Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Η δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.. (Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας)



Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδίΠου θα πάρειςΜονάχα εσύ που θα πάρεις5Και θα σπρώξεις την πόρταΘ’ ανοίξεις το δωμάτιοΘ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φωςΖαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούνΟι καθρέφτες θα λάμψουν10Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμοΕκεί θα τα βρειςΚάπου — απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδεραΑπ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,15Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.Θα μείνεις λίγο μέσα στο φωςΎστερα θα σφαλίσεις τα παράθυραΠροσεχτικά τις κουρτίνεςΞεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν20Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτεςΘ’ ακινητήσουν οι γλόμποιΚι εσύ θα πάρεις το κλειδίΚαι με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψειςΘ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο25Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.
(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,
Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

Η δυο όψεις του ίδιου νομίσματος...

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Κι ο άντρας είπε:
πεινώ.
Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ
Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.
Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή.
Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ' το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει το λίγο φαΐ που' χε απομείνει.
Όταν πλάγιασαν ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια.
Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει.
Μα ήταν νέα ακόμα.
Τελείωσαν
Χωρίς κάν να φιληθούν.
Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά μές στο σκοτάδι
κι αποκοιμήθηκε .
Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμαρας, απόμερα έκλαψε.
Έξω, όλο χιόνιζε.


Μουσική George Varsamakis the game of treasure
=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου