Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» Γ. Σεφέρης



Γράφει ο Στέλιος Παρασκευόπουλος
Είναι να απορεί κανείς με την ταχύτητα της προθυμίας που αυτός ο τόπος, αυτή η κοινωνία, αυτή η πολιτική τάξη και αυτοί οι πολίτες τρέχουν προς τον θάνατο• αν όχι στον αφανισμό, τουλάχιστον στην πλήρη περιθωριοποίηση της Ελλάδος. Και είναι ανόμημα αυτή η χώρα του «ύστερου εκσυγχρονισμού» να στάθηκε όρθια και δημιουργικά -με την τεράστια θυσία του λαού της- μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και σήμερα να καταποντίζεται στην αχρειότητα του ραγιαδισμού και της φτώχειας…
Κανείς δεν βλέπει κατά πού πάει το πράγμα; Πόσο αόμματος πρέπει να είναι κανείς για να μη διακρίνει ότι η Ελλάδα «αδειάζει» από τους επιστήμονές της, που μεταναστεύουν κατά χιλιάδες στο εξωτερικό; Που η νέα γενιά των τετρακοσίων – πεντακοσίων ευρώ (υποτίθεται ο ανθός και το μέλλον της πατρίδας) κυριολεκτικά σφαγιάζεται και αγιάζεται προς δόξαν και καθαγιασμόν των παράσιτων κομματικών γενεών της Μεταπολιτεύσεως; Που τίποτε πια δεν παράγεται και όλα τα καταναλωτικά είδη είναι εισαγόμενα; Που πλέον η Ελλάδα σταμάτησε να έχει πληθυσμιακή συνέχεια και σε τριάντα χρόνια από σήμερα θα είναι η χώρα των γερόντων και των συνταξιούχων; Που ο «καλός γείτονάς» μας, ο κ. Ερντογάν, εξοπλίζει διαρκώς τη χώρα του, αυτή τη φορά με νέας γενιάς μαχητικά αεροσκάφη F-35, ανατρέποντας τη στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο;
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, με τον μισό πληθυσμό να βρίσκεται στα όρια της φτώχειας και με το φάσμα του ολοκληρωτικού ολέθρου να πλανάται πάνω από την πατρίδα μας, σχεδόν σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος εδώ και ένα χρόνο (και πόσο ακόμη;) έχει καταπιαστεί –όχι πως δεν πρόκειται για σοβαρή υπόθεση διαπλοκής– με το θέμα των τηλεοπτικών αδειών. Λες και μια μέρα οι νεκροί και οι αγέννητοι, κατά τον Παλαμά, θα μας δικάσουν για τους τέσσερις ή δεκατέσσερις τηλεοπτικούς σταθμούς και όχι για τον ασύγγνωστο βιασμό -κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθηση- πάνω στο σώμα και την ψυχή της Ελλάδος.
Η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς, αν και για αρκετούς πολίτες αποτέλεσε ελπίδα, και όχι αδικαιολόγητα (φρούδα, όμως, όπως αποδείχτηκε πανηγυρικώς στη συνέχεια), ένα καλό προσφέρει στον τόπο. Με την κατάρρευσή της, αργά ή γρήγορα, ανοίγει τις διαδικασίες. Θα προσφερθεί στον...
τόπο μια νέα ευκαιρία. Ίσως να είναι και η τελευταία. Οι δύο άλλες μεγάλες περιστάσεις, αυτές του 1974 και του 1981, πήγαν σχεδόν χαμένες, καθώς πάνω σε αυτές οικοδομήθηκε ο κρατισμός, ο λαϊκισμός και η κομματοκρατία• οι παθογένειες που έσπρωξαν την Ελλάδα στη χρεοκοπία.
Εάν στον «νεομεταπολιτευτικό διαφωτισμό» που ανοίγεται μπροστά μας -και που έχει ανάγκη η πατρίδα μας- δεν δώσουν το ενιαίο παρών οι άνθρωποι της εγνωσμένης παιδείας και του πατριωτισμού, μέσα σ’ ένα αδιαίρετο εξυπακούεται λαϊκό  φρόνημα, πολύ φοβάμαι ότι θα χαθεί και η τρίτη μεγάλη ευκαιρία. Και τρομάζω στην ιδέα μήπως ο πολιτικός κόσμος παραμείνει το ίδιο αποξενωμένος από την πραγματικότητα και το ίδιο αρχολίπαρος όπως και σήμερα. Και τότε, αιδώς αχρείοι…



Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ' ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού. ...


Γεώργιος Σεφέρης - Έλληνας ποιητής (1900 -1971)

Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεότερης Ελλάδας, που τιμήθηκε το 1963 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης .
Γεννήθηκε στη Σμύρνη. Υπηρέτησε ως διπλωμάτης σε διάφορες χώρες και το 1960 έφτασε στο βαθμό του πρεσβευτή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1931 με την ποιητική συλλογή "Στροφή". Από τότε άρχισε να δημοσιεύει πολλές ποιητικές συλλογές, δοκίμια και μελέτες. Το 1960 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Καίμπριτζ. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: "Στροφή" (1931), "Η στέρνα" (1932), "Μυθιστόρημα" (1935), "Τετράδιο Γυμνασμάτων" (1940), "Ημερολόγιο καταστρώματος Α" (1940), "Ημερολόγιο Καταστρώματος Β" (1944),"Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ" (1955), "Κίχλη" (1947), "Τα τρία Κρυφά ποιήματα" (1966), τις κριτικές μελέτες: "Διάλογος πάνω στην ποίηση", "Δοκιμές", "Ερωτόκριτος."
Ο Σεφέρης έχει να επιδείξει και αξιόλογες μεταφραστικές εργασίες όπως η "Έρημη Χώρα" και το "Φονικό στην εκκλησία" του Τ. Έλιοτ, την "Αποκάλυψη" του Ιωάννη και λυρικά ποιήματα ποιητών που κατά καιρούς τον συγκίνησαν με τον γενικό τίτλο "Αντιγραφές". Για τον Σεφέρη γίνεται αναλυτική αναφορά στο λήμμα νεώτερη ποίηση (μοντέρνα).

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ' ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της "Ωραίας Ελένης του Μενελάου".
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ' έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο
μήπως "έρχεται εξ Ομονοίας"
"Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν' ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει δεν ξέρουμε τίποτε
δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια'
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά'
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του όλα τα πετεινά τ' ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι
που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια
που δεν μπορούν να κινήσουν την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα
σφυρίζουν
μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών
αρχιπέλαγα
γυμνοί γρανίτες...
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝlΑ 937.

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣlΝΗΣ (Ασίνην τε... ΙΛlΑΔΑ)
Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω - γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου
εκεί που η θάλασσα πράσινη και χωρίς αναλαμπή,
το στήθος σκοτωμένου παγονιού μας
δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες του βρόχου κατέβαιναν από ψηλά στριμμένα κλήματα
γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας στ' άγγιγμα του νερού,
καθώς το μάτι ακολουθώντας τις πάλευε να ξεφύγει
το κουραστικό λίκνισμα χάνοντας δύναμη ολοένα.
Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους
κι από τον Όμηρο μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα
κι εκείνη αβέβαιη ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της;
κούφιο μέσα στο φως σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα'
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης
ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα παντού μαζί μας
παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα: "Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
και τα παιδιά του
αγάλματα
κι οι πόθοι του
φτερουγίσματα πουλιών
κι ο αγέρας στα διαστήματα των στοχασμών του
και τα καράβια του αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι'
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.
Πίσω από τα μεγάλα μάτια
τα καμπύλα χείλια
τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό
που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου
και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο
που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες
κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές
τις ακμές
τις αιχμές
τα κοίλα
και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε εδώ που συναντιέμαι
το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν η κίνηση του προσώπου
το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν
τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων
και στοχασμοί
με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε
παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι
λυγίζοντας σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα
μέσα στη διάρκεια της απελπισιάς
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα
ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε
με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.
Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως,
σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
"Ασίνην τε Ασίνην τε..."
Να' ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη°νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγιάς,
αργά στη χάση ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά
ρίχνοντας κάποτε σε ταραγμένους δρόμους
ποταμούς και μέλη ανθρώπων βαρειά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό,
μονέδα που έμεινε για χρόνια στην κάσα ενός φιλάργυρου,
και τέλος ήρθε η στιγμή της πλερωμής
κι ακούγονται νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι'
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας
το φεγγάρι ξεπέρασε τα σύννεφα,
και γίναν τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης
ένας τρόπος ν' αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς δύσκολα,
σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο που ξέφυγε κρυφά
και φέρνει μαντάτα από το σπίτι
κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία°
το κρατίδιο της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημης απ' τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μεσ' στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ' αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα ή μοναχά κακές συνήθειες,
δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια
να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μεσ' στους πολέμους°
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο°
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο,
ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι°
σαν έρθει ο θέρος άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μεσ' στ' αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα
τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου
σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να' θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο,
και τον βλέπεις είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό,
σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μεσ' στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα
εκείνα που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μεσ' στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν°
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας λεύγες και λεύγες°
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα,
κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει°

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου