Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

"Αστρονομία" μία Επιστήμη Ελληνική


Επειδή λοιπόν, δεν ασχολούμαι μόνο με την πολιτική, σκέφτηκα, για να σας ξεκουράσω λίγο –ή για να σας κουράσω- να σας παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου: «Αστρονομία, μια επιστήμη Ελληνική»
Giorgos Ierodiakonos  - Καλό διάβασμα…

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ…

«Διότι υπήρχε σκοτάδι άπειρο μέσα στην άβυσσο και πνεύμα λεπτό και νοερό, καθώς και όντα που εβρίσκοντο εν δυνάμει μέσα στο χάος. Και τότε άναψε άγιο φως και από την υγρή ουσία ξεπήδησαν στοιχεία σε μορφή άμμου και όλοι οι θεοί εμφανίστηκαν στην φύση με την μορφή σπόρων. Τότε όλα ήταν ακόμα απροσδιόριστα και ακατασκεύαστα και άρχισαν να αποχωρίζονται τα στοιχεία και να ωθούνται τα μεν ελαφρά προς την περιφέρεια (εις ύψος) και τα βαρέα να θεμελιώνονται σε μορφή υγρής άμμου, ενώ περί όλων αυτών των διαχωρισμένων και αιωρούμενων στοιχείων εφέρετο πνεύμα. Και τότε εμφανίστηκε ο ουρανός σε επτά κύκλους… και περιτυλίχθηκε το περικύκλιο από αέρα που ελίσσετο σε κυκλικό δρόμο και διακατεχόμενο από θείο πνεύμα. Έτσι, ο κάθε θεός ανέλαβε, δια της ιδίας δυνάμεως, να πράξει αυτό για το οποίο ετάχθη. Και άρχισαν να γίνονται θηρία τετράποδα και ερπετά και ένυδρα και πτηνά και κάθε ένσπορος σπορά και χορτάρι και άνθος και κάθε είδους χλόη και πλήθος ανθρώπων και όλων όσων δεσπόζονται κάτω από τον ουρανό και έχουν την αγαθή επίγνωση να αυξάνονται σε αύξηση και να πληθύνονται σε πλήθος».
(Σιμπλίκιος «Εις το Α της Αριστοτέλους φυσικής ακροάσεως υπόμνημα», 9, 162, 24-26)

Αυτά έλεγε ο Ερμής ο Τρισμέγιστος 25.000 χρόνια πριν ο Μωυσής «εμπνευσθεί» την «Γένεσή» του. Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός:
«Μηδέν τε εκ του μη όντος γίνεσθαι μηδέ εις το μη ον φθείρεσθαι», όπως έλεγε και ο Δημόκριτος (Διογένης Λαέρτιος «Βίοι Φιλοσόφων, βιβλ. 9 44, 2). Ο δε Μέλισσος έλεγε ότι: «Πάντα υπήρχε, ότι κι αν είναι αυτό, και πάντα θα υπάρχει. Διότι αν έγινε, πρέπει κατ’ ανάγκη, πριν γίνει να ήταν μηδέν. Αν, όμως, αυτό που τώρα υπάρχει ήταν μηδέν, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει, αφού τίποτα δεν γίνεται από το μηδέν» (Σιμπλίκιος «Εις το Α της Αριστοτέλους φυσικής ακροάσεως υπόμνημα», 9, 162, 24-26).
Τότε που βρισκόταν ο υλικός κόσμος πριν δημιουργηθεί; Πως είναι δυνατόν να αποδεχθούμε την ύπαρξη των υλικών στοιχείων πριν εκείνα προκύψουν από το κοσμικό γίγνεσθαι; Την απάντηση, όπως είδαμε, την δίνει με σαφήνεια ο Ερμής ο Τρισμέγιστος. Όλα τα όντα εβρίσκοντο εν δυνάμει μέσα στο χάος. Προϋπήρχε, δηλαδή, ο λόγος (η αιτία) της τεκταινόμενης γενέσεώς τους. «Πάντα εκ λόγου (αιτίας) γίνονται και υπ’ ανάγκης», έλεγε ο Λεύκιππος (Αέτιος «Περί αρχών και στοιχείων», 321, 14). Ο δε Αέτιος αναφέρεται στους «σπερματικούς λόγους καθ’ ους άπαντα καθ’ ειμαρμένην γίνεται» (Αέτιος «Περί αρχών και στοιχείων», 306, 3-4).
Γι’ αυτό και οι Έλληνες σοφοί αποδίδουν την κοσμογονία στην πρώτη αιτία, την οποία ονόμαζαν Λόγο. «Εν αρχή ην ο λόγος» έλεγε και ο «ευαγγελιστής» Ιωάννης, αδυνατώντας όμως να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα του ελληνικού ρητού που επικαλείται, πιστεύοντας ότι λόγος σημαίνει ομιλία.
Το ίδιο λάθος έκαναν και οι πρόγονοί του, που έγραψαν την «Γένεση», αντιγράφοντας από τα πανάρχαια ελληνικά συγγράμματα, πιστεύοντας κι εκείνοι ότι Λόγος σημαίνει Ομιλία. «Και είπεν ο Θεός Γεννηθήτω…». Το ίδιο λάθος κάνουν και οι Αγγλοσάξονες μεταφραστές του «Κατά Ιωάννη» ευαγγελίου, μεταφράζοντας το «Εν αρχή ην ο λόγος» σαν “at the beginning was the speech”, δηλαδή, «στην αρχή υπήρχε η ομιλία».
Ας γυρίσουμε όμως στην προαναφερόμενη περικοπή του Ερμού. Υπήρχε, λέει, σκοτάδι άπειρο μέσα στην άβυσσο και τα πάντα προϋπήρχαν εν δυνάμει σε μια χαώδη κατάσταση. Όπως λέει και ο Πλάτων, το Ον, ο χώρος και το γίγνεσθαι, οι τρεις πτυχές (της δημιουργίας), υπήρχαν και πριν από την γένεση του ουρανού: «Ον τε και χώραν και γένεσιν είναι, τρία πτυχή, και πριν ουρανόν γενέσθαι» (Πλάτων «Τίμαιος», 52 d).
Μέσα σ’ αυτό το τρισυπόστατο (Ον, χώρος, γίγνεσθαι) όλα τα στοιχεία προϋπήρχαν ανεκδήλωτα σε μια χαοτική κατάσταση αταξίας και αρρυθμίας:
«Επειδή θέλησε ο θεός να είναι τα πάντα αγαθά και να μην υπάρχει, κατά το δυνατόν, τίποτα το ατελές, παρέλαβε όλα εκείνα τα στοιχεία που δεν είχαν ησυχία, παρά κινούνταν πλημμελώς και ατάκτως, και τα έφερε από την αταξία στην τάξη» (Πλάτων «Τίμαιος», 30α).
Στη συνέχεια, λέει ο Πλάτων, άρχισαν σιγά-σιγά να παρουσιάζονται τα πρώτα ίχνη από τα χημικά στοιχεία που έμελλε να δημιουργηθούν:
«Όσο πιο ανόμοια ήταν τα στοιχεία μεταξύ τους, τόσο πιο μακριά κρατούνταν. Τα όμοια συνωθούνταν μαζί με τα παρόμοια, έτσι ώστε, τα στοιχεία άρχιζαν να καταλαμβάνουν διαφορετικούς χώρους, πριν ακόμα κληθούν να διακοσμήσουν το σύμπαν που έμελλε να γεννηθεί. Μέχρι τότε, όλα βρίσκονταν σε κατάσταση άλογη και άμετρη. Όταν δε άρχισε να κοσμείται το σύμπαν, το πρώτο πυρ, το ύδωρ, η γη και ο αέρας, αρχικά παρουσίαζαν μόνο κάποια ίχνη από την μετέπειτα φύση τους» (Πλάτων «Τίμαιος», 53a).
Πάνω σ’ αυτό το αξίωμα ο Αριστοτέλης εύλογα θέτει το ερώτημα: «Οπότε, τι εμποδίζει το μεν όλο να είναι αγέννητο και άπειρο, ενώ αυτά που γίνονται μέσα σ’ αυτό να είναι πεπερασμένα και να έχουν αρχή και τέλος γενέσως;» (Αριστοτέλης «Περί Ξενοφάνους», 976a 4-6).
Δεν δημιουργήθηκε, δηλαδή, ο κόσμος εκ του μηδενός, αλλά παρελήφθησαν τα πρώτα ίχνη των χημικών στοιχείων, που μέχρι τότε κινούνταν ατάκτως, και τέθηκαν σε τάξη. Αυτό, βεβαίως, δεν έγινε από την μια στιγμή στην άλλη. Ούτε με μια απλή εντολή του Θεού. Αντιθέτως υπήρχε (και εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα) ένα ακατάπαυστο κοσμογονικό γίγνεσθαι. Μια αέναος δημιουργική διαδικασία που διαφοροποιεί τα στοιχεία λόγω χημικού συνδυασμού και μόνο. Όπως λέει και ο Εμπεδοκλής, τα χημικά στοιχεία αποτελούν αποτέλεσμα μίξης και διάλλαξης. Και βέβαια, κανένας «Θεός» δεν έβαλε το χέρι του στην κατασκευή τους:
«Τα δε γένη διαφέρουν μεταξύ τους περισσότερο λόγω της αλλοίωσης της γενέσεως. Διότι η γένεσις και η φθορά συνιστούν σύνθεση και διάλυση (των επί μέρους στοιχείων). Διότι, μ’ αυτό τον τρόπο, λέει και ο Εμπεδοκλής, η φύσις δεν φτιάχτηκε από κανέναν, αλλά συνιστά αποτέλεσμα μίξης και διάλλαξης των μεμιγμένων» (Αριστοτέλης «Περί γενέσεως και φθοράς», 314b 4-8).
Γι’ αυτό και ο Ορφεύς χαρακτηρίζει το σύμπαν: «αυτοπάτωρ, απάτωρ, άρσην, πολύμητι, μεγίστη» (Ορφικά, 10, 11).
Το πως περίπου διαφοροποιήθηκαν τα πρωταρχικά στοιχεία, μας το περιγράφει ο προϊστορικός Ερμής με τον πιο παραστατικό τρόπο:
«Η πρεσβυγενής ύλη, που ήταν έμψυχος, και όλος εκείνος ο άπειρος βυθός, που έρεε ακατάπαυστα και άτακτα, φερόταν εδώ κι εκεί και υφίστατο μυριάδες αναμίξεις και ατελείς ενώσεις, και κάθε φορά ξαναχυνόταν σε άλλες ενώσεις και ξανά αναλύονταν στην αταξία. Γι’ αυτό στεκόταν σε αμηχανία, επειδή έτσι όπως έρεε δεν μπορούσε να προχωρήσει στην γέννηση της ζωής. Συνέβη όμως κάποτε όλο αυτό το άπειρο πέλαγος να προωθηθεί υπό ιδίας φύσεως, με κανονική κίνηση, με εύτακτο τρόπο, και να χυθεί αφ’ εαυτού. Έτσι, όπως ακριβώς πραγματοποιείται η περιδίνηση, αναμείχθηκαν οι ουσίες, ώστε από την κάθε μία να παραχθεί ότι ωριμότερο μπορούσε να δημιουργηθεί, το οποίο θα ήταν καταλληλότατο για την γένεση της ζωής. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα χωνί, έτσι έρεε μέσα στο σύμπαν και χωρίστηκε σε βάθος από την δίνη που παρέσυρε τα πάντα. Τότε περισπάστηκε το περικείμενο πνεύμα και όπως ήταν πολύ γόνιμο, συνέλαβε και δημιούργησε την πλέον κατάλληλη σύσταση. Όπως ακριβώς σε ένα υγρό σχηματίζεται μια φυσαλίδα, έτσι δημιουργήθηκε μια κοιλότητα που ήταν πανταχόθεν σφαιροειδής. Έπειτα προέκυψε ένα μέγιστο φως, το οποίο κυήθηκε αφ’ εαυτού από το θειώδες πνεύμα που το είχε παραλάβει. Αυτό λοιπόν το γέννημα, επειδή είναι έμψυχο δημιούργημα, που γεννήθηκε από ολόκληρο τον άπειρο βυθό, έμοιαζε με περιφέρεια αυγού και διακρινόταν από την ταχύτητα της πτήσεως».
Εδώ ο Ερμής περιγράφει την εμφάνιση του εμβρυακού σύμπαντος, το οποίο παραστατικότατα παρομοιάζει σαν μια σφαιροειδή φυσαλίδα, στην κοιλότητα της οποίας αναμιγνύονται περιδινούμενα τα πρωταρχικά στοιχεία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρομοίωση εκείνης της φυσαλίδας με ένα κοσμικό αυγό, κάτι που αποδέχεται και η σύγχρονη επιστήμη.
Ο Πρόκλος επίσης, υποστηρίζει ότι όλα τα μετέπειτα δημιουργημένα όντα προέρχονται ακριβώς από εκείνο το κοσμικό αυγό, το οποίο ονομάζει «Πρώτη Αιτία»: «Πάντα τα όντα πρόεισιν από μίας αιτίας, της πρώτης» (Πρόκλος «Στοιχείωσις Θεολογική», 11, 1).
Αυτήν ακριβώς την κοσμογονική αντίληψη, για την «εκ του χάους» δημιουργία του κοσμικού Ωού, αναφέρει και ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθες» του, παρουσιάζοντας τον χορό να λέει ποιητικά:
«Στην αρχή υπήρχε το χάος, η Νύκτα, το μελανό Έρεβος και ο Τάρταρος. Ούτε γη υπήρχε, ούτε αέρας, ούτε ουρανός. Και μέσα στους άπειρους κόλπους του Ερέβους, η Νύκτα με τα μαύρα φτερά, γέννησε μόνη της ένα Ωόν και όταν συμπληρώθηκε ο κατάλληλος χρόνος, ξεπήδησε από το Ωόν ο Έρως ο ποθητός, που έμοιαζε με στροβίλους του ανέμου και έλαμπαν στις πλάτες του δύο χρυσές φτερούγες. Και δεν υπήρχε το γένος των αθανάτων πριν ο Έρως αναμείξει τα πάντα. Καθώς όμως, αναμειγνύονταν τα μεν με τα δε, γεννήθηκαν ο ουρανός, ο ωκεανός, η γη και το άφθαρτο γένος των μακαρίων θεών» (Αριστοφάνης «Όρνιθες», στιχ. 693-702).
Είναι σαφές βέβαια ότι, λέγοντας ο Αριστοφάνης «θεών μακάρων γένος» αναφέρεται στους πλανήτες και τους αστερισμούς, τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν «θεούς» ακριβώς γιατί κινούνται κυκλικά (από το ρήμα «θέω», που σημαίνει κινούμαι κυκλικά). Και όλοι εκείνοι οι «θεοί» γεννήθηκαν ακριβώς λόγω της ελκτικής δύναμης της βαρύτητας (Έρως), που συνένωσε τα συστατικά τους στοιχεία.
Το ίδιο υποστήριζε χιλιάδες χρόνια πριν και ο Ορφέας, ο οποίος, παρομοίαζε το Χάος με το Ωόν, μέσα στο οποίο τα πρώτα στοιχεία ήταν συγκεχυμένα. Μέχρι που εμφανίστηκε ο κοσμικός Έρως:
«Πρώτα υπήρχε το αρχαίο μελαγχολικό χάος, η ανάγκη (για δημιουργία) και ο Κρόνος (χρόνος), ο οποίος, δια της απέραντης δύναμης της έλξης, γέννησε τον Αιθέρα και τον υιό της Νύχτας, τον δίμορφο και ένδοξο Έρωτα, που βλέπει γύρω-γύρω και τον καλούμε πατέρα (του κόσμου). Οι απλοί θνητοί τον αποκαλούν Φάνη, διότι πρώτος εκείνος φάνηκε» (Ορφεύς «Αργοναυτικά», στ. 12-16).
Από το ως άνω απόσπασμα του Ορφέως, αναδύεται η πεμπτουσία της Ορφικής σοφίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της επιστήμης εισάγεται σαν έννοια ο Έρως (ηλεκτρομαγνητική ενέργεια), ο οποίος και τίθεται στην κεντρική θέση της δημιουργίας. Για πρώτη φορά καθίσταται η βαρύτητα και η έλξη σαν πρωταρχική αιτία πρόσμιξης και σύνθεσης των χημικών στοιχείων.
Κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη το σύμπαν, πριν την διαστολή του, βρισκόταν σε μια συμπυκνωτική κατάσταση, όπου τα πάντα βρίσκονταν συνυφασμένα και αλληλένδετα χωρίς να ισχύει κανένας νόμος της φύσεως:
«Διότι κατά την εξ αρχής σύσταση των όλων, μίαν ιδέα είχε ο ουρανός και η γη, και η φύση τους ήταν ανακατεμένη. Μετά την διάσταση αυτών των σωμάτων δημιουργήθηκε ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπουμε σ’ αυτή την σύνταξη» (Διόδωρος Σικελιώτης «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Α’ 7, 1, 1-5).
Έπειτα όμως, προφανώς λόγω των εσωτερικών πιέσεων και της τρομερής θερμότητας, προκλήθηκε μια τρομακτικής εντάσεως έκρηξη (“Big Bang”), η οποία διέστειλε τον χωροχρόνο, επιφέροντας συγχρόνως και τον διαχωρισμό των στοιχείων. Όπως λέει και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος:
«Η θάλασσα, ο ουρανός και η γη, πρώτα υπήρχαν όλα μαζί σε μια αδιαχώριστη μορφή. Μετά, εξ αιτίας του καταστροφικού Νείκους διαχωρίστηκαν» (Απολλώνιος ο Ρόδιος «Αργοναυτικά», Α’, στ. 496-498).
Και πραγματικά! Το πρώτο πράγμα που δημιούργησε εκείνη η έκρηξη, ήταν κατ’ αρχήν μια αφάνταστη διαστολή, η οποία συγχρόνως ενείχε και μια αλληλελκτική τάση των μερών του, τα οποία άρχισαν αμέσως περιδινίζονται: «Το δ’ απειρέσιον κατά κύκλον ατρύτως εφορείτο», λέει ο Πρόκλος («Στοιχεία του Ευκλείδου», 26. 42), αποδίδοντας αυτά τα λόγια στον πανάρχαιο Ορφέα. [Μετάφραση: το δε άπειρον εφέρετο αδιακόπως κυκλικώς].
Εκείνη η πρωτο-χαοτική κατάσταση, εύστοχα παρουσιάζεται από την Ελληνική μυθολογία σαν «Χάος». Στα «Ορφικά» διαβάζουμε: «τον αναλυτικό ύμνο για το αρχαίον χάος» και το πως άλλαξε τις φύσεις και πως συμπληρώθηκε ο ουρανός» (Ορφικά, στίχοι 422-423). Το ίδιο λέει και ο Ησίοδος. «Ήτοι μεν πρώτιστα χάος γένετ’, αυτάρ έπειτα Γαι ευρύστερνος» (Ησίοδος «Θεογονία», 116-117).
Μάλιστα, στον στίχο 700, σαφώς εξηγεί την γένεση του χάους σαν αποτέλεσμα της «μεγάλης έκρηξης», αφού ξεκάθαρα αναφέρεται στις τεράστιες θερμοκρασίες που δημιουργήθηκαν: «καύμα δε θεσπέσιον κατέχεν χάος» (ο Διόδωρος Σικελιώτης ονομάζει τον Έρωτα «εμπρηστή»), ενώ ο στίχος 703 είναι ενδεικτικός για τον εκκωφαντικό θόρυβο που προκλήθηκε: «τοίος γαρ κε μέγας ύπο δούπος ορώρει».
Ο Κλεάνθης, μάλιστα, απ’ ότι μας λέει ο Στοβαίος, υποστηρίζει πως το σύμπαν άρχισε να διαστέλλεται και να διακοσμείται αμέσως μετά την μεγάλη έκρηξη:
«Ο Κλεάνθης λέει πως έτσι έγινε ο κόσμος. Όταν εκφλογίστηκε το σύμπαν κατακάθισε στην αρχή το κέντρο του και στη συνέχεια άρχισαν σιγά-σιγά να ψύχονται και τα επόμενα μέρη του. Άρχισε σιγά-σιγά να υγραίνεται και το έσχατο σημείο του πυρός, αντιγράφοντας τις διεργασίες του κέντρου και τράπηκε πάλι στην αντίθετη κατάσταση, αφού μ’ αυτή την τροπή, λένε, ότι άρχισε να διαστέλλεται και να διακοσμείται το σύμπαν. Κατ’ αυτή την περίοδο άρχισε και η εις το διηνεκές διακόσμηση του όλου με τον ρυθμό της συμπαντικής ουσίας που δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει. Διότι, όπως γίνονται από τα σπέρματα (χημικά στοιχεία) όλα να μέρη ενός σώματος, με τον ίδιο τρόπο γίνονται, με το πλήρωμα του χρόνου, και τα ζώα και τα φυτά . Κι όπως κάποια στοιχεία της ύλης, που βρίσκεται μέσα στον χώρο, συγκρούονται και μειγνύονται δημιουργώντας τα σπέρματα, έτσι και πάλι διακρίνονται (διασπώνται) μέσα στον χώρο. Έτσι, εξ ενός γίνονται τα πάντα και τα πάντα μ’ αυτό το ένα συγκρίνονται» (Στοβαίος «Ανθολόγιον», βιβλ. 1, κεφ. 17, 3).
Το ίδιο λέει και ο Φιλόλαος στις «Βάκχες» του. Ότι, δηλαδή, ένας είναι ο κόσμος και άρχισε να συντελείται ξεκινώντας από το κέντρο: «Ο κόσμος είς εστιν. Ήρξατο δε γίγνεσθαι άχρι του μέσου, και από του μέσου εις το άνω δια των αυτών τοις κάτω εστί τα άνω του μέσου υπεναντίως κείμενα τοις κάτω» (Στοβαίος, «Ανθολόγιον», βιβλ. 1, κεφ. 15, 7 1-5).
Από τότε έμειναν για πάντα σταθερά σημάδια στον ουρανό οι δρόμοι των άστρων, της σελήνης και του ηλίου, λέει Απολλώνιος ο Ρόδιος: «ηδ’ ως έμπεδον αιέν εν αιθέρι τέκμαρ έχουσιν άστρα, σεληναίης τε και ηελίοιο κέλευθοι» (Απολλώνιος ο Ρόδιος «Αργοναυτικά», βιβλ. 1, στ. 499-500).
Από κει και πέρα δεν χρειαζόταν κανένας δημιουργός να προφέρει την εντολή «Γενηθήτω το φως». Ο όποιος δημιουργός δεν είχε παρά να «εμποτίσει» το δημιούργημά του με την πρώτη ουσία και να θεσπίσει τους γνωστούς-άγνωστους φυσικούς νόμους. Στην συνέχεια, κάλλιστα μπορούσε να αποτραβηχτεί και να αφήσει την ίδια την φύση να αυτοσχεδιάσει. Κι αυτό ακριβώς έγινε, λέει ο προϊστορικός Ερμής:
«Ο Κύριος και δημιουργός των αιωνίων σωμάτων, ω Τατ, μια φορά και μόνον δημιούργησε. Δεν ξαναδημιούργησε κι ούτε δημιουργεί. Όλη την δημιουργία του την ανάθεσε στον δεύτερο θεό, που δημιούργησε και που είναι ομοούσιός του. Ένωσε το σύμπαν αναμεταξύ του και το άφησε ελεύθερο. Από τότε κινείται η δημιουργία ακατάπαυστα. Ο δικός μας, ο δεύτερος δημιουργός, δημιούργησε κι εμάς σωματικά και δημιουργεί αενάως σώματα διαλυτά και θνητά, επειδή δεν ήταν θεμιτό να μιμηθεί στην δημιουργία τον δημιουργό του, που άλλωστε του ήταν αδύνατον. Διότι ο μεν πρώτος θεός δημιούργησε από την πρώτη ουσία, ο δε δεύτερος θεός δημιούργησε εμάς από γενόμενη σωμάτωση» (Ερμής ο Τρισμέγιστος, έκτη διδαχή, εδάφ.1,2).
Έτσι, λοιπόν, μετά την δημιουργία του χωροχρόνου από τον «Θεό», εκείνος αποχωρεί διακριτικά και αναθέτει την ανάπτυξη και διαιώνιση του σύμπαντος στον δεύτερο «Θεό» (που είναι το ίδιο το σύμπαν) κι εκείνος με την σειρά του, μεταβιβάζει μέρος της εξουσίας του στους χαμηλότερους «Θεούς» και «Δαίμονες» (Γαλαξίας και αστερισμοί), ώστε να δημιουργήσουν Ζωή.
Λέει ο Πλάτων επ’ αυτού:
«Εσείς Θεοί θεών, των οποίων εγώ είμαι ο δημιουργός και πατέρας όλων των έργων, από μένα παραμένετε αδιάλυτοι, μέχρι που εγώ θα πάψω να το θέλω… και αφού έχετε γεννηθεί, αθάνατοι δεν είστε, ούτε απρόσβλητοι στην διάλυση του σύμπαντος… από τώρα και στο εξής, λοιπόν, εσείς θα διαπλέξετε το αθάνατο μαζί με το θνητό. Δημιουργήστε ζώα και γεννήστε τροφή. Δώστε την για να αυξηθούν και δεχθείτε την πάλι πίσω με τον θάνατο» (Πλάτων «Τίμαιος», 41 a-d).
Τώρα, τι ακριβώς συνέβη (και συμβαίνει ακόμα) μετά την δημιουργία της «κοσμικής φυσαλίδας», μας το εξηγεί ο Λεύκιππος:
«Φρονούσε δε αυτός (ο Λεύκιππος) ότι το σύνολο των όντων απαρτίζεται από άπειρα στοιχεία, που μεταβάλλονται εις άλληλα. Το Σύμπαν αποτελείται από κενόν μέρος και από πλήρες. Οι κόσμοι γίνονται από σώματα (άτομα), που πέφτουν στο κενό και περιπλέκονται μεταξύ τους… Γίνονται δε οι κόσμοι κατά τον εξής τρόπο: Από τα άπειρα κατά το πλήθος άτομα, πολλά, αποχωρισμένα σε κάποιο μεγάλο κενό χώρο, συνενώνονται, κινούμενα στροβιλοειδώς και διαχωρίζονται τα όμοια αναμεταξύ τους από άλλα όμοια, πάλι αναμεταξύ τους. Επειδή ωστόσο, δεν μπορεί να προκύψει κάποια ισορροπία, εξ’ αιτίας της διαφορετικής μάζας τους, τα μεν λεπτά άτομα κατευθύνονται ως διάττοντες στο κενό που είναι προς τα έξω, τα δε άλλα συνενώνονται και περιπλέκονται, σχηματίζοντας έτσι ένα σφαιροειδές σύστημα… Έτσι έγινε και η Γη, επειδή συγκρατήθηκαν οι μάζες, οι οποίες και κινήθηκαν προς το μέσον. Παράλληλα, η περιβάλλουσα μεμβράνη διαστελλόταν εξ’ αιτίας της εισροής σωμάτων, που έφταναν απ’ έξω. Και η μεμβράνη, εν τω μεταξύ, μετείχε στην στροβιλώδη κίνηση, που παρέσυρε κοντά της τα γειτονικά σώματα, μερικά από τα οποία, συμπλεκόμενα βοήθησαν στον σχηματισμό συστήματος, το οποίο ήταν αρχικά κάθυγρο και πηλώδες, αργότερα όμως τα σώματα αυτά αποξηράνθηκαν, περιφερόμενα μαζί με την συνολική δίνη. Στο τέλος εκπυρόθηκαν και αποσπασμένα δημιούργησαν τα άστρα» (Διογένης Λαέρτιος «Βίοι Φιλοσόφων», βιβλ. 9. 30,2 – 32,11).
Κατά την αρχαίους Έλληνες, ο «κενός» χώρος στην πραγματικότητα δεν είναι κενός, αλλά πλήρης αιθέρος. Και ο αιθήρ αποτελεί κι αυτό στοιχείο της ύλης. Αδιερεύνητο, βεβαίως, και αδιευκρίνιστο σήμερα. Όμως η ύπαρξή του, εκτός από τις τεκμηριωμένες αναφορές στα αρχαία κείμενα, αποδεικνύεται επίσης και από την διάδοση της ηλιακής ενέργειας. Αφού είναι γνωστό ότι η όποια πληροφορία (ενέργεια), είτε είναι θερμική, είτε φωτεινή είτε οτιδήποτε άλλη, διαδίδεται πάντοτε μέσω της ύλης. Το γεγονός και μόνο ότι αυτή η ενέργεια φτάνει μέχρι την Γη, σημαίνει ότι το μέσον διάδοσης, δηλαδή το «κενό» (Αιθέρας) αποτελεί υλικό στοιχείο.
Αυτή η αιθέρια ενέργεια, είναι που έσπρωξε τα στοιχεία της ύλης σ’ εκείνο το «ερωτικό πάντρεμα» που σήμερα καλούμε βαρύτητα ή έλξη. Οι αρχαίοι σοφοί, όμως, έδωσαν σ’ αυτή την δύναμη την ποιητική ονομασία «Έρως», ακριβώς επειδή παρακινεί τα στοιχεία σε σύζευξη.
Ο Πρόκλος διατυπώνει την άποψη ότι, σ’ αυτόν τον Έρωτα οφείλεται η σύνδεση των κοσμικών στοιχείων, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ερωτικό πάθος: «δια γαρ τούτον τον έρωτα πάντα ήρμοσται αλλήλοις, ως εν έρωτι μένη κόσμου στοιχεί θέοντα» (Πρόκλος «Εις Τίμαιον, 36.155,48).
Ετυμολογικά, «σύμπαν» σημαίνει ακριβώς αυτό που περιγράφει: Σύμπαν = το σύνολο της ύλης και του χώρου. Αυτό που περιλαμβάνει το παν. Ακόμα και τον χώρο. Όπως λέει και ο Πλάτων, το σύμπαν είναι τρίπτυχο: «Ον τε και χώραν και γένεσιν» («Τίμαιος», 52 d). Γι’ αυτό και ο Λεύκιππος υποστηρίζει ότι «το τε παν είναι κενόν και πλήρες σωμάτων» (Διογένης Λαέρτιος «Βίοι Φιλοσόφων», βιβλ. 9, 30, 3). Κι αυτό το «πλήρες και το «κενόν» αποτελούν δομικό συμπαντικό χώρο: «Στοιχεία δε λέγει το πλήρες και το κενόν. Κόσμους δε ώδε γίνεσθαι» (Ιππόλυτος «Του κατά πασών αιρέσεων ελέγχου», βιβλ.1 κεφ. 12 1, 3).
Μέσα στα όρια αυτού του συμπαντικού χώρου περιστρέφονται τα χημικά στοιχεία. Μέσα σ’ αυτό τον χώρο συνθέτονται οι γαλαξίες και οι αστερισμοί. Κι αυτή την αλληλεξάρτηση ύλης και χώρου διατρανώνουν όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Γράφει ο Γαληνός για το θέμα:
«Τα μεν, λοιπόν, άτομα, είναι μικρά σωματίδια χωρίς ποιότητα. Το δε κενό δεν είναι παρά ο χώρος, μέσα στον οποίο φέρονται αυτά τα σώματα άνω-κάτω δια παντός του αιώνος, όπου εκείνα είτε περιπλέκονται μεταξύ τους, είτε προσκρούουν το ένα με το άλλο και πάλλονται και διαχωρίζονται και συνθέτονται πάλι μεταξύ τους, αποτέλεσμα του οποίου είναι και η γένεσις όλων των συγκριμάτων (υλικά σώματα), όπως είναι και τα δικά μας σώματα και τα πάθη μας και τα αισθήματά μας» (Γαληνός «Περί των καθ’ Ιπποκράτην στοιχείων», 418, 7-15).
Ο Αριστοτέλης με τον πλέον εμφατικό τρόπο απέδειξε ότι δεν υφίσταται κενός χώρος έξω από τα όρια του σύμπαντος:
«Ο Αριστοτέλης και οι λοιποί της αιρέσεως υποστηρίζουν ότι έξω από τα όρια του κόσμου δεν υπάρχει κενό. Διότι, λένε, το κενό δεν είναι παρά το αγγείο μέσα στο οποίο βρίσκεται το σώμα. Οπότε, όπως δεν υπάρχει κανένα σώμα έξω από τα όρια του κόσμου, ούτε και κενό υπάρχει» (Κλεομήδης «Κυκλικής θεωρίας μετεώρων», 10, 6-9).
Κι πραγματικά! Το σύμπαν δεν μπορεί παρά να είναι ένα, ενιαίο. Και το κυριότερο πλήρες! Το ενδεχόμενο διαστολής του, συνεπάγεται και την προοπτική κατάληψη κι άλλου κενού χώρου, που μέχρι τότε υπήρχε έξω από το όρια του σύμπαντος. Πράγμα άτοπον! Εύστοχα, ο πανάρχαιος Μέλισσος καταρρίπτει την ύπαρξη κενού χώρο:
«Διότι το Ον είναι πλήρες. Γράφει δε γι’ αυτό (ο Μέλισσος): Ούτε κενό υπάρχει. Διότι το κενό ισοδυναμεί με το τίποτα. Και το τίποτα δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε κινείται. Διότι δεν έχει πουθενά να υποχωρήσει, αφού (το Ον) είναι πλήρες. Επειδή, αν υπήρχε κενό, θα κατελάμβανε (το Ον) εκείνο το κενό. Αφού όμως κενό δεν υπάρχει, δεν έχει και που να υποχωρήσει» (Σιμπλίκιος «Εις το Α της Αριστοτέλους φυσικής ακροάσεως υπόμνημα», 9, 80, 6-10).
Αλλά και ο Πλάτων λέει ότι έξω από τα όρια του σύμπαντος δεν μπορεί να υπάρχει ούτε το παραμικρό μέρος ύλης ή ενέργειας:
«Διότι από όλο το πυρ και από όλο το ύδωρ και τον αέρα και από όλη την γη συνέστησε τον κόσμο ο συνιστάς και δεν άφησε έξω (από το σύμπαν) ούτε το παραμικρό μέρος ύλης ή ενέργειας… μ’ αυτήν την αιτία και τον λογισμό συνέστησε από την ολότητα των συστατικών έναν κόσμο μοναδικό, τέλειο, αγέραστο και άνοσο…γι’ αυτό και του έδωσε σχήμα σφαιροειδές και για να υπάρχει ίδια απόσταση από το κέντρο προς οποιοδήποτε σημείο τη περιφερείας, τον ετόρνεψε κυκλοτερή» (Πλάτων «Τίμαιος», 58 a).
Ορίστε, λοιπόν, 2.500 χρόνια πριν εμείς υποπτευθούμε καν την φύση και την σύσταση του σύμπαντος, ο Μέγας Πλάτων, όχι μόνο γνωρίζει το σφαιροειδές σχήμα του, όχι μόνο αντιλαμβάνεται την κοσμική περιστροφική του κίνηση γύρω από τον άξονά του, παρά προχωράει ακόμα παραπέρα και διατυπώνει την θεωρία ότι περιστρέφεται σε δοσμένο και πεπερασμένο χώρο. Ότι, δηλαδή, όλος ο χώρος είναι κατειλημμένος από το σύμπαν και έξω απ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο: «σφίγγει πάντα και κενήν χώραν ουδεμίαν εά λείπεσθαι» (Πλάτων «Τίμαιος», 58 a).
Το ίδιο υποστηρίζουν όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι (Επίκουρος, Δημόκριτος, Λεύκιππος, Ζήνων, Διογένης Λαέρτιος, Γαληνός, Σιμπλίκιος, Μέλισσος κ.α.).
Βλέπουμε, ότι η θεωρία της διαστολής δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθεί πλήρως και να εξηγήσει τις ιδιότητες ενός πεπερασμένου σύμπαντος. Αφού το σύμπαν είναι πεπερασμένο, σημαίνει ότι έχει δοσμένες και συγκεκριμένες διαστάσεις. Όσο υπερμεγέθεις κι αν φαντάζουν αυτές μπροστά στα μάτια μας.
Έτσι, δεχόμενοι την υπόθεση ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται από το κέντρο, καταλήγουμε σε ένα εξωφρενικό συμπέρασμα: ότι, οδηγούμενοι προς την περιφέρεια του συμπαντικού χώρου, σιγά-σιγά όλοι οι γαλαξίες τείνουν να στοιβαχτούν στα όρια του κόσμου.
Η θεωρία του διαστελλόμενου σύμπαντος, όμως, δεν μπορεί να στέκει και για έναν άλλο, βασικότατο λόγο. Όπως έχει διατυπωθεί από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς και όπως τελευταία έχει αποδειχθεί, όλοι οι φυσικοί νόμοι διέπουν το σύμπαν στην ολότητά του. Για παράδειγμα, η δύναμη της βαρύτητας, όπως και της φυγοκέντρου δυνάμεως είναι το ίδιο καθοριστική σε όλα τα μέρη του σύμπαντος κόσμου. Και είναι γνωστό, αυτές οι δύο δυνάμεις αντισταθμίζονται αλλήλων.
Η συνισταμένη της βαρύτητας και της φυγοκέντρου δυνάμεως, είναι αυτή που συγκρατεί τους πλανήτες συμπαγείς. Είναι αυτή που διατηρεί την Γη στην τροχιά της, καθώς και την Σελήνη στην δική της τροχιά. Η Σελήνη δεν απομακρύνεται από την Γη. Ούτε η Γη από τον Ήλιο. Ούτε ο Ήλιος από το δικό του κέντρο περιστροφής. Ακόμα και στον μικρόκοσμο, ούτε το ηλεκτρόνιο δεν απομακρύνεται από τον πυρήνα του ατόμου. Οι αποστάσεις, όλες οι αποστάσεις στο σύμπαν, δεν μπορεί παρά να είναι καθορισμένες και σταθερές. Γι’ αυτό και «των απλανών άστρων τας ανατολάς τε και δύσεις ποιουμένων έκαστον κατά τα αυτά σημεία του ορίζοντος ανατέλλει και δύνει» (Ευκλείδης «Φαινόμενα», 3, 1-3).
Γιατί αυτοί οι βασικοί νόμοι να μην ισχύουν και για τους Γαλαξίες; Γιατί αυτοί να απομακρύνονται από το γαλαξιακό σμήνος στο οποίο αναφέρονται. Με ποια λογική, λοιπόν, δεχόμαστε ότι το σύμπαν διαστέλλεται;
Τώρα, αν κατά τους αρχαίους Έλληνες, το σύμπαν είναι ενιαίο, ή περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του κι αυτή είναι η μοναδική διαπιστωμένη κίνησή του («Και οι απλανείς αστέρες ισόχρονοί εισιν αλλήλων και οι κύκλοι αυτών ίσοι. Ταύτην ερούμεν την αιτίαν, διότι ο κόσμος στρέφεται περί δύο πόλους» (Εύδοξος «Αστρονομικά», 16,15-20)), ή αν δεν υπάρχει κενός χώρος έξω από τα όριά του, για να τον καταλάβει διαστελλόμενο, κατά τους σύγχρονους αστρονόμους αποτελούν λανθασμένες διαπιστώσεις των τεχνολογικά «πρωτόγονων» αρχαίων Ελλήνων.
Έστω, όμως! Ας δεχθούμε κι εμείς ότι οι φασματικές μετρήσεις όντως διαπιστώνουν την προοπτική απομάκρυνση των γαλαξιών. Αυτό τι σημαίνει; Ότι το σύμπαν διαστέλλεται; Όχι βέβαια! Απλώς, οι γαλαξίες δείχνουν ότι απομακρύνονται επειδή τυχαίνει, διανύοντας ο καθ’ ένας την δική του ελλειπτική πορεία γύρω από το κέντρο αναφοράς του, να κατευθύνεται προς το ζενίθ του κύκλου του. Τίποτα λιγότερο. Τίποτα περισσότερο!

-----------------------------------------------

Πάμε τώρα στο …δεύτερο «επεισόδιο» από το βιβλίο μου «Αστρονομία μία επιστήμη Ελληνική», γιατί βάλθηκα να σας κάνω υπερήφανους για τους προγόνους μας…

ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ ΔΥΝΑΜΗ

«Η θάλασσα, ο ουρανός και η γη, πρώτα υπήρχαν όλα μαζί σε μια αδιαχώριστη μορφή. Μετά, εξ αιτίας του καταστροφικού Νείκους* διαχωρίστηκαν. Από τότε έμειναν για πάντα σταθερά σημάδια στον ουρανό οι δρόμοι των άστρων, της σελήνης και του ηλίου» (Απολλώνιος ο Ρόδιος «Αργοναυτικά», βιβλ. 1, στ. 496-500).
*νείκος σημαίνει αντιπαλότητα, έρις, μάλλωμα. Εξ ου και παραγόμενη λέξη «φιλονεικία».

Στο ως άνω απόσπασμα του, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος θεωρεί σαν υπεύθυνο για τον διαχωρισμό των χημικών στοιχείων, το «καταστροφικό Νείκος». Ας δούμε, λοιπόν! Τι ακριβώς υποδηλώνει αυτό το Νείκος; Και ποια συμπαντική δύναμη αντιπροσωπεύει;
Εκείνος που κυρίως πραγματεύτηκε το Νείκος σαν έννοια κι σαν φυσική δύναμη ήταν ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (495-435 π.Χ.). Ο κορμός της φιλοσοφικής του σκέψης εστιάζεται σε δύο αντίθετες συμπαντικές δυνάμεις, η συνέργεια των οποίων δημιουργεί και αναμορφώνει τα τέσσερα βασικά στοιχεία της ύλης (πυρ, γη, ύδωρ και αήρ):
«Ο Εμπεδοκλής λέει ότι αρχή όλων είναι τα τέσσερα στοιχεία. Και το μεν πυρ καλεί Δία και αιθέρα, την δε γη Ήρα, τον δε αέρα Αϊδωνέα, το δε ύδωρ Νήστη. Οι δε δυνάμεις που επενεργούν σ’ αυτά, είναι το Νείκος (φυγόκεντρος δύναμη) και η Φιλία (βαρύτητα). Το Νείκος φέρνει την διάλυση και η Φιλία την σύζευξη» (Αχιλλεύς Τάτιος «Περί του παντός», 3, 13-18).
Ο Εμπεδοκλής, λοιπόν, ονομάζει την δύναμη της έλξεως «Φιλία» ή «Φιλότητα» και την φυγόκεντρο δύναμη «Νείκος». Αυτές οι δύο βασικές δυνάμεις αντιμάχονται και αλληλεπιδρούν μέσα στο «ΣΦΑΙΡΟΝ» (Σύμπαν), με αποτέλεσμα την περιοδική κίνηση όλων των συστατικών στοιχείων του. Αντιλαμβάνεται την περιστροφική τάση των κόσμων σαν αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης αυτών των δύο αντιθέτων δυνάμεων, η σύνθεση των οποίων παράγει ακατάπαυστα μέσα στο σύμπαν «μεταβολάς και ματακοσμήσεις» (Εμπεδοκλής «Περί φύσεως», 115, 14).
Η κοσμογονία του δεν διαφέρει καθόλου από τις σύγχρονες αντιλήψεις. Ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, οι σύγχρονες αντιλήψεις αναφορικά με την δημιουργία των άστρων πηγάζουν κατευθείαν από τις διδασκαλίες του Εμπεδοκλέους. Αρχικά, λέει ο Ακραγαντίνος αστρονόμος, υπήρχε το «Εν», ή αλλιώς, το «σφαίρον», το οποίο κάποια στιγμή διασπάστηκε. Αμέσως μετά την διάσπαση («Μεγάλη Έκρηξη»), δημιουργήθηκαν εκείνες οι δύο αντίθετες δυνάμεις. Από την μια η «Φιλότης» προσπαθεί να συγκρατήσει τα διασπασθέντα χημικά στοιχεία (τα ονομάζει «Ριζώματα») στα αρχικά όρια του «σφαίρου» και από την άλλη, το «Νείκος» τείνει στην παραπέρα διάσπαση του «Σφαίρου», σπρώχνοντας τα «Ριζώματα» από το κέντρο προς την περιφέρεια. Αποτέλεσμα αυτών των αντιθέτων δυνάμεων, προκλήθηκαν στροβιλοειδείς κινήσεις (οι «Δίνες»), που άρχισαν να παρασύρουν τα «Ριζώματα» στις περιστροφές τους: «επεί Νείκος μεν ενέρτατον ίκετο βένθος δίνης, εν δε μέσηι Φιλότης στροφάλιγγι γένηται» (Εμπεδοκλής «Περί φύσεως», 35, 20-21).
Εκείνες, λοιπόν, οι στροβιλοειδείς κινήσεις των «Ριζωμάτων», προκάλεσαν τον σχηματισμό των ουρανίων σωμάτων. Αποτέλεσμα εκείνου του κοσμικού γίγνεσθαι είναι και ο σχηματισμός του Ηλίου, της Σελήνης και των πλανητών, καθώς κι αυτών ακόμα των θνητών μας σωμάτων.
Το κοσμικό σχέδιο του Εμπεδοκλέους, ορίζει μια αδιάκοπη «σύγκρουση» αυτών των δύο αντιθέτων δυνάμεων (Φιλότης και Νείκος), από την οποία σύγκρουση δημιουργούνται και φθείρονται οι κόσμοι. Το μεν Νείκος είναι υπεύθυνο για την διάσπαση του «Σφαίρου», συνέπεια της οποίας είναι και η δημιουργία των κόσμων, ενώ η Φιλία από την άλλη, επιχειρεί να καταστρέψει αυτούς τους κόσμους, έλκοντας και συνενώνοντας πάλι τα εξατομικευμένα υπό του Νείκους συστατικά στοιχεία τους:
«Όπως λέει ο Εμπεδοκλής, όταν μετά το Νείκος επικρατήσει η Φιλία, συνενώνει τα πάντα σε ένα και φθείρει τον κόσμο του Νείκους, δημιουργώντας απ’ αυτόν τον Σφαίρον. Μετά πάλι, έρχεται το Νείκος και διαχωρίζει ξανά τα στοιχεία και δημιουργεί πάλι αυτό τον κόσμο» (Σιμπλίκιος «Εις το Α των Αριστοτέλους περί ουρανού», 293. 20-23).
Η ίδια αυτή σύγκρουση των δύο αντιθέτων κοσμικών δυνάμεων, είναι συνάμα υπεύθυνη και για την περιστροφική κίνηση του κόσμου σε όλα του τα επίπεδα. Τόσο οι Αστέρες, που ελίσσονται γύρω από το γαλαξιακό κέντρο, όσο και οι πλανήτες που επίσης περιφέρονται γύρω από τους Αστέρες, οφείλουν αυτή την κίνησή τους ακριβώς στην διάσταση Φιλίας-Νείκους:
«Τουτέστιν, πως γίνεται και σ’ αυτή την διακόσμηση του σύμπαντος, τα υλικά σώματα να μην είναι (εσαεί) χωρισμένα και διακεκριμένα; Ποια είναι η αιτία της περιστροφικής κίνησης και της διατήρησής τους προς το μέσον; Αφού η δύναμη της Φιλίας (έλξη) τα τραβά προς το κέντρο, τότε ποια είναι η αιτία που η γη διατηρείται σ’ αυτή την (τροχιακή) θέση; Διότι, εάν δεν υπήρχε η περιστροφική κίνηση, τα στοιχεία δεν θα μπορούσαν να σταθούν, αφού επενεργεί σ’ αυτά το Νείκος (φυγόκεντρος δύναμη) που τα ωθεί στον διαχωρισμό… Διότι λόγω του Νείκους παραμένουν τα στοιχεία σ’ αυτή την τροχιακή θέση που κατέχουν σήμερα και διαγράφουν την περιστροφική τους κίνηση στον αέρα, για τον οποίο (τον αέρα), λένε, ότι πρώτος εκείνος άρχισε να κινείται κυκλικά» (Σιμπλίκιος «Εις το Α των Αριστοτέλους περί ουρανού», 528. 16-24).
Η ίδια δύναμη επενεργεί, σε όλο το φάσμα της κοσμικής πραγματικότητας και, βεβαίως, αναφέρεται σ’ ολόκληρο το σύμπαν και σε όλα του τα επίπεδα. Δηλαδή, με τον ίδιο τρόπο που οι πλανήτες και οι Αστέρες κινούνται περιστροφικά, έτσι ακριβώς λειτουργεί το σύμπαν και σε μικροκοσμικό επίπεδο. Αφού και τα ηλεκτρόνια διαγράφουν την ίδια περιστροφική κίνηση γύρω από τον πυρήνα του ατόμου. Οι ίδιοι κοσμικοί νόμοι ισχύουν και στον μακρόκοσμο και στον μικρόκοσμο. Μόνο τα μεγέθη αλλάζουν. Κι όπως λέει ο Εμπεδοκλής, αυτοί οι απαράβατοι νόμοι που καθορίζονται ακριβώς από την αντιπαλότητα Φιλίας-Νείκους, είναι εκείνοι που κατακερματίζουν το ενιαίο του κόσμου και δημιουργούν τις αναρίθμητες μορφές της ύλης:
«Επιδρά δε σ’ αυτά (τα χημικά στοιχεία) η Φιλία και βάσει αυτής της δύναμης ο κόσμος νοείται άφθαρτος και αιώνιος, διότι η ουσία και ο κόσμος είναι ένα. Αυτόν δε τον ενιαίο κόσμο έρχεται το Νείκος να τον διασπάσει, να τον διαφοροποιήσει και να τον διαιρέσει σε πολλά μέρη, για να φτιάξει τον (υλικό) κόσμο. Διότι, όπως η μυριάδα διαιρείται αριθμητικώς σε χιλιάδες, εκατοντάδες και δεκάδες κι όπως η δραχμή κατακερματίζεται σε οβολούς και μικρούς κορδάντες, έτσι και το Νείκος, λένε, ότι τέμνει την (ενιαία) ουσία του κόσμου σε ζώα, φυτά, μέταλλα και όλα τα παραπλήσια. Υπ’ αυτού του πρίσματος, δημιουργός της γενέσεως των πάντων είναι το Νείκος» (Ιππόλυτος «Του κατά πασών αιρέσεων ελέγχου», βιβλ.6 κεφ. 25. 2,1-6).
Έτσι, κατά τον Εμπεδοκλή, βασικό αίτιο της δημιουργίας είναι το «Νείκος το ολέθριο», όπως το αποκαλεί, ενώ αντιθέτως η Φιλία παρομοιάζεται σαν «ειρήνη, ομόνοια και στοργή», αφού κύριο μέλημά της είναι η αποκατάσταση του κατακερματισμένου κόσμου στην προγενέστερη ενιαία φύση του:
«Η μεν δύναμη της Φιλίας είναι σαν την ειρήνη, την ομόνοια και την στοργή, που διατηρεί ενιαίο τον κόσμο και τέλειο. Το δε Νείκος αεί διασπά το ένα και το κατακερματίζει και δημιουργεί πολλά από το ένα. Είναι, λοιπόν, το Νείκος αίτιον της κτίσεως του σύμπαντος… Και είναι όλων των γεγονότων της γενέσεως δημιουργός και ποιητής το Νείκος το ολέθριον, ενώ η Φιλία είναι εκείνη που αναστέλλει την διαστολή και την μεταβολή του κόσμου και τον ωθεί να αποκατασταθεί πάλι σε μια ενιαία φύση» (Ιππόλυτος «Του κατά πασών αιρέσεων ελέγχου», βιβλ.7 κεφ. 29. 8-10).
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος διαψεύδει πανηγυρικά τους σύγχρονους αστροφυσικούς και την αστεία θεωρία τους ότι το σύμπαν, τάχα, διαστέλλεται. Μπορεί να έχει σαφείς τάσεις διαστολής, λόγω Νείκους, όμως αυτή η τάση αντισταθμίζεται από την ακριβώς αντίθετη δύναμη της Φιλότητος. Το Σύμπαν, λοιπόν, δεν διαστέλλεται. Απλώς περιστρέφεται!
Το άλλο στοιχείο που μας δίνει, είναι ότι δημιουργός και ποιητής του κόσμου είναι ακριβώς αυτό το Νείκος, το οποίο μάλιστα αποκαλεί «ολέθριο» (ο Απολλώνιος ο Ρόδιος το ονομάζει «ολοοίον»=καταστροφικό), επιβεβαιώνοντας και τον Ηράκλειτο με το «πατήρ πάντων πόλεμος», όπως και τον ισχυρισμό του ότι, από τον θάνατο της γης γεννιέται το ύδωρ, από τον θάνατο του ύδατος γεννιέται ο αέρας και από τον θάνατο του αέρα γίνεται το πυρ: «ότι γης θάνατος ύδωρ γενέσθαι και ύδατος θάνατος αέρα γενέσθαι και αέρος πυρ και έμπαλιν» Μάρκος Αυρήλιος «Τα εις εαυτόν», βιβλ. 4, 46, 1).
Αυτό ακριβώς λέει και ο Εμπεδοκλής:
«Το πυρ και το ύδωρ και η γη και ο αήρ πεθαίνουν και αναγεννιούνται. Διότι, όταν πεθάνουν αυτά που έγιναν από το Νείκος, τα παραλαμβάνει μετά η Φιλία η οποία τα προσάγει, τα προσθέτει και τα συνενώνει στην συμπαντική ουσία, για να διατηρείται το σύμπαν ενιαίο. Κι αυτό, επειδή η Φιλία έχει την τάση να διατηρεί δια παντός τον κόσμο μονότροπο και μονοειδή. Όταν δε η φιλία από τα πολλά ποιήσει το ένα και τα σπασμένα κομμάτια τα προσοικοδομεί στο ενιαίο, πάλι το Νείκος από του ενός αποσπά και ποιεί τα πολλά, τουτέστιν το πυρ, το ύδωρ, την γη και τον αέρα, καθώς και τα εκ τούτων γεννόμενα ζώα και φυτά και όσα μέρη του κόσμου κατανοούμε» (Ιππόλυτος «Του κατά πασών αιρέσεων ελέγχου», βιβλ.7 κεφ. 29. 10-13).
Όλα αυτά, στα μάτια των αδαών και απολίτιστων Ευρωπαίων του Μεσαίωνα, φάνταζαν αστειότητες και παιδιάστικες μυθοπλασίες των ευφάνταστων Ελλήνων. Ακόμα και σήμερα κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά το ενδεχόμενο μετάστασης του Αέρα σε Ύδωρ ή σε Γη. Κι όμως, οι φοιτητές Φυσικής και Χημείας σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του κόσμου, διδάσκονται ότι ο αέρας όντως υγροποιείται στους 192ο βαθμούς και στερεοποιείται στους 219ο, όπου και παίρνει μια μορφή που μοιάζει με πάγο.
Ο Ακραγαντίνος σοφός είχε απόλυτο δίκαιο, όταν επέμενε στην μετάσταση των χημικών στοιχείων από το ένα στο άλλο. Είχε δίκαιο ακόμα, ότι όλες οι μορφές της ύλης αποτελούν αποτέλεσμα και παραλλαγές αυτών των μεταλλαγών. Όπως, επίσης, είχε δίκαιο για την ύπαρξη των δύο βασικών δυνάμεων του σύμπαντος (βαρύτητα και φυγόκεντρος δύναμη). Κι ας λένε όλες οι εγκυκλοπαίδειες ότι εκείνος που πρώτος θέσπισε τους νόμους της βαρύτητος είναι ο Νεύτων.
Στην πραγματικότητα, όμως, επίγνωση γι’ αυτές τις δύο αντίθετες δυνάμεις είχαν όλοι οι Φυσικοί επιστήμονες της αρχαιότητος. Ο Αναξαγόρας, για παράδειγμα, όχι μόνο γνωρίζει την δύναμη της βαρύτητας (που κακώς αποδίδεται στον Νεύτωνα), αλλά επί πλέον, γνωρίζει και την φυγόκεντρο δύναμη, την οποία, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πρώτος εκείνος εισηγήθηκε. Διότι, αιτιολογεί ο Αναξαγόρας, αν δεν υπήρχε κατά την τροχιά των πλανητών εκείνη η τάση διαφυγής, τότε η δύναμη της βαρύτητας θα τραβούσε κάθε περιφερόμενο σώμα προς το κέντρο. Τα ουράνια σώματα, όμως συνεχίζουν ακάθεκτα την κυκλική τους πορεία περί του κέντρου που τα έλκει, διότι:
«Έλκονται δε από την δύναμη (της βαρύτητας) και σφίγγονται από την δίνη και τον τόνο λόγω της περιφοράς (φυγόκεντρος δύναμη), όπως αυτό συνέβη από την πρώτη στιγμή, όταν συγκρατήθηκαν και δεν έπεσαν προς τα εδώ τότε που διαχωρίζονταν στο σύμπαν τα ψυχρά και τα βαρέα» (Πλούταρχος «Λύσανδρος», 12, 2, 8-12).

Σήμερα πια είναι πλήρως επιβεβαιωμένο. Τα πάντα στο σύμπαν καθορίζονται απ’ αυτές τις δύο βασικές δυνάμεις: Την έλξη και την φυγόκεντρο δύναμη. Ή, κατά την αρχαιοελληνική ορολογία, την Φιλότητα και το Νείκος!

=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου