Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

O Τραμπ είναι οπαδός του Κέυνς


Από μακροοικονομικής πλευράς, η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές σηματοδοτεί πρωτίστως το τέλος της αμφισβήτησης των κεϋνσιανών ιδεών: μετά από μισό αιώνα, οι πολέμιοι της κεϋνσιανής σχολής ηττήθηκαν.
Ας ξεκινήσουμε από τη θεωρία.
Την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς υποστήριξε ότι: οι κρατικές δαπάνες μπορούν να ενισχύσουν την οικονομία, αυξάνοντας τη συνολική ζήτηση. Σε περιόδους ύφεσης, υπάρχουν αχρησιμοποίητοι πόροι: τα γραφεία μένουν άδεια, τα εργοστάσια είναι αδρανή και οι άνεργοι μένουν στο σπίτι. Αυτό προφανώς συνεπάγεται ότι η οικονομία δεν παράγει στο βαθμό που θα μπορούσε. Εάν κάποιος μπορούσε να φέρει πίσω τους εργαζόμενους στα άδεια γραφεία, το παραγόμενο προϊόν θα αυξανόταν.

Για τον Κέυνς, αυτός ο κάποιος είναι το κράτος. Εάν το κράτος μοίραζε χρήματα, είτε μέσω εκπτώσεων φόρου, είτε (κατά προτίμηση) μέσω έργων υποδομής, οι άνθρωποι θα ωθούνταν να δαπανήσουν αυτά τα χρήματα, γεγονός το οποίο θα ωθούσε άλλους ανθρώπους με τη σειρά τους να ξοδέψουν χρήματα, δημιουργώντας έτσι έναν ενάρετο κύκλο. Εάν το κράτος δαπανούσε αρκετά μετρητά, τότε όλοι οι ανενεργοί πόροι της κοινωνίας θα μπορούσαν να τεθούν σε χρήση, σηματοδοτώντας το τέλος της ύφεσης. Αυτή είναι η θεωρία της δημοσιονομικής τόνωσης.

Τη θεωρία αυτή την υιοθέτησαν πολλοί από τους επιφανέστερους μεταπολεμικούς οικονομολόγους των ΗΠΑ, όπως οι Paul Samuelson και James Tobin, καθώς και πολιτικοί και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος: οι φορολογικές περικοπές του Τζον Φ. Κένεντι είχαν ως κίνητρο την τόνωση, ενώ είναι πασίγνωστη η ρήση του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971 "Τώρα είμαι Κεϋνσιανός". ...

Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και μετά έγινε μια συντονισμένη προσπάθεια περιθωριοποίησης των κεϋνσιανών ιδεών. Αρκετοί διαπρεπείς, ανερχόμενοι μακροοικονομολόγοι δήλωσαν ότι η βασική ιδέα του Κέυνς θα έπρεπε να πεταχτεί στα σκουπίδια της ιστορίας. Σύμφωνα με το διάσημο οικονομικό μοντέλο του Robert Barro του Χάρβαρντ, λόγου χάρη, οι εκπτώσεις φόρου δεν θα μπορούσαν να μεταβάλουν το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν όπως πίστευε ο Κέυνς. Εάν η κυβέρνηση μείωνε τους φόρους σήμερα, οι άνθρωποι θα γνώριζαν ότι οι φόροι θα αυξηθούν στο μέλλον και ως εκ τούτου δεν θα άλλαζαν τις καταναλωτικές τους συνήθειες.

Σε μια έκθεση - ορόσημο του 1979 με τίτλο "Μετά την κεϋνσιανή μακροοικονομία", οι Robert Lucas και Thomas Sargent –οι οποίοι στο μέλλον θα κέρδιζαν αμφότεροι το βραβείο Νόμπελ– έγραψαν:

"Τη δεκαετία που διανύουμε, η αμερικανική οικονομία βίωσε την πρώτη μεγάλη ύφεση από τη δεκαετία του 1930, ακολουθούμενη από ποσοστά πληθωρισμού πάνω από 10%... [αυτό έγινε] με τη συνοδεία υψηλότατων δημοσιονομικών ελλειμμάτων …[τα οποία] η κεϋνσιανή θεωρία [υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να οδηγήσουν σε] ταχεία πραγματική ανάπτυξη και χαμηλά ποσοστά ανεργίας … οι προβλέψεις αυτές ήταν εξαιρετικά εσφαλμένες και η αρχή στην οποία βασίστηκαν είναι θεμελιωδώς ατελής".

Σύμφωνα με τους Lucas και Sargent, η δημοσιονομική τόνωση ήταν κατά βάση ένα τρικ του κράτους. Εάν τα άτομα και οι επιχειρήσεις δρουν ορθολογικά, τότε θα πρέπει να υπάρχει ένας καλός λόγος που σε περίοδο ύφεσης τα εργοστάσια είναι αδρανή και οι εργαζόμενοι χάνουν τις θέσεις τους. Ο μόνος τρόπος να λειτουργήσουν τα μέτρα τόνωσης είναι οι άνθρωποι να παραπλανηθούν ώστε να παράγουν περισσότερο προϊόν από όσο πραγματικά επιθυμούν –όμως εφόσον οι άνθρωποι είναι έξυπνοι, δεν μπορεί κανείς να τους εξαπατά για πολύ καιρό. Ως εκ τούτου, τα μέτρα τόνωσης δεν λειτουργούν. Για τον Sargent, τον Lucas και πολλούς άλλους, δεν χρειαζόταν καμία περαιτέρω απόδειξη πέρα από τον στασιμοπληθωρισμό της δεκαετίας του 1970.

Την επόμενη εικοσιπενταετία, τα οικονομικά μοντέλα που δεν περιελάμβαναν καθόλου τη δημοσιονομική τόνωση έγιναν ο κανόνας. Το 2003 ο Lucas έκανε την περιβόητη δήλωση ότι "το βασικό πρόβλημα της αποτροπής της ύφεσης επιλύθηκε" χωρίς να υπάρχει ανάγκη για κρατικές δαπάνες.

Όμως οι Αμερικανοί πολιτικοί δεν φάνηκε να πήραν ποτέ το μήνυμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Ρόναλντ Ρήγκαν μείωσε τους φόρους και αύξησε θεαματικά τις στρατιωτικές κρατικές δαπάνες. Παρόλο που και για τις δύο αυτές ενέργειες υπήρχαν μη-κεϋνσιανές αιτίες –οι φορολογικές περικοπές μπορούν να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες έγιναν αντισταθμιστικά στη Σοβιετική Ένωση– το συνολικό πακέτο των πολιτικών έμοιαζε από τη φύση του εξαιρετικά κεϋνσιανό. Μεταγενέστερα, ο Μπιλ Κλίντον προσπάθησε να καταπολεμήσει την ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 1990 με μια δέσμη δημοσιονομικών κινήτρων, όμως το σχετικό νομοσχέδιο προσέκρουσε στην σκόπιμη κωλυσιεργία των Ρεπουμπλικάνων Γερουσιαστών. Ο Τζορτζ Μπους υπέγραψε ένα νομοσχέδιο δημοσιονομικής τόνωσης το 2008, στέλνοντας ταχυδρομικώς επιταγές σε όλους τους Αμερικανούς, το οποίο αποκάλεσε "τονωτική ένεση". Και φυσικά ο Μπαράκ Ομπάμα το 2009 υπέγραψε το Νόμο Αμερικανικής Ανάκαμψης και Επανεπένδυσης, σε απάντηση της Μεγάλης Ύφεσης.

Τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ ενισχύει τον Κεϋνσιανισμό. Οι αριθμοί δεν είναι ξεκάθαροι, όμως ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος υπόσχεται σταθερά μεγάλες φορολογικές μειώσεις και πολύ μεγαλύτερες δαπάνες για υποδομές. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία δεν είναι σε ύφεση, ο Τραμπ φαίνεται να ποντάρει στο γεγονός ότι η κεϋνσιανή πολιτική θα διατηρήσει την οικονομία –και τη δημοτικότητά του– σε υψηλά επίπεδα.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: όσα οικονομικά μοντέλα και αν σχεδίασαν, όσες θριαμβευτικές νικητήριες δηλώσεις και αν έκαναν, οι αντι-Κεϋνσιανοί –ο Lucas, ο Sargent και πολλοί άλλοι που ακολούθησαν– δεν έπεισαν ποτέ πολλούς ηγέτες. Οι Πρόεδροι των ΗΠΑ ακόμη πιστεύουν ότι οι κρατικές δαπάνες και οι εκπτώσεις φόρου ενισχύουν την πραγματική οικονομική παραγωγή. Και το πιστεύουν τόσο σθεναρά που είναι διατεθειμένοι να δημιουργήσουν μεγάλα ελλείμματα και να δαπανήσουν το προσωπικό τους πολιτικό κεφάλαιο. Μόνο στην Ευρώπη, όπου ορισμένες χώρες δοκίμασαν σύντομες περιόδους λιτότητας κατά τη Μεγάλη Ύφεση, οι αντι-κεϋνσιανές ιδέες φαίνεται να είχαν κάποια πέραση –όμως ακόμη κι εκεί, η πολιτική μετατοπίστηκε ξανά στον κεϋνσιανισμό όταν η λιτότητα προξένησε περισσότερο κακό παρά καλό.

Τα παραπάνω σηματοδοτούν μια παταγώδη ήττα για τους πολέμιους του κεϋνσιανισμού. Πράγματι, κερδήθηκαν βραβεία Νόμπελ, οικοδομήθηκαν καριέρες, δημοσιεύτηκαν εργασίες. Όμως ένας οικονομολόγος που δεν μπορεί να πείσει τους πολιτικούς δεν έχει σχεδόν καθόλου εξουσία. Στον αντίποδα, την τελευταία δεκαετία πολλοί μακροοικονομολόγοι κατήρτησαν μοντέλα στα οποία η δημοσιονομική τόνωση είναι αποτελεσματική, ενώ παράλληλα πραγματοποίησαν εμπειρικές μελέτες που υποστηρίζουν το συμπέρασμα αυτό. Οι ιδέες των αντι-κεϋνσιανών δεν βγήκαν ποτέ έξω από τα τείχη του ακαδημαϊκού κόσμου, ενώ τώρα αμφισβητούνται ακόμα και μέσα σε αυτά.

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου