Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Ιδού τι έπραξα, τι σκέφτηκα, τι υπήρξα

303 ΧΡΟΝΙΑ από τη γέννηση του Jean-Jacques Rousseau
«Είχα γεννηθεί µε κάποια ταλέντα, κι όµως πέρασα τη νεανική µου ηλικία σε µια ευτυχή αφάνεια, από την οποία δεν ήθελα να βγω… Πλησίαζα τα σαράντα µου χρόνια και αντί για περιουσία, την οποία πάντα περιφρόνησα, και ένα όνοµα που µε έκαναν να πληρώσω τόσο ακριβά, είχα την ηρεµία και φίλους, τα δύο µόνα αγαθά για τα οποία διψάει η καρδιά µου». Σ’ αυτή τη στροφή συνάντησε αναπάντεχα τον Πολίτη της Γενεύης, που γεννήθηκε το 1712, η διασηµότητα, και τον έκανε, µέσα σε έξι µήνες, τον Jean-Jacques Rousseau. 

Η ανακάλυψή του, που ο ίδιος παρουσιάζει ως αποκάλυψη, έχει κατατεθεί στον πασίγνωστο «Λόγο για την προέλευση και τα θεµέλια της ανισότητας» (1755), που µαζί µε τον συγγενή «Λόγο για τις επιστήµες και τις τέχνες» (1750) και το «Περί του Κοινωνικού Συµβολαίου» (1762), καθώς και το σύντοµο αλλά καθοριστικό άρθρο για την Πολιτική Οικονοµία, που δηµοσιεύθηκε στον 5ο τόµο της «Εγκυκλοπαίδειας», εξασφάλισαν στον συγγραφέα την ταραχή όσο ζούσε – έτσι επιµένει να το βλέπει ο ίδιος – και την αθανασία στη συνέχεια, που σφραγίστηκε από την Επανάσταση και καθιερώθηκε από την Ιστορία. Στα προηγούµενα έργα πρέπει να προστεθούν η «Ιουλία ή Νέα Ελοΐζα» (1761), ο «Αιµίλιος» (1762), καθώς και η σηµαντική σειρά των αυτοβιογραφικών έργων τα οποία δηµοσιεύθηκαν µετά θάνατον: «Εξοµολογήσεις», «∆ιάλογοι», «Ονειροπολήσεις». 

|||||||| Το φάρμακο για τις κοινωνίες
Τι υποστήριζαν, σε γενικές γραµµές, αυτά τα έργα που συγκλόνισαν τον κόσµο; Ισχυρίζονταν ότι ο άνθρωπος γεννήθηκε... καλός, αλλά έχει διαφθαρεί από τους κοινωνικούς θεσµούς: προορισµένη για την ευτυχία και την αρετή, η φύση του νοθεύτηκε από την ανάπτυξη των γνώσεων και τη σαγήνη που ασκούν η πολυτέλεια και η ισχύς. Αν και η αντίληψη αυτή είναι µόνο σύλληψη του πνεύµατος, είναι θεµιτό να νοσταλγήσουµε ένα παρελθόν, το οποίο όµως δεν θα επιστρέψει ποτέ, γιατί η Ιστορία δεν οπισθοχωρεί. Αυτό που αποµένει είναι να βρεθεί το φάρµακο που θα γιατρέψει τις κοινωνίες από τη διαφθορά ή, µε όρους πολύ πιο σύγχρονους, ο Ρουσό θα επιδιώξει µια νέα σύνθεση της φύσης µε την κουλτούρα, που δεν θα προδίδει την ουσία του ανθρώπου. 

Ηδη στο άρθρο για την Πολιτική Οικονοµία θα επιχειρήσει να συµφιλιώσει τα καθήκοντα του ανθρώπου µε τα καθήκοντα του πολίτη, πράγµα που θα τον οδηγήσει στην κεντρική έννοια της γενικής βούλησης, την οποία θα θεωρήσει πηγή των θετικών νόµων και της κυβέρνησης, κανόνα του δίκαιου και του άδικου και η οποία, µε τη σειρά της, απορρέει από ολόκληρο το πολιτικό σώµα, εξασφαλίζοντάς του συνοχή. Η στιγµή της σύνθεσης θα είναι το «Κοινωνικό Συµβόλαιο», στο οποίο θα γίνει σαφές ότι η φιλοδοξία του Ρουσό δεν είναι τίποτε λιγότερο από τη θεµελίωση του πολιτικού δικαίου. Ή, µε άλλα λόγια, η αναζήτηση των όρων υπό τους οποίους είναι δυνατή η ίδια η κοινωνία, έτσι όπως θα όφειλε να είναι για να προασπίσει την αρετή, την ελευθερία και την ευτυχία. Στην προοπτική αυτή, στον «Αιµίλιο», ο παιδαγωγός Ρουσώ κάνει το πορτρέτο του ανθρώπου που αντιστοιχεί σ’ αυτή την κοινωνία, διατυπώνοντας τους κανόνες που οδηγούν το παιδί, που είναι ο καθένας από µας, στον πολίτη που πρέπει να γίνουµε.
|||||||| Συγκλονιστική εξομολόγηση
Η σκληρή και συχνά άδικη κριτική των έργων του από εχθρούς και φίλους και οι αλλεπάλληλες διώξεις που ασκήθηκαν εναντίον τους από τις πολιτικές αρχές οδήγησαν τον Ρουσό σε ένα είδος εκούσιας αποµόνωσης που δεν απέχει πολύ από τη µανία καταδίωξης. Θεώρησε ότι ήταν ο ίδιος αντικείµενο µιας µεγάλης συνωµοσίας, της οποίας όµως δεν κατανοούσε ούτε την πλοκή ούτε τους πραγµατικούς υπεύθυνους. Αποφάσισε να εξηγηθεί και να πει στον κόσµο ποιος πραγµατικά είναι. Καρπός της απόφασης αυτής είναι τα αυτοβιογραφικά έργα, µε κυριότερο τις συγκλονιστικές «Εξοµολογήσεις». Σε ξέρω από τα µέσα και κάτω από το πετσί, προειδοποιεί ο συγγραφέας: « Αναλαµβάνω κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ στο παρελθόν, ούτε και πρόκειται να βρει στο µέλλον µιµητές. Θέλω να δείξω στους συνανθρώπους µου έναν άνθρωπο σε όλη τη φυσική του αλήθεια και ο άνθρωπος αυτός θα είµαι εγώ. Μόνο εγώ»

Η έκπληξη που προκάλεσε αυτός ο τόνος, έκπληξη που γεννιέται κάθε φορά που κάποιος διαβάζει ή ξαναδιαβάζει τις «Εξοµολογήσεις», συνοδεύει το έργο σε όλη του τη διάρκεια. Σε αντιπαράθεση µε όλους όσοι έγραφαν αποµνηµονεύµατα για να δηλώσουν ή να τονίσουν τον δικό τους ρόλο σε µεγάλα γεγονότα που έζησαν από κοντά, ο Ρουσό γράφει τη δική του ζωή, µε τις µιζέριες και τις εξάρσεις της, µε τις αισθήσεις και το µυαλό του σε εγρήγορση, ενώ στην αυθεντική και ειλικρινή αφήγησή του, όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος, δεν διστάζει να αποκαλύψει τα µύχια µυστικά του σώµατος και του σεξ, που ως τότε ήταν µουρµουρητά προορισµένα για τον εξοµολόγο ή τον γιατρό. 

«Οποτε κι αν ηχήσει η σάλπιγγα της κρίσεως, εγώ θα έρθω µε το βιβλίο αυτό στο χέρι. Θα παρουσιαστώ ενώπιον του ανώτατου κριτή και θα πω µε παρρησία: Ιδού τι έπραξα, τι σκέφτηκα, τι υπήρξα. Είπα το καλό και το κακό µε την ίδια ευθύτητα». Θα ήταν πολύ αυθαίρετο να υποθέσει κανείς ότι η στιγµή της κρίσης είναι η στιγµή της ανάγνωσης εκείνου του βιβλίου στο οποίο, τώρα πια, δεν µπορείς τίποτε να διορθώσεις; 
==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου