Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Από τους διανοούμενους στις τηλεπερσόνες


Enzo Traverso: Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2014, σελ. 160

«Διανοούμενοι είναι πρόσωπα που, έχοντας αποκτήσει κάποια
διασημότητα από το πνευματικό τους έργο, καταχρώνται αυτή τη
διασημότητα με το να βγαίνουν από τον τομέα τους και ν’
ανακατεύονται με πράγματα που δεν τους αφορούν.» Ζαν-Πωλ Σαρτρ

Συνέβη με τους «διανοούμενους» στα τέλη του 19ου αιώνα ό,τι με τους καλλιτέχνες στην αρχή του: προέκυψε το μαζικό κοινό που, αγοράζοντας αρθρογραφία όπως είχε ήδη αρχίσει να αγοράζει μυθιστορήματα, πίνακες, παρτιτούρες, αρχιτεκτονικές κ.ο.κ., επέτρεψε σε κάποια προικισμένα άτομα να χειραφετηθούν από την κατάσταση του συμβούλου ενός ηγεμόνα και την εύνοια των βασιλικών αυλών. Μόνο που για τους διανοούμενους ίσχυσε ακόμη περισσότερο η δυσκολία να επηρεάζουν τη δημόσια σφαίρα έτσι που αφενός να εκφράζονται οι προσωπικότητές τους και αφετέρου να συντηρούνται από το μεγάλο κοινό. Διότι ενώ μπορείς να παραμένεις καλλιτέχνης ακόμη και χωρίς αναγνώριση, εάν εκφέροντας μια κριτική άποψη δεν έχεις απήχηση στα αισθήματα και τις επιδιώξεις των πολλών, παύεις να μετράς ως διανοούμενος· γίνεσαι ένας άνθρωπος των γραμμάτων ή ένας σπουδαίος επιστήμων, ένας ιδιοφυής εφευρέτης, ένας εξαίρετος γιατρός ή ένας λαμπρός δικηγόρος, και άρα παραμένεις στη μήτρα από την οποία ξεπετάχτηκαν οι διανοούμενοι.

Η τομή που γέννησε τον «διανοούμενο» ήταν η υπόθεση Ντρέιφους. Στα πενήντα οκτώ του, ήδη πασίγνωστος συγγραφέας, ο Εμίλ Ζολά παρεμβαίνει με το περίφημο άρθρο «Κατηγορώ» στην εφημερίδα L’Aurore, τον Ιανουάριο του 1898, υπερασπιζόμενος τον πριν τέσσερα χρόνια αδίκως καταδικασμένο για κατασκοπεία λοχαγό Ντρέιφους. Η διαδικασία αθώωσης και αποκατάστασης του λοχαγού, την οποία κινητοποίησε το άρθρο, έκανε οκτώ χρόνια να ολοκληρωθεί. Αλλά, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του «Κατηγορώ», ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Γαλλίας Ζωρζ Κλεμανσώ χαρακτήριζε τον Ζολά «διανοούμενο». Για πρώτη φορά, έτσι, το επίθετο διανοητικός (intellectuel) μετατράπηκε σε ουσιαστικό. ...

Έκτοτε ο όρος τυλίγεται με την αύρα εκείνου που πολεμάει για οικουμενικά ιδεώδη δικαιοσύνης, ελευθερίας και δικαιωμάτων του ανθρώπου. Απέναντι σε αυτό το κοσμοπολίτικο πνεύμα, όμως, εγείρεται αμέσως ένα αντίθετο, συντηρητικό και εθνικιστικό, με συγγραφείς, ποιητές ή πολιτικούς που καταγγέλλουν τους διανοούμενους και τον «διανοουμενισμό». Κορυφαία παραδείγματα, ο Μορίς Μπαρές στη Γαλλία, συμβολιστής συγγραφέας που ηγείται όσων εμμένουν στην ενοχή του Ντρέιφους ώστε να μη διασαλευθεί η εμπιστοσύνη στον στρατό και τα δικαστήρια της χώρας· ο Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο στην Ιταλία, συγγραφέας και ποιητής που ύμνησε τον ρωμαλέο πατριωτισμό κι ενίσχυσε τον μουσολινικό φασισμό· ή ο Γιόζεφ Γκέμπελς στη Γερμανία, ο οποίος χαρακτήρισε τους διανοούμενους «φιλοσόφους της ασφάλτου», εννοώντας την «άσφαλτο» ως σύμβολο των παραμορφωμένων από την νεωτερικότητα πόλεων με τις κάποτε ειδυλλιακές, λιθόστρωτες οδούς.

Ομολογουμένως, ο αφορισμός του Γκέμπελς ήταν αρκετά εύστοχος, καθώς οι «διανοούμενοι» έγιναν τα εγγόνια των philosophes του 18ου αιώνα – των μεγάλων μορφών του Διαφωτισμού. Με νομικούς όπως ο Μοντεσκιέ, συγγραφείς όπως ο Βολτέρος ή ο Ρουσσώ, μαθηματικούς όπως ο Ντ’ Αλαμπέρ, χημικούς όπως ο Λαβουαζιέ κ.ά., ως τους πρώτους εισηγητές ενός κόσμου στον οποίο η σοφία θα ταυτίζεται με τη λογική κι ο τυφλός σεβασμός των παραδόσεων ή οι προκαταλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δεν θα έχουν θέση. Μόνο που το κοινό στο οποίο απευθύνονταν αυτοί οι «παππούδες» των διανοουμένων ήταν ένας κύκλος φιλομαθών ευγενών και μιας ολιγάριθμης ακόμη, αλλά διεκδικητικής, αστικής τάξης. (Εξ ου και οι συχνές ρήξεις τους με τον κλήρο και τις εκκλησιαστικές αρχές που επέμεναν να διατηρούν την πνευματική καθοδήγηση των μαζών, αναπαράγοντας θρησκευτικούς μύθους και αριστοκρατικά προνόμια). Όταν όμως άρχισε να γενικεύεται η εκπαίδευση, να πολλαπλασιάζεται το αναγνωστικό κοινό, να αυξάνεται η κυκλοφορία εφημερίδων και να αντικαθίστανται τα καλντερίμια με ασφαλτοστρώσεις, οι δημοσιογραφούντες εκτός της ειδικότητάς τους συγγραφείς, γιατροί, δικηγόροι, φυσικομαθηματικοί κ.ά. αντικατέστησαν τους «philosophes» και αναδείχτηκαν ως «διανοούμενοι».

Από την εποχή του Ζολά ως εκείνη του Σαρτρ μεσολαβεί σχεδόν ένας αιώνας. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, στη διάρκειά του, ένα κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία, δυο ακόμη στην Κίνα και στην Κούβα, πολυάριθμοι αντιαποικιοκρατικοί αγώνες ή ειρηνιστικά κινήματα κι αλλεπάλληλες καταστολές εξεγέρσεων έδωσαν την ευκαιρία να αναδειχθούν διανοούμενοι σε ποικίλους ρόλους. Από τον Αντρέ Ζιντ και τον Μπέρτραντ Ράσσελ, στην καταγγελία του μπολσεβίκικου ολοκληρωτισμού, ή τον Ρομαίν Ρολάν και τον Μπέρναρ Σω στην υπεράσπισή του, τον Φρόυντ και τον Αϊνστάιν που συνέχισαν την απόπειρα του Αριστίντ Μπριάντ για μια παγκόσμια καταδίκη του πολέμου, τον Γκράμσι και τον Μπενεντέτο Κρότσε που αντιτέθηκαν στον ιταλικό φασισμό ή τον Μαλαπάρτε και τον Πιραντέλο που τον υποστήριξαν, τον Ορτέγκα ι Γκασέτ που αρνήθηκε να διαλέξει μεταξύ Δημοκρατικών και Φράνκο, στην Ισπανία του 1936, μέχρι τον Νταβίντ Ρουσέ στη μεταπολεμική Γαλλία, ο οποίος κατήγγειλε την ύπαρξη σοβιετικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ενώ ο μεγάλος ποιητής Λουί Αραγκόν και το ΚΚΓ την αρνήθηκαν διαρρήδην. Κι ακόμα, τον Σαρτρ και τον Καμύ, που μετά την σοβιετική εισβολή στη Βουδαπέστη βρέθηκαν σε πλήρη ρήξη, ένα πλήθος συναφών ρήξεων μετά και την καταστολή της «άνοιξης της Πράγας» ή, λίγο πριν, με τον πόλεμο ανεξαρτησίας στην Αλγερία, όπως και στη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, στη διάρκεια της «Πολιτιστικής Επανάστασης» στην Κίνα ή στον περίφημο Μάη του 1968, μέχρι την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989.

Με την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και την εισβολή στο Ιράκ οι ευκαιρίες για παρεμβάσεις στη δημόσια σφαίρα συνεχίζονται ασφαλώς, σε μείζονα όπως και σε ελάσσονα επεισόδια, αλλά ποιοι τις κάνουν και με ποιαν απήχηση; Το ζήτημα, πλέον, είναι τι γίνεται με τα δισέγγονα των φιλοσόφων, σε εποχή διαδικτύου, τηλεόρασης, Facebook και blogs, όταν ο οποιοσδήποτε, χωρίς να έχει διαπρέψει σε κανέναν ειδικό τομέα, μπορεί να ηγηθεί ενός πνευματικού κλίματος. Εξακολουθούμε να μιλάμε για «διανοούμενους», όταν οι «φιλόσοφοι της ασφάλτου» έχουν γίνει «φιλόσοφοι της ψηφιακής τεχνολογίας»;

Το Τι απέγιναν οι διανοούμενοι; απαντά σ’ αυτό ακριβώς το ερώτημα. «Απαντήσεις σε ερωτήματα» είναι ό,τι κυριολεκτικά χαρακτηρίζει το βιβλίο, καθώς πρόκειται για διάλογο μεταξύ ενός ανθρωπολόγου, του Ρεζίς Μεϊράν (συγγραφέα μιας σημαντικής μελέτης για τον Μύθο της εθνικής ταυτότητας), κι ενός ιστορικού και καθηγητή στο πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης, του Έντσο Τραβέρσο[1]. Χωρισμένος σε τρεις ενότητες, αυτός ο «διάλογος» –με τον Μεϊράν να θέτει σύντομες ερωτήσεις και τον Τραβέρσο να προσφέρει καλά τεκμηριωμένες απαντήσεις– εξετάζει το πώς προέκυψαν οι διανοούμενοι, τη σταδιακή τους εξάλειψη, και τις προοπτικές τους σ’ ένα μέλλον που δεν δείχνει να τους χρειάζεται.

Η πρώτη ενότητα επιμένει στις ρήξεις των διανοουμένων με ισχυρές, παραδοσιακές, κοινωνικές βεβαιότητες. Πνεύματα αμφισβήτησης, ανατρεπτικά και αντικομφορμιστικά, οι διανοούμενοι εμφανίζονται ως επικριτές της εξουσίας, επινοώντας κι αντιπροτείνοντας μεταβάσεις σε ιδεώδεις κοινωνίες. Συχνά όμως, έτσι, παγιδεύονται στις ίδιες τις διακηρύξεις τους, όταν τα ιστορικά γεγονότα τους δίνουν την ευκαιρία να γίνουν μέρος μιας εξουσίας σαν αυτήν που εισηγούνται. Εκεί, όλοι τους συνθλίβονται, καθώς η εφαρμογή των ιδανικών δεν είναι διόλου το ίδιο με την υπεράσπισή τους. (Κι αν κάτι σώζει τον Μαρξ από αυτή την κατάληξη, ως τον τελευταίο των φιλοσόφων ή τον πρώτο των διανοουμένων, είναι ότι δεν πρόλαβε να μετάσχει στην εφαρμογή των θεωριών του). Ο Τρότσκι, χαρακτηριστικά, ήταν διανοούμενος μέχρι το 1917, έπαψε όμως να είναι όταν άρχισε να νομιμοποιεί τη λογοκρισία και να εκτελεί ομήρους.

Η δεύτερη ενότητα εστιάζεται στη σταδιακή έκλειψη των διανοουμένων. Ως ένα βαθμό, αυτή η έκλειψη εξηγείται από τον Τραβέρσο μέσω του πληθωρισμού τους, με την ανάπτυξη της πολιτιστικής βιομηχανίας και του μαζικού πανεπιστημίου. Οι διαρκείς στρατεύσεις υπέρ κάποιων ιδεωδών κοινωνιών, που όταν υλοποιούνταν τους εξέθεταν, η ευκολία με την οποία ο αντικομφορμισμός της σήμερον γίνεται ο κομφορμισμός της αύριον, στις μεταπολεμικές κοινωνίες, και ο ανταγωνισμός που οι διανοούμενοι δέχονται πλέον από μάνατζερ επικοινωνίας ή διαμορφωτές της κοινής γνώμης, τους έχουν ουσιαστικά αχρηστεύσει. Ιδίως μετά το 1989 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η φιλελεύθερη δημοκρατία και η οικονομία της αγοράς στερούν τον διανοούμενο από το ειδοποιό χαρακτηριστικό του – να επινοεί και να εισηγείται έναν καλύτερο κόσμο.

Με τόσους υπεσχημένους παραδείσους να έχουν αποδειχθεί κολάσεις, ό,τι έμεινε από διανοούμενους είναι, κατά τον Τραβέρσο, είτε «πρώην κομμουνιστές» που έγιναν βαθιά συντηρητικοί, όχι καταγγέλλοντας την εξουσία μα συνεισφέροντας στην νομιμοποίησή της, είτε «όχι πια κομμουνιστές», που μένουν να μελαγχολούν για τις αφέλειες της νιότης τους. Μόνη διανοητική στάση πλέον είναι ένας αόριστος «ανθρωπισμός», ο οποίος δεν αρκεί για να παράγει διανοούμενους. Αντίθετα, δίνει κάλυψη σε μιντιακές διασημότητες, με οικολογικές ή δήθεν απομυθοποιητικές και συντηρητικές σημαίες. (Κι εκεί ο Τραβέρσο έχει να παραθέσει πολλά παραδείγματα από τη Γαλλία, με «νέους φιλοσόφους» σαν τον Ανρί-Λεβί και τον Γκλυξμάν, που έφτασαν να υπερασπιστούν μέχρι και την εισβολή του προέδρου Μπους στο Ιράκ).

Η τρίτη ενότητα διατρέχει τις τελευταίες δεκαετίες για να συναντήσει, πλέον, εμπειρογνώμονες που ερμηνεύουν μια ρευστή κοινωνία ή παρέχουν οδηγίες τεχνικής διαχείρισης στην εξουσία, αντί των ηθικοπολιτικών οριζόντων που κατά το παρελθόν υπερασπίζονταν οι διανοούμενοι. Από τον διανοούμενο που λέει την αλήθεια, κυρίως όταν αυτή ενοχλεί, και που στέκεται μόνιμα στο πλευρό των αδυνάτων, περάσαμε σε ακαριαίες ταχύτητες επικοινωνίας μεταξύ των πάντων, όπου η πολυδιάσπαση απόψεων και στάσεων κάνει αδύνατη την ανάδειξη οποιασδήποτε συγκροτημένης θέσης. Δίνοντας έτσι την ευκαιρία να διαπρέπουν διάττοντες αστέρες τύπου Νέγκρι, Ζίζεκ, Μπαντιού, Ονφρέ, Αγκάμπεν και άλλοι, από τους οποίους εκπέμπονται τα πιο αντιφατικά μηνύματα – από την υπεράσπιση του σταλινισμού, ως αναγκαίας διάσωσης του κομμουνιστικού μύθου, μέχρι την καταγγελία των φροϋδικών θεωριών, ως κίβδηλης απομυθοποίησης του ασυνειδήτου, ή την υπαγωγή όλης της κοινωνικής ζωής σε μια ομιχλώδη «βιοπολιτική».

Τελικά, αν η ιστορία είναι διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο πεδίο εμπειρίας του παρελθόντος και τον ορίζοντα προσδοκίας του μέλλοντος, εκείνο που εξαλείφει τους διανοούμενους είναι, ακριβώς, η απόλυτη άμβλυνση του ορίζοντα προσδοκίας. Οι ειδήμονες περιορίζονται στους τομείς της ειδημοσύνης τους και οι εισηγητές ουτοπιών αποδεικνύονται παρωχημένοι. Κάποιοι ευρυμαθείς τηλεπαρουσιαστές, όπως ο Αλαίν ντε Μποττόν, προτείνουν ευπώλητες αναδιφήσεις σε τρόπους ψυχικής γαλήνης[2], κάποιοι ακαδημαϊκοί, όπως ο Τέρυ Ήγκλετον ή ο Λυκ Φερρύ[3], καταφέρνουν με επιτυχία να εκλαϊκεύουν μεγάλα φιλοσοφικά θέματα, κάποιοι άλλοι περιορίζονται, απλώς, στο να γεμίζουν τα αμφιθέατρα, αλλά τίποτε δεν προκαλεί μαζική αντίδραση ούτε φτάνει να περιβάλλει με μιαν αύρα κινήματα που απορρίπτουν το παρελθόν δίχως να έχουν να εκφράσουν προοπτικές για το μέλλον.

Η σαφώς μελαγχολική κατάληξη του βιβλίου, ως προς τον ρόλο των διανοουμένων σήμερα, γίνεται ακόμη μελαγχολικότερη για τον έλληνα αναγνώστη. Αν εξαιρέσει κανείς τον Εμμανουήλ Ροΐδη και τις σκωπτικές παρεμβάσεις του στα ελληνικά πράγματα του τέλους του 19ου αιώνα, δεν φαίνεται να αξιωθήκαμε σε ανάλογα σημαντικές παρεμβάσεις μέσα στον 20ό, μολονότι δεν έλειψαν οι αφορμές. Ίσως να μη γινόταν αλλιώς, μια που ο μεσοπόλεμος, εδώ, σημαδεύτηκε από τη μικρασιατική καταστροφή και τη δικτατορία του Μεταξά, στρέφοντας τους διανοούμενους της εποχής στη συνεχή αναζήτηση της περίφημης «ελληνικότητας». Από τον Θεοτοκά και τον Μελά, που αποπειράθηκαν να απορρίψουν τον διεθνισμό του κομμουνισμού όσο και τον εδαφικό επεκτατισμό του εθνικισμού, μέχρι τον Τερζάκη και τον Γληνό που ευνόησαν τον πρώτο, δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει μια οργανική ένταξη στον πνευματικό ορίζοντα της Ευρώπης και την υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών σε ένα κράτος δικαίου.

Στη μεταπολεμική περίοδο, οι νικητές του εμφυλίου μετέτρεψαν, μέσω των ελέγχων των κοινωνικών φρονημάτων, την πλειονότητα των διανοουμένων σε υπερασπιστές μιας βασανιζόμενης αριστεράς, χωρίς ιδιαίτερη κριτική προς τα δικά της δεινά στον κόσμο του «Υπαρκτού». Μέχρι να φτάσουμε στη Χούντα και να λειτουργήσει πράγματι ο ρόλος του διανοούμενου, με τα Δεκαοχτώ κείμενα (από τις εκδόσεις Κέδρος) το 1970. Ωστόσο κι εκεί, τα κείμενα σπουδαίων λογοτεχνών, όπως οι Σεφέρης, Βαλτινός, Τσίρκας κ.ά. ή κλασικών φιλολόγων, όπως ο Μαρωνίτης, δεν συνιστούσαν ευθεία αντιχουντική παρέμβαση. Το τόλμημά τους ήταν ότι αψηφούσαν τη λογοκρισία του δικτατορικού καθεστώτος και έθεταν σε κίνδυνο την ελευθερία των συγγραφέων και του εκδότη.

Από τη μεταπολίτευση και μετά, η ελληνική κοινωνία έδειξε να απολαμβάνει την αυξανόμενη ευμάρεια χωρίς να της χρειάζεται να αναδείξει διανοουμένους. Οι τηλεπερσόνες αρκούσαν για να συμβάλλουν στη γενική ακρισία. Στην κορύφωση της ευμάρειας, τον πνευματικό ορίζοντα τάραζε ένας αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, με το «όπισθεν ολοταχώς», κι όταν η ευμάρεια έληξε διέπρεψαν οι εκπομπές του Λάκη Λαζόπουλου, με τα ξεκαρδιστικά γέλια ως μέσο για την πιο χυδαία αγκιτάτσια που μπορεί να ασκηθεί στις μάζες. Έτσι, μεταξύ μακαριστού και «κακαριστού», καταφέραμε να συνδυάσουμε την εξάλειψη των διανοουμένων με την εξάλειψη του νοήμονος κοινού στο οποίο θα είχαν να απευθυνθούν.

Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται στο ότι δεν ευτυχήσαμε να διανύσουμε ιδιαίτερα μακρά περίοδο εμπεδωμένης δημοκρατίας. Όπως υποστήριζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης (τον οποίο ο Τραβέρσο παραλείπει να αναφέρει, παρά το ότι ασχολείται με διανοούμενους της Ιταλίας και της Γαλλίας), ο τίτλος του διανοούμενου είναι περιττός, αν όχι υποτιμητικός, δεδομένου ότι η συνθήκη του ανθρώπου που αφήνει το πεδίο της ειδημοσύνης του σε μια κρίσιμη στιγμή, για να παρέμβει στη δημόσια σφαίρα, είναι υποχρέωση κάθε δημοκρατικού πολίτη. Κρίνω ορθή την επιφύλαξη, προσθέτοντας όμως ότι το να μένεις «δημοκρατικός πολίτης» όταν οι γύρω σου σιωπούν ή κρύβουν τις απόψεις τους απαιτεί ένα κουράγιο που πραγματικά διακρίνει τον παρεμβαίνοντα.

Σε αυτό το πνεύμα, θα έλεγα πως δεν έλειψαν κάποια πρόσωπα που εξαρχής κατήγγειλαν τις λαϊκιστικές εξηγήσεις της κρίσης και τις πλατείες των «αγανακτισμένων», συνεχίζοντας στην παράδοση των διανοουμένων. Αλλά ήταν ευάριθμα και η απήχησή τους έμεινε σε μάλλον στενό οικογενειακό κύκλο.

Στην παράδοση των διανοουμένων, επίσης, βρέθηκαν νομικοί και ακαδημαϊκοί που επέκριναν, στο μόλις προηγούμενο τεύχος της ARB, μια καταφανή διαστροφή της δικαιοσύνης και την ανεπάρκεια ορισμένων δικαστών. Βγήκαν από τη μακαριότητα του αφοσιωμένου στην ειδικότητά του ειδικού, για να εκτεθούν και να εκθέσουν όποια εξουσία υπερβαίνει, εξευτελιστικά για τη νοημοσύνη των πολιτών της, τις εγγενείς σε κάθε εξουσία συνθήκες διαφθοράς και αυταρχισμού. Εκείνο που ξεχωρίζει αυτή την κίνηση είναι πως για πρώτη φορά στην ιστορία των αυθαιρεσιών του ελληνικού κράτους, ειδικά στον χώρο της Δικαιοσύνης, τόσο πολλοί αντιστέκονται σε κραυγαλέες κακοδικίες συγκεκριμένων δικαστών, χωρίς διακηρύξεις του τύπου «σέβομαι και τιμώ τις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης, έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη» και άλλα παρόμοια.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο προικισμένα και θαρραλέα είναι τα άτομα που εξακολουθούν να αναλαμβάνουν ρόλο διανοούμενου, οι μεγάλες μάζες, εδώ όσο και παντού στον δυτικό κόσμο, τείνουν να προτιμούν την απάθεια. (Πρόκειται, ίσως, για το εύλογο αντίτιμο των πρώτων τριών τετάρτων του 20ού αιώνα, όταν οι μάζες έτρεχαν πρόθυμα να σκοτώνονται εν ονόματι υψηλών ιδανικών). Κι αφού οι πάντες πλέον θεωρούνται διανοούμενοι, με τον ίδιο τρόπο που «οι πάντες είναι καλλιτέχνες» σύμφωνα με τον Γιόζεφ Μπόις, η διανόηση χάνει το νόημά της, όπως το έχει χάσει και η τέχνη.

[1] Γνωστού στην Ελλάδα από τα εξαιρετικά βιβλία του: Δια πυρός και σιδήρου, περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945, και Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2013.

[2] Βλ. Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, Πατάκης 2006, Η παρηγοριά της φιλοσοφίας, Πατάκης 2010, Θρησκεία για άθεους, Πατάκης 2012, ή Πώς να σκεφτόμαστε περισσότερο το σεξ, Πατάκης 2013.

[3] Βλ. Τέρυ Ήγκλετον: Το νόημα της ζωής, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2015 [Oxford University Press, 2007] και Λυκ Φερρύ, Η επανάσταση της αγάπης, Πλέθρον, Αθήνα 2012.
==========================
"O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου