Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Εκτορας Κουφοντίνας: «Η 17Ν δεν υπάρχει, η αλλαγή θέλει νέα εργαλεία, νέα σχήματα» - «Όταν Κάψανε την Τροία μου» (*)

Ο γιος του Δημήτρη Κουφοντίνα μιλάει για το βιβλίο του, για το τίμημα της έκθεσης και το καλοκαίρι του 2002.

Ο Εκτορας Κουφοντίνας βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής εδώ και 15 χρόνια. Από το καλοκαίρι του 2002, που σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών καταδιώχτηκε ασφυκτικά από τα Μέσα και βίωσε την πρώτη του ανάκριση στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση, μέχρι και σήμερα που μετράει 27 Μάηδες, ό,τι κι αν πει και ό,τι κι αν γράψει αναπαράγεται και σχολιάζεται από όλα τα Μέσα…

Πληρώνει το τίμημα να είναι ο γιος του Δημήτρη Κουφοντίνα και της Αγγελικής Σωτηροπούλου. Αλλά, όπως τονίζει στο Documento, στο οποίο επέλεξε να δώσει την πρώτη του συνέντευξη: «Πρέπει να έχουν στο μυαλό τους ότι δεν είμαι μόνο ο γιος του Κουφοντίνα. Είμαι κι εγώ Κουφοντίνας».

Τον συνάντησα για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη του 2002, στο γραφείο της δικηγόρου Ιωάννας Κούρτοβικ. Ηταν λίγη ώρα μετά τη μεταγωγή του Δ. Κουφοντίνα από τη ΓΑΔΑ στο Εφετείο Αθηνών. Καθόταν σε μια γωνία σιωπηλός και σκιτσάριζε… Το τι ακριβώς είναι πολύ προσωπικό του και δεν αφορά κανέναν μας. Οταν γύρισε και με κοίταξε δεν είχα καμία αμφιβολία για το ποιος είναι ο πατέρας του.

Σήμερα, 15 χρόνια μετά, ο Εκτορας Κουφοντίνας, που –μεταξύ άλλων– συστήνεται ως αντιπολιτευτής, συγγραφέας, αρθρογράφος, καλλιτέχνης, ερασιτέχνης αστροφυσικός, κυκλοφορεί ήδη το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Οταν κάψανε την Τροία μου» (*). Μέσα από τις σελίδες του εξιστορεί τα γεγονότα του 2002 όπως τα βίωσε ο ίδιος. Μας παραδίδει τη δική του πλευρά της ιστορίας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί εξηγεί γιατί το έγραψε τώρα, μιλά για το τίμημα της έκθεσης, κάνει αναφορές σε εκείνο το καλοκαίρι που –όπως γράφει στο οπισθόφυλλο– «αποτέλεσε τομή για την ιστορία της χώρας, ανατρέποντας ισορροπίες και δημιουργώντας νέα δεδομένα και που μαζί του άλλαζε κι εμένα για πάντα». Μιλά όμως και για τις πρακτικές ένοπλης αμφισβήτησης, για την πρώτη άδεια του πατέρα του από τη φυλακή, ακόμη και για το σκάνδαλο της Novartis:
Έγραψες ένα βιβλίο που έγινε η αφορμή γι’ αυτήν τη συζήτηση. Γιατί τώρα και γιατί να ενδιαφέρει;

Διότι τώρα συμφιλιώθηκα με την ιδέα ότι βρίσκομαι στο επίκεντρο μιας προσοχής, θέλω – δεν θέλω. Πάντα επέλεγα να παρεμβαίνω απ’ τις τάξεις του κινήματος. Εγραφα απόψεις. Τύπωνα και μοίραζα ανώνυμα προκηρύξεις. Συμμετείχα από κάποια διακριτική γωνία. Δεν ήθελα τον ρόλο εκείνου που είναι επιφορτισμένος να βγει να μιλήσει. Ακόμη και ως ιδιοσυγκρασία αν θες. Παρ’ όλα αυτά, είδα τοποθετήσεις μου να αναπαράγονται και να συζητιούνται. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Γι’ αυτό έχω την υποψία ότι και το βιβλίο θα ενδιαφέρει.

Η ανωνυμία για σένα, γράφεις, είναι πια περασμένη υπόθεση. Με αυτό το βιβλίο μήπως ρίχνεις νερό στον μύλο των Μέσων; Θα ασχοληθούν ξανά μαζί σου από άλλη σκοπιά πια, αλλά πάντα με το μότο «ο γιος του Κουφοντίνα». Είσαι έτοιμος να πληρώσεις το τίμημα αυτής της έκθεσης;

Το τίμημα αυτής της έκθεσης το πληρώνω ούτως ή άλλως. Αυτή είναι η πλάκα… Δεν ζήτησα ποτέ από κανέναν αυτήν τη δημοσιότητα. Μάλιστα την απέφευγα. Είναι αναρίθμητες οι φορές που μου έχει ζητηθεί να κάνω κάποιο σχόλιο ή συνέντευξη με αφορμή την επικαιρότητα. Το απέφευγα, αλλά ο μύλος γύριζε. Οπότε, αν είναι να γυρίζει, τότε θα πω όσα θα έλεγα, με τους δικούς μου όρους πλέον. Ηρθε η ώρα οι ανώνυμες προκηρύξεις να γίνουν βιβλίο, η αφηρημένη δράση να γίνει συγκεκριμένη. Με αντιμετωπίζουν πράγματι ως τον «γιο του Κουφοντίνα». Δεν με πειράζει. Είμαι περήφανος γι’ αυτή μου την ιδιότητα. Πρέπει να έχουν όμως στο μυαλό τους ότι δεν είμαι μόνο ο γιος του Κουφοντίνα. Είμαι κι εγώ Κουφοντίνας.

Αντιλαμβάνεσαι πώς θα σχολιαστεί αυτό το τελευταίο. Το πας φιρί φιρί για σχόλια του τύπου «μας απειλεί ο γιος του Κουφοντίνα», «πήρε τη σκυτάλη ο γιος του Κουφοντίνα» κ.ο.κ.

Ας σχολιάσουν ό,τι θέλουν. Εγώ λέω πάντα αυτό που έχω να πω, ανεξαρτήτως σχολίων. Να σου πω πάντως ότι δεν μου αρέσει να απειλώ. Συνήθως όσοι απειλούν, ιδίως ανώνυμα, είναι και το μόνο που κάνουν.

Αν και το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, ως χρονολογία αναφέρει «Αθήνα 2017». Υπάρχει κάποιος συμβολισμός;

Το βιβλίο γράφτηκε το 2017, τυπώθηκε το 2017 και ο σχεδιασμός ήταν να βγει τον Οκτώβριο του 2017. Μου άρεσε ο συμβολισμός να κυκλοφορούσε το πρώτο μου βιβλίο τον «Οκτώβρη του ’17» – στην επέτειο των 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ωστόσο αυτό σχεδόν συνέπεσε με την πρώτη άδεια του πατέρα μου, οπότε αποφάσισα να καθυστερήσω λίγο την κυκλοφορία, αποφεύγοντας να φανεί σαν εμπορική εκμετάλλευση της δημοσιότητας των ημερών.

Ο τίτλος έχει να κάνει με την ιστορία του ονόματός σου;

Από μικρός διάβαζα μυθολογία. Πάντα μου άρεσε η ιστορία του ομηρικού Εκτορα. Του ανθρώπου που έπεσε με το κάστρο που υπερασπιζόταν. Τηρουμένων των αναλογιών, ένιωσα ότι ταίριαζε. Αλλωστε ο ποιητής δεν νομίζω ότι αναφερόταν στην Τροία ως έναν σωρό από πέτρες, αλλά στην ιδέα της. Την ιδέα μιας όμορφης και ελεύθερης ζωής που οι κατακτητές ισοπεδώνουν.

Έχω προσέξει ότι χρησιμοποιείς τον όρο «αντιπολιτευτής».

Είναι δική μου επινόηση – δεν νομίζω ότι υφίσταται ως λέξη. Τη σκέφτηκα κάποια στιγμή καθώς προσπαθούσα να περιγράψω τι είναι αυτό που κάνω. Την ιδιότητα κάποιου να ασχολείται με την πολιτική, να «πολιτεύεται» κάνοντας αντιπολίτευση.

Ο Δ. Κουφοντίνας έκλεισε την ομιλία του στο δικαστήριο με ένα ποίημα του Παλαμά που αναφέρεται στην προτροπή του πατέρα προς τον γιο του να μην παρατήσει το περιβόλι. Να κτίσει κάστρα και σε αυτά να «ταμπουρωθεί». Τι βρίσκεται πίσω από τους προμαχώνες των δικών σου κάστρων;

Οι προμαχώνες των παλιών μου κάστρων θαρρώ πως έχουν πέσει. Πλέον βρισκόμαστε στο ανοιχτό πεδίο μάχης. Λέω «βρισκόμαστε», αν και ρώτησες για εμένα, διότι πέρα απ’ τη δική μου ιστορία, το δικό μου «κάστρο» που αλώθηκε τότε, σήμερα έχουν πέσει όλα τα κάστρα. Για όλους μας. Βρισκόμαστε σε μια ανοχύρωτη χώρα. Οσο για μένα, προτιμώ να μη μιλώ για τις δικές μου «αρετές» ή «πηγές δύναμης». Προτιμώ να μη λέω πολλά για το ποιος είμαι και ποιος δεν είμαι, αλλά να αφήνω τους άλλους να βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Τώρα υπάρχει και ένα βιβλίο που μπορεί να βοηθήσει σε αυτό.

Υποστηρίζεις ακόμη ότι σήμερα τα πράγματα θα ήταν αλλιώς εάν δεν είχε βγει από τη μέση η «παραφωνία της 17Ν»; Θα είχαν σταματήσει οι κλεψιές, δεν θα είχαμε μπει στα μνημόνια, θα ήταν καλύτεροι οι εκπρόσωποι των εξουσιών αν είχε χυθεί κι άλλο αίμα;

Αίμα εξακολουθεί να χύνεται. Και μάλιστα θα έλεγα άφθονο. Απλώς πλέον χύνεται μόνο από τη μία μεριά. Δεν μπορώ να ξέρω πώς θα ήταν τα πράγματα. Οι κλεψιές δεν θα είχαν σταματήσει, όπως δεν είχαν σταματήσει όσο δρούσε η οργάνωση. Δεν έχεις όμως κι εσύ την αίσθηση ότι σαν να έχουν αυξηθεί λίγο από όταν διαλύθηκε; Επίσης δεν θα είχε αποτραπεί η είσοδος στα μνημόνια. Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από μια οργάνωση, αλλά από την κοινωνία. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι σε προκηρύξεις της προειδοποιούσε για τα μνημόνια από το 1985. Σήμερα δεν υπάρχει η 17Ν και η αλλαγή θέλει νέα εργαλεία. Νέα σχήματα. Και αν αυτά δεν υπάρχουν… να τα φτιάξουμε.

Περιγράφεις πολύ γλαφυρά την τρομολαγνεία εκείνης της εποχής. Αυτή ακριβώς η βία, η διατάραξη της οικογενειακής και προσωπικής γαλήνης που αισθάνθηκες ως παιδί, σε φέρνει κοντά στα παιδιά των θυμάτων του «πολέμου», όπως το βλέπεις εσύ, ή της τρομοκρατίας, όπως το βλέπουν αυτά; Ή είσαι αλληλέγγυος μόνο με «τα παιδιά του πολέμου»;

Οσον αφορά τη γραφή, αν όντως καταφέρνω και περιγράφω γλαφυρά, όπως λες, την τρομολαγνεία, αυτό είναι μάλλον επειδή την έζησα από κοντά, αλλά κι επειδή εξακολουθώ να τη βλέπω γύρω μας σήμερα. Να υπάρχει ακόμη εναντίον μας. Τώρα προς ποιον είμαι αλληλέγγυος… Για αλληλεγγύη δεν ξέρω, αλλά σίγουρα υπάρχει κατανόηση. Σε κάθε απώλεια υπάρχει πόνος και σε κάθε πόνο υπάρχει κατανόηση. Ομως δες τον πόλεμο. Τον ανοιχτό πόλεμο. Και εκεί κάθε στρατιώτης που πέφτει είναι πατέρας ή γιος για κάποιον και κάποια οικογένεια αφήνει πίσω. Ωστόσο όλοι καταλαβαίνουν ότι όταν είσαι μέσα στον πόλεμο πρέπει να πολεμήσεις. Διότι σε κάθε πόλεμο υπάρχουν δύο στρατόπεδα: εκείνο που κηρύσσει τον πόλεμο και εκείνο που αναγκάζεται να βρίσκεται σε αυτόν.

Χωράνε σήμερα στην καθημαγμένη Ελλάδα πρακτικές ένοπλης αμφισβήτησης;

Πρακτικές ένοπλης αμφισβήτησης χωράνε παντού στον κόσμο και πάντα στην Ιστορία. Είναι ο μόνος δρόμος; Λοιπόν, η Ελλάδα δεν έχει καταματωθεί άοπλα. Ο λαός υφίσταται όσα υφίσταται διότι του τα επιβάλλουν κάποιοι κύριοι με κοστούμια, που γύρω τους έχουν κάποιους κυρίους με όπλα να τους προστατεύουν. Ακόμη και τις φορές που δεν προκύπτει η ανάγκη να πατηθεί η σκανδάλη από αυτούς τους κυρίους, το δάχτυλο είναι εκεί.

Ευρώ ή δραχμή;

Δραχμή. Εθνικό νόμισμα, αλλά είμαι συναισθηματικός άνθρωπος και θα προτιμούσα να το πούμε δραχμή. Υπάρχουν αναλύσεις για τον «ρόλο του ευρώ σε βάρος της περιφέρειας», αλλά στέκομαι σε κάτι πιο απλό. Για την παραμονή μας η ΕΕ ζητά αιματηρές θυσίες. Από την άλλη εμείς, ως χώρα, λέμε ότι θέλουμε το ευρώ «πάση θυσία». Νομίζω είναι σαφές ότι αν είσαι διατεθειμένος να κάνεις κάθε θυσία, τότε κάθε θυσία θα σου ζητηθεί. Το οποίο έχω να πω ότι πέρα από αυτοκαταστροφικό είναι και αναξιοπρεπές.

Σκάνδαλο Novartis.

Α, τώρα θα σε ρωτήσω εγώ. Γιατί άραγε όλοι οι εντιμότατοι κύριοι που μιλούν εναντίον μας, που μιλούν για νόμους, ηθική και τάξη, βρίσκουν τα ονόματά τους σε φοροδιαφυγικού τύπου Panama Papers, λίστες Λαγκάρντ, καταλόγους Siemens και δικογραφίες της Novartis;

«Μιλάνε εναντίον σας» εννοείς με αφορμή τον χαμό που έγινε για την πρώτη άδεια του Δ. Κουφοντίνα;

Ναι. Για την πρώτη… και για τη δεύτερη. Μιλάω για αυτούς που κατηγορούν τους σημερινούς κυβερνητικούς ότι παρεμβαίνουν στη Δικαιοσύνη σαν να συμβαίνει πρώτη φορά στην Ελλάδα, ενώ είναι οι ίδιοι που παρενέβαιναν στη Δικαιοσύνη για να μην πάρει άδεια ο πατέρας μου. Αυτοί που μιλάνε για τήρηση των νόμων και ταυτόχρονα είναι οι ίδιοι που ζητούν να μην ισχύουν οι νόμοι για τους πολιτικούς κρατούμενους. Εκτός αν μεταμεληθούν. Λες και είμαστε στον Εμφύλιο…

Η καθημερινότητα του Εκτορα Κουφοντίνα εκτός από την παρεμβατικότητα μέσω της γραφής;

Α, όλο κάτι συμβαίνει! Δεν βαριέμαι, δεν έχω παράπονο. Αν και προτιμώ την ηρεμία, όσο μπορώ να τη βρίσκω. Μ’ αρέσει πολύ το μαγείρεμα, η νυχτερινή ζωή και οι μικρές μυσταγωγίες με τις κατάλληλες παρέες και την πρέπουσα οινοποσία. Αν προσθέσεις και μερικές αυθόρμητες βόλτες που όλο και με οδηγούν σε κάποια άκρη της χώρας, αυτή νομίζω είναι η καθημερινότητά μου εκτός απ’ τη γραφή. Αν και πρέπει να ομολογήσω ότι συχνά υποκύπτω και παίρνω μαζί μου και κάποιο σημειωματάριο.

Υστερα από 15 χρόνια, πρόσφατα είχες ξανά τον μπαμπά σου στο σπίτι. Εξω γινόταν ο αναμενόμενος χαμός. Μέσα;

Το μέσα προφυλάσσεται από μια κλειστή πόρτα. Εχω σε εκτίμηση την ιδιωτικότητα, πέρα από τα σημεία που (στη μοντέρνα πραγματικότητα) αφήνουμε να βγουν προς τα έξω, από τα μέσα αντικοινωνικής δικτύωσης, όπως τα λέω. Νομίζω όμως ότι καθένας μπορεί να φανταστεί πώς μπορεί να ήταν μέσα ύστερα από τόσα χρόνια…

Κατερίνα Κατή
--------------------------------------------------------------------------------------------------

Έκτορας Κουφοντίνας: «Όταν Κάψανε την Τροία μου» (*)

Από τον πρόλογο της Βερόνικας Ένγκλερ:

[...] Ο Έκτορας, μας παραδίδει την εξιστόρησή του για τα γεγονότα του 2002, όταν μια βόμβα έσκασε στα χέρια του Σάββα Ξηρού, μας μιλάει για την πρώτη ανάκρισή του στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση, στα δώδεκα μόλις χρόνια του. Μας κάνει κοινωνούς του μιντιακού εξαναγκασμού που αντιμετώπισαν μαζί με τη μητέρα του Αγγελική, την ασφυκτική καταδίωξη που υπέφεραν. Μας γνωρίζει την παιδική του ηλικία και τα χρόνια που ταξίδευε και μάθαινε από τους γονείς του για την ιστορία των αγώνων για την ελευθερία, για την αγάπη στην ελευθερία, τη δικαιοσύνη, τη φύση και τα ζώα. Γράφει για την φυλάκιση του πατέρα του, Δημήτρη, τα επισκεπτήρια και τον τρόπο που επικοινωνούσε μαζί του. [...]

[...] Να μπορείς να πεις αυτή την ιστορία είναι απελευθερωτικό, είναι γενναίο, και είναι ένας τρόπος να μαθευτεί η αλήθεια που κρύβει η εξουσία, που οι πολιτικοί διαστρεβλώνουν μέσα από τον Τύπο, αυτό το φονικό όπλο τους. Θέλω να είναι πολλοί αυτοί που θα διαβάσουν αυτό το βιβλίο και θα μάθουν αυτά που έγιναν στην Ελλάδα με την 17Ν, σε μια ευρύτερη προσέγγιση, από τα πολιτικά γεγονότα μέχρι τη βαθιά ευαισθησία ενός παιδιού που μετατρέπεται σε αγωνιστή. Θέλω να είναι πολλοί αυτοί που θα δουν την άλλη πλευρά της ιστορίας, αυτήν που μας κρύβει ο Τύπος και η κυβέρνηση. [...]

[...] Η Βερόνικα Ένκλερ είναι η κόρη του Χένρι Ένκλερ, κεντρικού στελέχους του MLN - Τουπαμάρος. Ήταν πολύ μικρή όταν φυλάκισαν τον πατέρα της, μαζί με τους άλλους οκτώ ομήρους της ηγεσίας των Τουπαμάρος, από το 1972 μέχρι το 1985. Όλα αυτά τα χρόνια είχε να ακολουθεί τον πατέρα της για τα λίγα λεπτά του επισκεπτηρίου, είχε να μεγαλώνει μαθαίνοντας τον σωφρονιστικό χάρτη της Ουρουγουάης, σπουδάζοντας την καταστολή της εξουσίας. Είναι τιμή για μένα που προλογίζει αυτό το μικρό βιβλίο η συντρόφισσα και αδελφή μου Βερόνικα. [...]

Εισαγωγή:

[...] Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η πηγή του τρόμου, η 17Ν, είχε ηττηθεί, κι όμως τότε ήταν που ξεκίναγε ο τρόμος. Αντί να ακολουθήσει για αυτούς μια γιορτή (όπως θα άρμοζε στην περίσταση), ένα πανηγύρι για τη «δημοκρατία», για την «ασφάλεια», το «νόμο» και την «τάξη», εντούτοις αυτό που κυριάρχησε ήταν η ανασφάλεια, ενώ ακολούθησαν οι πιο ζοφερές μέρες που έζησε αυτός ο τόπος από το 1974 μέχρι σήμερα. [...]

[...] Πιστεύω πως τώρα πια, 15 χρόνια μετά, και ύστερα από όλους αυτούς που μίλησαν, με ή χωρίς αυτά τα παρατσούκλια για μένα –και τους ευχαριστώ– ήρθε η ώρα να μιλήσω, να γράψω και εγώ κάποια πράγματα για όλα όσα συνέβησαν τότε. Να παραθέσω τα γεγονότα όπως έγιναν τότε, και όχι όπως τα παρουσίασε ο παραμορφωτικός φακός των ΜΜΕ – ή μάλλον όπως τα αντέστρεψε. Για εκείνο το καλοκαίρι που αποτέλεσε τομή –όπως και να το δει ο καθένας– για την ιστορία αυτής της χώρας, ανατρέποντας ισορροπίες και δημιουργώντας νέα δεδομένα και που μαζί του άλλαζε κι εμένα για πάντα. Ένα καλοκαίρι που καθόρισε πολλά από αυτά που θα ακολουθούσαν, για πολλούς. Ένα καλοκαίρι που σημάδεψε, όχι μόνο τους συγκεκριμένους ανθρώπους που άγγιξε άμεσα, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, γιατί τότε δέχτηκε κι ανέχτηκε πολλά. Γιατί τότε αμβλύνθηκαν –κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά– αντιστάσεις, και γι' αυτό εκείνο το καλοκαίρι μας κυνηγάει ακόμα. [...]

Από το πρώτο κεφάλαιο:

[...] Ήταν αργά τη νύχτα του Σαββάτου της 29ης Ιουνίου προς ξημερώματα Κυριακής. Εμείς, μέσα στο άσπρο starlet, που εκείνο το βράδυ έτρεχε με ασυνήθιστη ένταση. Επιστρέφαμε στο σπίτι μας στον Βαρνάβα ύστερα από μια επίσκεψη στο σπίτι κάποιων φίλων μας στο Καματερό, όπου είχαμε πάει από το απόγευμα. Λίγες ώρες νωρίτερα, το ρολόι της Ιστορίας είχε παίξει ένα άσχημο παιχνίδι με το ρολόι της βόμβας που έσπρωχνε ο Σάββας κάτω απ' το μεταλλικό κοντέινερ, όπου ήταν τα εκδοτήρια της εταιρείας του πλοίου που ναυάγησε, του «Σαμίνα», στον Πειραιά. Εκείνης της μοιραίας βόμβας, της τελευταίας μεταξύ άλλων που είχε αποφασίσει ότι θα τοποθετούσε τότε η οργάνωση, προσθέτοντας έτσι σ' αυτό το ειρωνικό παιχνίδι της τύχης, τη Λάχεσι και την Άτροπο. [...]

Αποσπάσματα μέσα από το βιβλίο:

[...] Αφού καθαρίσαμε το σπίτι από αυτή τη μεγάλη κι επικίνδυνη ποσότητα εκρηκτικών που περιείχε, φορτώσαμε την κατσίκα στο βανάκι του και ξεκινήσαμε αργά αργά για την Θεσσαλονίκη. Πίσω η κατσίκα, μπροστά εμείς. Έμεινα μια εβδομάδα στην Θεσσαλονίκη μαζί με τους συγγενείς του Σάββα, τους γονείς του, κάποια από τα αδέρφια του και τα παιδιά τους – άνθρωποι που ήταν σαν οικογένεια για εμένα. Έτσι το κυνήγι στην Αθήνα επεκτάθηκε για μένα, με ακολουθούσαν παντού, και έγινε πια κυνήγι σε όλη την Ελλάδα. Μπροστά εμείς με την κατσίκα, πίσω οι ασφαλίτες, σε όλη την Εθνική, μέχρι τη Χαλκιδική. Πρώτη φορά μια κατσίκα είχε τόσο επίσημη συνοδεία. [...]

[...] Ανάμεσα στα μέρη που βρέθηκα εκείνο το καλοκαίρι κατά τη διάρκεια του ατελείωτου εκείνου κυνηγητού ήταν και ένα μικρό διαμέρισμα δίπλα στις ράγες του τρένου, στην οδό Λιοσίων. Εγώ εξακολουθούσα να παρακολουθώ τα γεγονότα και να ακολουθώ την μητέρα μου –αναγκαστικά, γιατί δεν είχα κάπου σταθερά να μείνω– στις πολλές συναντήσεις με συνηγόρους και αλληλέγγυους, όμως τώρα το χάος είχε αρχίσει πια να αποκτά «κανόνες» και μια δική του ιδιόμορφη κανονικότητα. Μια κανονικότητα συνεχών και καταιγιστικών γεγονότων.[...]

[...] Ήταν ένα «σπίτι της ανάγκης». Ένα σπίτι καταφύγιο, σαν τα προσωρινά καταφύγια των αμάχων που τους εκτόπισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις και η προέλαση του εχθρικού στρατού. Γιατί αυτό που βιώναμε τότε έμοιαζε πολύ με πόλεμο. Ένα σπίτι σαν καταυλισμός προσφύγων, στο οποίο η τάξη, ακόμα και η πολλή καθαριότητα που επικρατεί σε ένα συνηθισμένο σπιτικό, και που επικρατούσε πάντοτε στο σπίτι μας στις παλιές εποχές, εδώ παραβλέπονταν. [...]

[...] Μαζί με την υποκρισία και τα δάκρυα του κροκόδειλου, μαζί με την ανοησία και τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό, πήγαινε όμως χέρι χέρι και η παρότρυνση σε μαζικό χαφιεδισμό. Ένας «πρόθυμος» (ρουφιάνος, είναι η σωστή λέξη) από το χωριό μας, είχε τραβήξει ένα βίντεο που έδειχνε σε κάποιο σημείο, τυχαία, τον πατέρα μου να περπατάει ανάμεσα σε άλλους, και για μερικά δευτερόλεπτα να προχωράει προς μια σχολική γιορτή που γινόταν στο χωριό. Ένα βίντεο. Πράγμα σπάνιο για εκείνη την εποχή. Το παρέδωσε στην αστυνομία, και έπαιζε συνεχώς στα κανάλια. [...]

[...] Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη σε μια μονότονη ακολουθία έντασης κι απογοήτευσης, με τις συλλήψεις να διαδέχονται –όλο και πιο καταθλιπτικά– η μία την άλλη, με τα έκτακτα δελτία που τις ανήγγελλαν να διακόπτουν για λίγο τις υβριστικές συζητήσεις των τηλεσχολιαστών, για να επανέλθουν ύστερα από μερικά λεπτά με θριαμβευτικό ύφος, και έχοντας καινούργιο υλικό για να συνεχίσουν από εκεί που είχαν μείνει. [...]

[...] Για τους περισσότερους ανθρώπους δεν γίνεται αντιληπτό τι σημαίνει η επαφή με τη φυλακή, πόσο μάλλον τι σημαίνει να μπαίνεις, μία φορά την εβδομάδα και στη συνέχεια δύο φορές τη βδομάδα, μέσα σε αυτή. Μια είσοδος που σε καταβάλλει, κάθε φορά, που όμως δεν σταματάς να την αναζητάς και να την περιμένεις με λαχτάρα, καθώς τότε μόνο μπορείς να δεις τους αγαπημένους σου ανθρώπους. Η ζωή σου συνδέεται με αυτή την πραγματικότητα. Η θέα των κάγκελων γίνεται οικεία. Η φυλακή επισκέπτεται τα όνειρά σου.[...]

=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου