Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Η Επιθανάτια Αγωνία στην Ποίηση της Σίλβια Πλαθ (Sylvia Plath) - Στις 11 Φεβρουαρίου 1963 θα αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στη ζωή της.

«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη σαν όλες τις άλλες. 
Την κάνω εξαιρετικά καλά», είχε πει η Σύλβια Πλαθ, 
που γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου του 1932, στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης.

 Σχετικό: Η Επιθανάτια Αγωνία στην Ποίηση της Σίλβια Πλαθ του Γιάννη Αντιόχου


Ήταν προικισμένη και ανήσυχη ποιήτρια, γνωστή για το εξομολογητικό ύφος στο έργο της.

Αυτοκτόνησε στις 11 Φεβρουαρίου 1963, άρρωστη και με λίγα λεφτά, εισπνέοντας φυσικό αέριο από το φούρνο, αφού έκλεισε πρώτα όλες τις χαραμάδες της κουζίνας με ταινία. Προτού πεθάνει, είχε ετοιμάσει φαγητό και γάλα στα παιδιά της και το είχε αφήσει δίπλα στα κρεβάτια τους. Τα αποφθέγματα και τα ποιήματά της, η ιστορία της ταραγμένης ζωής και του τραγικού θανάτου της, είναι μέρος της ποπ κουλτούρας μέχρι και σήμερα.

Σύλβια Πλαθ: Η ευαίσθητη οργισμένη ποιήτρια

Ποιητική ιδιοφυΐα, παθιασμένη ακτιβίστρια, είδωλο των φεμινιστριών, πολυβραβευμένη, ρομαντική, μανιοκαταθλιπτική και αυτοκτονική, ευαίσθητη μα και οργισμένη, η Σίλβια Πλαθ είναι ίσως η πιο αμφιλεγόμενη ποιήτρια και πεζογράφος της εποχής της και ακόμα και σήμερα το έργο της προκαλεί διενέξεις.

Στα ελληνικά βιβλιοπωλεία η ποίηση της Πλαθ είναι είδος υπό εξαφάνιση σύμφωνα με μια τελευταία μου εξόρμηση. Η ποίηση της Πλάθ ήταν και παρέμεινε αντισυμβατική, ειρωνική και μη πιασάρικη.

Κάθε στίχος της καρφί για την ζωή για εκείνη την ζωή της που ήταν γεμάτη από αποδοχές αλλά και απορρίψεις, πόνο, θλίψη.

Η ίδια είχε πει για τον εαυτό της «Στο μόνο πράγμα που ήμουν καλή ήταν να κερδίζω υποτροφίες και βραβεία. Και αυτή η εποχή πλησίαζε στο τέλος της».

«Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια»...


You do not do, you do not do
Any more, black shoe
In which I have lived like a foot
For thirty years, poor and white,
Barely daring to breathe or Achoo.

Daddy, I have had to kill you.
You died before I had time——
Marble-heavy, a bag full of God,
Ghastly statue with one gray toe
Big as a Frisco seal

And a head in the freakish Atlantic
Where it pours bean green over blue
In the waters off beautiful Nauset.
I used to pray to recover you.
Ach, du.

In the German tongue, in the Polish town
Scraped flat by the roller
Of wars, wars, wars.
But the name of the town is common.
My Polack friend

Says there are a dozen or two.
So I never could tell where you
Put your foot, your root,
I never could talk to you.
The tongue stuck in my jaw.

It stuck in a barb wire snare.
Ich, ich, ich, ich,
I could hardly speak.
I thought every German was you.
And the language obscene

An engine, an engine
Chuffing me off like a Jew.
A Jew to Dachau, Auschwitz, Belsen.
I began to talk like a Jew.
I think I may well be a Jew.

The snows of the Tyrol, the clear beer of Vienna
Are not very pure or true.
With my gipsy ancestress and my weird luck
And my Taroc pack and my Taroc pack
I may be a bit of a Jew.

I have always been scared of you,
With your Luftwaffe, your gobbledygoo.
And your neat mustache
And your Aryan eye, bright blue.
Panzer-man, panzer-man, O You——

Not God but a swastika
So black no sky could squeak through.
Every woman adores a Fascist,
The boot in the face, the brute
Brute heart of a brute like you.

You stand at the blackboard, daddy,
In the picture I have of you,
A cleft in your chin instead of your foot
But no less a devil for that, no not
Any less the black man who

Bit my pretty red heart in two.
I was ten when they buried you.
At twenty I tried to die
And get back, back, back to you.
I thought even the bones would do.

But they pulled me out of the sack,
And they stuck me together with glue.
And then I knew what to do.
I made a model of you,
A man in black with a Meinkampf look

And a love of the rack and the screw.
And I said I do, I do.
So daddy, I’m finally through.
The black telephone’s off at the root,
The voices just can’t worm through.

If I’ve killed one man, I’ve killed two——
The vampire who said he was you
And drank my blood for a year,
Seven years, if you want to know.
Daddy, you can lie back now.

There’s a stake in your fat black heart
And the villagers never liked you.
They are dancing and stamping on you.
They always knew it was you.
Daddy, daddy, you bastard, I’m through.
Γεννημένη το 1932 στην Μασαουσέτη από γονείς μετανάστες, η Πλαθ θα δείξει από πολύ μικρή το ταλέντο και την κλίση της. Το πρώτο της ποιήμα θα το γράψει μόλις στα 8 της χρόνια και από τότε κάθε μέρα στο σχολείο θα γράφει και από ένα ποίημα.

Χάνει μικρή το πατέρα της Όττο, παρόλο που αυτά τα χρόνια που τον έζησε και ο αυταρχικός χαρακτήρας του την σημαδεύουν. Σε πολλά ποιήματά της αναφέρεται ο πατέρας της, με αποκορύφωμα το ποίημα Daddy, όπου κάθε στίχος είναι μια μαχαιριά και μια αλήθεια για το ποιός πραγματικά ήταν ο πατέρας και την σχέση που είχε μαζί του.

Από νωρίς θα αρχίσουν να διαφαίνονται οι ψυχικές διαταραχές της, η κατάθλιψη και η πρώτη της απόπειρα συμβαίνουν στα πρώτα μόλις χρόνια των σπουδών της. Εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική και κάπου εκεί το 1953 γράφει το «Γυάλινο Κώδων» (The Bell Jar, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1963 με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας), το μοναδικό μυθιστόρημα της, το οποίο έχει εμπνευστεί από εκείνη την περίοδο της ψυχικής της κατάρρευσης και νοσηλείας της.

Καταφέρνει όμως να ξεπεράσει εκείνη την περίοδο και δύο χρόνια αργότερα αποφοιτά από το κολέγιο Σμιθ με επαίνους, ενώ κερδίζει και μια υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κειμπριτζ όπου συνέχισε να γράφει ποίηση και να δημοσιεύει περιστασιακά. Εκεί γνωρίζει τον σύζυγό της και γνωστό ποιητή Τεντ Χιούζ. Θα ερωτευτούν και θα παντρευτούν.

Τα πρώτα δύο χρόνια του έγγαμου βίου τους θα τα περάσουν στις ΗΠΑ. Μέσα σε αυτή τη περίοδο η Πλαθ γνώρισε τον ποιητή Ρόμπερτ Λόουελ, ο οποίος άσκησε σημαντικές επιρροές στο έργο της.

Η ποίηση, το καταφύγιο της
Η Πλαθ ζει και γράφει στην Αμερική του ‘50 και του ’60. Σε μια Αμερική όπου η γυναίκα έχει έναν συγκεκριμένο, υποβαθμισμένο, μειωτικό και περιορισμένο υποχρεωτικό ρόλο, αυτόν της συζύγου και την νοικοκυράς. Σε μια Αμερική όπου η έμφυλη και φυλετική ανισότητα «ανθίζει» όπως αργότερα ανθίζουν τα αντιπολεμικά κινήματα και η μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ποίηση της Πλαθ είναι μια έκρηξη, μια έκρηξη για την ζωή, για τις σχέσεις, για τον θάνατο, για την μητέρα και τον πατέρα της, για την οικογένεια, για εκείνη την ίδια.

Τα θεμελιώδη ζητήματα που πραγματεύεται η μανιέρα της Πλαθ αφορούν στο θάνατο, τη θυματοποίηση της γυναίκας, την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, τα ζητήματα της σεξουαλικότητας, της μητρότητας, της ψυχικής ασθένειας, του σώματος, της φύσης και του εαυτού.

Έμπνευσή της η ζωή της.

Μετακομίζει μαζί με τον Χιουζ στην Αγγλία και το Νorth Tawton και το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί ενώ παράλληλα η Πλαθ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «The Colossus», η οποία απέσπασε πολύ καλές κριτικές.

Παράλληλα, η ζωή της αρχίζει να χάνει επικίνδυνα ξανά τις ισορροπίες της. Η εξωσυζυγική σχέση του Χιούζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλ, μοιάζει να είναι το τελευταίο χτύπημα στον εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Ο χωρισμός με τον Χιουζ έρχεται ως φυσικό επακόλουθο όπως και η κατάρρευσή της. Η κατάθλιψη ξαναχτυπά και συνοδεύεται με μια έξαρση δημιουργικότητας. Αυτή η δημιουργικότητα θα γεννήσει την Άριελ.

Άριελ
Η ποιητική συλλογή Άριελ θα αποτελέσει το σπουδαιότερο έργο της Πλαθ. Η τελευταία συλλογή ποιημάτων της που θα βρεθούν δακτυλογραφημένα πάνω στο γραφείο της μετά τον θάνατό της. Θα πρωτοεκδοθούν από τον σύζυγό της Τεντ Χιουζ ο οποίος μεν θα προσέξει να αναδείξει το ταλέντο της Πλαθ, αλλά θα φροντίσει επιμελώς να αφαιρέσει όσα κομμάτια ή ποιήματα ήταν πολύ αποκαλυπτικά για τον ίδιον. Θα κάψει επίσης τον τελευταίο τόμο από το ημερολόγιό της όπου είχε καταγράψει την μεταξύ τους σχέση τους. Για αυτή την πράξη αλλά και για τον θάνατο της Πλαθ κατηγορήθηκε από θαυμαστές και φεμινίστριες και θα λέγαμε στιγματίστηκε στην μετέπειτα ζωή του.

Το Άριελ είναι η κατάθεση ψυχή της Πλαθ των τελευταίων ημερών, το ωριμότερο έργο της, ο τελευταίος της σπασμός, η οργή και η οδύνη της διαλυμένης της ζωής και σχέσης της και ξεκινά με τη γέννηση της κόρης της Φρίντα στο «Πρωινό τραγούδι» που αρχίζει με τη λέξη «αγάπη», και η ιστορία προχωρά με την απελπισία της όταν μαθαίνει την απιστία του συζύγου της. Τέλος, έρχεται ένας τελετουργικός θάνατος και μια έντονη νύξη για αναγέννηση στα πέντε μελισσοκομικά ποιήματα, που δείχνουν πόσο ανυπεράσπιστη αισθανόταν.Στον τελευταίο στίχο του τελευταίου ποιήματος, «Χειμώνας», οι μέλισσες πετούν και γεύονται την άνοιξη.

Η ίδια θα προλογίσει αυτά τα ποιήματα γράφοντας: «Αυτά τα καινούργια μου ποιήματα έχουν κάτι κοινό. Γράφτηκαν στις τέσσερις το πρωί ‒ εκείνη την ασάλευτη, γαλάζια, σχεδόν αιώνια ώρα πριν από το λάλημα του κόκορα, πριν το κλάμα του μωρού, πριν την κουδουνιστή μουσική του γαλατά που τακτοποιεί τις μποτίλιες. Εάν έχουν κάτι ακόμη κοινό, ίσως είναι ότι γράφτηκαν για το αυτί, όχι για το μάτι: είναι ποιήματα που γράφτηκαν για να διαβάζονται δυνατά».

«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά»
Έξι μήνες μετά τον χωρισμό της και την μετακόμισή της με τα παιδιά στο Λονδίνο ο χειμώνας το 1962/63 είναι εφιαλτικός για την ίδια. Την βρίσκει μόνη, με ελάχιστα χρήματα και άρρωστη.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1963 η Σύλβια Πλαθ θα αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στη ζωή της.

Ο βιογράφος Ronald Hayman γράφει : «Άνοιξε το παράθυρο του δωματίου τους, αφήνοντας ψωμί και τις κούπες με το γάλα τους δίπλα στις ψηλές κούνιες τους, μολονότι ο Νικ ήταν μόλις δεκατριών μηνών και, άρα, πολύ μικρός για να φάει μόνος του. Υστέρα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας, και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Όλα αυτά έγιναν σχολαστικά. Ήταν φανερό ότι τούτη η απόπειρα αυτοκτονίας δεν είχε σκοπό να αποτύχει. Κόλλησε ένα σημείωμα πάνω στην κούνια που βρισκόταν στο δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα: «Παρακαλώ, καλέστε τον δόκτορα Χόρντερ», και δίπλα έγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ήξερε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ήξερε ότι το πρωί θα ερχόταν η νοσοκόμα, αλλά τα περισσότερα στοιχεία μαρτυρούν ότι δεν ήθελε να σωθεί, και είναι απίθανο να μην υπολόγισε καλά το χρόνο που θα χρειαζόταν για να πεθάνει από το γκάζι. Δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο». Ήταν μόλις 31 χρονών.

Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.

Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουνα δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη σκόπευα
Να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.

(Λαίδη Λάζαρος, 1962)

Είμαι πάλι ο εαυτός μου. Δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.

Είμαι αποστραγγισμένη από αίμα, λευκή σαν κερί, δεν έχω

δεσμεύσεις.

Είμαι επίπεδη και παρθενική, που σημαίνει πως δεν έχει συμ-

βεί τίποτα,

Τίποτα που να μην μπορεί να σβηστεί, να

ξεριζωθεί και να αποξεσθεί, να αρχίσει ξανά.

Αυτά τα μικρά μαύρα κλαδιά δε σκέφτονται να μπουμπουκιά-

σουν,

Ούτε αυτά τα ξερά, κατάξερα χαντάκια ονειρεύονται τη βροχή.

Αυτή η γυναίκα που με συναντά στα παράθυρα – είναι ευπρεπής.

(Τρεις Γυναίκες, Ένα Ποίημα για Τρεις Φωνές, Winter Trees, 1971)

Τρία ποιήματα και αποφθέγματα της Σύλβια Πλαθ, της ποιήτριας με την ταραγμένη ζωή

Αποφθέγματα:

Στο μόνο πράγμα που ήμουν καλή, ήταν να κερδίζω υποτροφίες και βραβεία. Και αυτή η εποχή πλησίαζε στο τέλος της.

Βρέχει. Έχω την παρόρμηση να γράψω ένα ποίημα. Αλλά θυμάμαι κάτι σε ένα απορριπτικό σημείωμα: μετά από μια καταρρακτώδη βροχή, ποιήματα με τίτλο «βροχή» καταφτάνουν από κάθε γωνιά της χώρας.

Μιλάω στο Θεό αλλά ο ουρανός είναι άδειος.

Η τελειότητα είναι τρομερή, δεν μπορεί να κάνει παιδιά.

Φίλησέ με και θα δεις πόσο σημαντική είμαι.

Ίσως, όταν βρεθούμε στο σημείο να θέλουμε τα πάντα, να συμβαίνει επειδή βρισκόμαστε πολύ κοντά στο να μη θέλουμε τίποτα.

Κλείνω τα μάτια μου κι όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός. Ανοίγω τα βλέφαρά μου, και ξαναγεννιέται.

Πήρα μια βαθιά αναπνοή και άκουσα την παλιά καυχησιά της καρδιάς μου: είμαι, είμαι, είμαι.


Τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ

Κολοσσός

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη…
Είναι χειρότερα κι από σταύλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας. Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαική Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυππαρίσια.
Τα διαμπερή σου κόκκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα

Με την γνωστή τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.



Μαύρος κόρακας στη βροχή

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά
Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας
Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.
Δεν αναμένω ένα θαύμα
Ή ένα ατύχημα

Να πυροδοτήσουν την όραση
Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω
Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,
Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,
Χωρίς τελετή, ή οιωνό.

Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,
Κάποια ανταπόκριση απ’ τον βουβό ουρανό,
Δεν έχω στ’ αλήθεια παράπονο:
Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα
Να ξεπηδήσει λευκόπυρο

Απ’ της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα
Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε
Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–
Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα
Αλλιώς ασυνεπές

Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,
Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως, τώρα περπατώ
Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη
Παρόλ’ αυτά συνετή, αγνοώντας

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει
Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας
Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο
Ώστε ν’ αδράξει τις αισθήσεις μου, ν’ ανασηκώσει
Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει

Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο
Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,
Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή
Της κόπωσης,
Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,

Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,
Αν σ’ αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά
Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,
Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,
Γι’ αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.

Άυπνος

Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,
Μπλε – μαύρο, με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών
Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–
Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.
Κάτω απ’ τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι
Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αυπνία
Απλώνει την λεπτή , ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις

Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία
Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες
Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,
Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά εδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,
Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμμα.
Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.
Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά

Έχει πια ανοσία στα χάπια : κόκκινα , μωβ, μπλε-
Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!
Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι` αυτόν
Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,
Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.
Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.
Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.

Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.
Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκκάκι
Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του
Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.
Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,
Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες
Στο ακατάπαυστο ασταποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.

Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή, αόρατες γάτες
Ούρλιαζαν σαν γυναίκες , ή σαν κατεστραμένα όργανα.
Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας, τη λευκή του αρρώστια,
Να ξεπροβάλλει έρποντας μ’ ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.
Η πόλη είναι ένας χάρτης με χαρούμενους σφυριχτές τώρα,
Και παντού άνθρωποι , με τα μάτια τους διάφανα –ασημί και άδεια,
Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά, λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.

Η μετάφραση των ποιημάτων που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος είναι της Κατερίνας Ηλιοπούλου

Sylvia Plath: 8 Lesser-Known Facts About The Literary Darling

Her son, Nicholas, also committed suicide
Nicholas Farrar Hughes was only a year old when his mother took her own life in 1963. He then grew up under the care of his father, developing a passion for wildlife.

He would go on to receive a Ph.D in Biology from the University of Alaska at Fairbanks and become an expert in stream salmonid ecology. He continued working for UAF until 2006.

Three years later, at age 47, he hanged himself during a bout of depression.

…As did Assia Wevill, Hughes’ lover — and by the same method as Sylvia

======================================
"O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου