: Οι Διατροφικές Οδηγίες 2015 προς τους Αμερικανούς εξακολουθούν να προωθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και όχι τα πλήρη – μια σύσταση που δεν υποστηρίζεται από τις τελευταίες έρευνες.
«Οι έρευνες δεν έχουν δείξει ότι υπάρχουν οφέλη για την απώλεια βάρους, όταν προτιμούμε τα χαμηλά σε λιπαρά γαλακτοκομικά προϊόντα σε σχέση με τα πλήρη, ειδικά εάν οι λιπαρές θερμίδες αντικατασταθούν με ζάχαρη», είπε στο Tonic ο Walter Willett, πρόεδρος του Τμήματος Διατροφολογίας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. «Αν μη τι άλλο, έχουμε ενδείξεις για το αντίστροφο».
Ο Willett βιάστηκε να επισημάνει ότι δεν θεωρεί το πλήρες γάλα και το τυρί με πολλά λιπαρά «υγιεινή διατροφή». Οι ξηροί καρποί, για παράδειγμα, είναι μια πιο υγιεινή πηγή λιπαρών ουσιών, είπε. Αν όμως πρόκειται να πιείς λίγο γάλα ή να φας λίγο γιαούρτι, τα στοιχεία δείχνουν ότι η σιλουέτα σου θα διατηρηθεί καλύτερα με τα πλήρη προϊόντα – κατά πάσα πιθανότητα, επειδή είναι πιο χορταστικά και περιορίζουν την υπερβολική κατανάλωση.
Η Teicholz είπε ότι είναι δύσκολο να αναστραφεί ο αντίκτυπος της στάσης κατά των λιπαρών ουσιών και υπέρ των υδατανθράκων που υιοθέτησαν οι υγειονομικές Αρχές. Μια ολόκληρη γενιά επαγγελματιών στον τομέα της υγείας αποδέχονταν –και συνιστούσαν στους ασθενείς τους– την κατευθυντήρια γραμμή της κυβέρνησης για την αποφυγή του λίπους και της χοληστερόλης. Πολλοί το κάνουν ακόμη.


«Τόσο η επαγγελματική όσο και η θεσμική αξιοπιστία διακυβεύονται», απάντησε στην ερώτηση γιατί δεν διαμαρτύρονται περισσότεροι γιατροί και νομοθέτες για τους κινδύνους που ενέχει η διατροφική καθοδήγηση της κυβέρνησης. Επίσης, αναφέρθηκε στα συμφέροντα της βιομηχανίας των τροφίμων, την πιθανότητα κατάθεσης «μαζικών αγωγών» και στην ντροπή της παραδοχής ότι επί σχεδόν μισό αιώνα το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ και άλλες υγειονομικές Αρχές προωθούσαν κακές συμβουλές.
Στη Μεγάλη Βρετανία, η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ της επιστήμης της διατροφολογίας και της κυβερνητικής διατροφικής πολιτικής έχει επιφέρει ρήξεις στην κοινότητα της δημόσιας υγείας. Από τότε που δημοσιεύτηκε η έκθεση, το Εθνικό Φόρουμ Παχυσαρκίας έχει χάσει τέσσερα από τα ανώτερα μέλη του και η αναταραχή αυτή έχει πυροδοτήσει μια εθνική συζήτηση μεταξύ των γιατρών, των διατροφολόγων και των νομοθετών, σχετικά με το ποια είδη φαγητών συνθέτουν μια υγιεινή διατροφή.
«Οι προηγούμενες εκθέσεις μας δεν είχαν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον, επομένως δεν φανταζόμασταν ότι η συγκεκριμένη θα έκανε παγκόσμιο πάταγο», δήλωσε ο David Haslam, πρόεδρος του Εθνικού Φόρουμ Παχυσαρκίας και καθηγητής Επιστημών Παχυσαρκίας στο Πανεπιστήμιο Robert Gordon.
Επαναλαμβάνοντας τις συμβουλές που παρουσίασε στην έκθεση του οργανισμού του, ο Haslam είπε ότι πιστεύει ακράδαντα πως η δημόσια υγεία θα βελτιωνόταν σε μεγάλο βαθμό, αν όλοι μας τρώγαμε λιγότερους επεξεργασμένους υδατάνθρακες –όπως αρτοσκευάσματα, πατατάκια, δημητριακά και άλλα συσκευασμένα προϊόντα– και αντ' αυτών καταναλώναμε «φυσικά φαγητά», ανεξάρτητα από τα μακροθρεπτικά συστατικά τους.
«Πεινούσα τόσο που έτρεμα και στο τέλος δεν τα κατάφερα και πήρα ξανά τα κιλά»
Αυτό το τελευταίο –ότι όλοι πρέπει να δίνουμε λιγότερη προσοχή στα θρεπτικά συστατικά ενός τροφίμου– είναι πολύ σημαντικό. Ο Willett από το Χάρβαρντ είπε ότι αν εστιάζουμε μόνο σε ένα συγκεκριμένο μακροθρεπτικό και μικροθρεπτικό περιεχόμενο, θα μπερδευτούμε και δεν θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε σωστά την επίδραση ενός προϊόντος στην υγεία.
Τι να κάνει λοιπόν ο δόλιος άνθρωπος που κάνει δίαιτα;
Η 30χρονη Jenny Knight είναι λογοθεραπεύτρια και μητέρα δύο παιδιών από το Νόρμαν της Οκλαχόμα. «Δυσκολεύομαι με το βάρος μου από τότε που ήμουν οκτώ ετών», είπε η Knight . Με ύψος 1,75 και βάρος σχεδόν 113 κιλά, είναι αναμφίβολα παχύσαρκη.
Όπως πολλοί εύσωμοι Αμερικανοί, η Knight έχει πειραματιστεί με εκατοντάδες διαφορετικές δίαιτες, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, υπαγορεύουν την αποφυγή λιπαρών ουσιών ή θερμίδων, με σκοπό την απώλεια βάρους. Αργά ή γρήγορα, την απογοήτευσαν όλες. «Ακόμη και όταν λειτουργούσαν, όλα γίνονταν λόγω της δύναμης της δικής μου θέλησης», είπε. «Πεινούσα τόσο που έτρεμα και στο τέλος δεν τα κατάφερα και πήρα ξανά τα κιλά».
Το διατροφικό λίπος δεν ήταν ποτέ αυτός ο μπαμπούλας που μας έκαναν να νομίζουμε οι υγειονομικές Αρχές
Όμως από τον Φεβρουάριο, η Knight ακολουθεί μια δίαιτα με βάση το λίπος, την οποία προωθεί ο David Ludwig, καθηγητής διατροφολογίας στο Χάρβαρντ.
Μιλώντας στο Tonic, ο Ludwig είπε ότι το κόψιμο των λιπαρών από τη διατροφή και η αντικατάστασή του με επεξεργασμένους υδατάνθρακες μπορεί να πυροδοτήσει μια σειρά από ανθυγιεινές αλλαγές του μεταβολισμού που προκαλούν παθήσεις όπως ο διαβήτης και κάνουν τα λιπώδη κύτταρα να αποθηκεύουν –αντί να διασπούν– το λίπος. Η αποφυγή πρόσληψης περισσότερων θερμίδων στη δίαιτά σας απλώς ρίχνει λάδι στη φωτιά.
Το σχέδιό του, το οποίο παρουσιάζει στο βιβλίο του Always Hungry? (εκδ. Grand Central Life & Style), προωθεί την απομάκρυνση από τα τρόφιμα με επεξεργασμένους υδατάνθρακες και την υιοθέτηση μιας διατροφής πλούσιας σε λιπαρά από ξηρούς καρπούς, πλήρη γαλακτοκομικά προϊόντα, φυσικά έλαια και άλλες πλήρεις τροφές.
Μέχρι στιγμής, η Knight έχει χάσει 14 κιλά με το σχέδιο του Ludwig. Όμως δεν αισθάνεται αισιόδοξη, μόνο λόγω της απώλειας βάρους. «Είναι η μόνη δίαιτα που έχω κάνει, χωρίς να ζοριστώ καθόλου – δεν χρειάζεται να προσπαθήσω καθόλου» είπε. «Ειλικρινά, σχεδόν ντρέπομαι που καταναλώνω νόστιμα τρόφιμα, όπως μαύρη σοκολάτα, φυστικοβούτυρο ή γάλα καρύδας, ενώ δεν πεινάω πλέον, όπως παλιά».
Η δίαιτα του Ludwig μπορεί να είναι η απάντηση στις προσευχές σας για απώλεια βάρους, μπορεί και όχι. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: Το διατροφικό λίπος δεν ήταν ποτέ αυτός ο μπαμπούλας που μας έκαναν να νομίζουμε οι υγειονομικές Αρχές.
«Νομίζω ότι οι περισσότεροι από εμάς θα είχαμε μια πολύ καλή διατροφή, αν κόβαμε τα επεξεργασμένα τρόφιμα», είπε ο Lustig. «Δεν θα χρειαζόμασταν κατευθυντήριες γραμμές, αν τρώγαμε πραγματικό φαγητό».
Περισσότερα από το VICE
=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου