Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Ουίλιαμ Μάλλινσον, Χαράλαμπος Τσιτσόπουλος: Μη σκεπτόμενες δεξαμενές σκέψης και μοδάτοι ακαδημαϊκοί [Το ΕΛΙΑΜΕΠ αποτελεί συχνά πρόσφορη πλατφόρμα προπαγάνδας - Επίσης μια αντίστοιχα υποτακτική στάση]


Γράφουν οι Ουίλιαμ Μάλλινσον και Χαράλαμπος Τσιτσόπουλος

Μια διαμάχη ταλανίζει το πεδίο των Διεθνών Σχέσεων εκ καταβολών του και μάλιστα με αμείωτη ένταση. 

Η διαμάχη αυτή έχει, ως επί το πλείστον, λάβει τη μορφή μιας αντιπαράθεσης μεταξύ εκείνων που τονίζουν τη σημασία της ισχύος ως πρωταρχικού στοιχείου των σχέσεων μεταξύ κρατών (οι Ρεαλιστές) κι εκείνων που θεωρούν τη θεσμική συνεργασία ή/και τις ιδέες ως καταλληλότερο εφαλτήριο για την κατανόηση των διακρατικών σχέσεων (οι Ιδεαλιστές ή οι Λειτουργιστές). 

Είναι μάλλον αναμφίλεκτο ότι κι οι δύο παραπάνω σχολές προσφέρουν σημαντικά εργαλεία κατανόησης. 

Εν τούτοις, μια καινοφανής εξέλιξη έχει λάβει χώρα στους περισσότερους δυτικούς ακαδημαϊκούς κύκλους, η απαρχή της οποίας συμπίπτει με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου:

 ολοφάνερες πραγματικότητες που απηχούν την άνιση κατανομή της ισχύος, τις αποκλίνουσες φιλοδοξίες των κρατών και τον τρόπο με τον οποίο οι τελευταίες προωθούνται, αποσιωπώνται σχεδόν καθολικά ως διανοητικά άβολες, επ’ωφελεία βολικών και διανοητικά οκνηρών προσεγγίσεων που προσιδιάζουν περισσότερο στο ευκταίο κι αποφεύγουν την ανάλυση που εδράζεται σε διανοητική ενδελέχεια. 

Υπομόχλια της παραπάνω εξέλιξης έχουν υπάρξει οι λεγόμενες ‘δεξαμενές σκέψης’, οι περισσότερες εκ των οποίων προβαίνουν σε συστάσεις πολιτικής  και ‘θετικές ατζέντες’. 

Οι ίδιες είναι εν γένει περισσότερο ορατές -και με περισσότερη πρόσβαση στα υψηλά κλιμάκια της πολιτικής- από τους συνήθως πιο ανεξάρτητους και σχολαστικούς ακαδημαϊκούς τους ομολόγους.

Θεωρητικά, οι ‘δεξαμενές σκέψης’ προορίζονται να είναι ανεξάρτητες και να προωθούν την ελευθερία της έκφρασης. 

Το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) διεκδικεί τον τίτλο ‘ενός ανεξάρτητου, μη-κερδοσκοπικού οργανισμού παραγωγής έρευνας, ιδεών και προτάσεων πολιτικής, που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1988.’ Σκοπός του είναι ‘να τροφοδοτεί τη δημόσια σφαίρα με επιστημονικά τεκμηριωμένες έρευνες, μελέτες, αναλύσεις και προτάσεις πολιτικής, και να προσφέρει μια διαρκή, ανοιχτή πλατφόρμα δημόσιου διαλόγου για τα σημαντικά ζητήματα που εντάσσονται στους τομείς των ενδιαφερόντων του.’ 

Περίπου η μισή χρηματοδότησή του προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ένα τρίτο από τον Ελληνικό και ξένο ιδιωτικό τομέα και το υπόλοιπο από Ελληνικά ιδιωτικά ιδρύματα, πρεσβείες και το ΝΑΤΟ. 

Αποτελεί συχνά χρήσιμο σκαλοπάτι για την προβολή νέων ακαδημαϊκών που ασχολούνται με τις διεθνείς σχέσεις. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ο Αθανάσιος Ντόκος, ο οποίος αναρριχήθηκε μέσω του ΕΛΙΑΜΕΠ και αφότου διετέλεσε Γενικός Διευθυντής του είναι πια Σύμβουλoς Εθνικής Ασφαλείας του Έλληνα Πρωθυπουργού. 

Τα αξιοσέβαστα -και εμπνέοντα τρόμο στους διεφθαρμένους κύκλους – Wikileaks αποκάλυψαν πρόσφατα ότι το 2010, ο Ντόκος, ως Γενικός Διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ, απέστειλε με προσωπική ιδιότητα ένα ως τότε αδημοσίευτο κείμενο εργασίας του ιδρύματος σχετικό με την τουρκική εξωτερική πολιτική, στην Τουρκική Πρεσβεία στις Βρυξέλλες. 

Συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ο Ιωάννης Γρηγοριάδης, ο οποίος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μπιλκέντ της Άγκυρας. 

Τι ήταν τόσο σημαντικό που επέβαλε την αποστολή πριν τη δημοσίευση, προσφέροντας έτσι στην Τουρκική Πρεσβεία ένα άδικο πλεονέκτημα;

Τα συμπεράσματα του κειμένου κι οι συστάσεις πολιτικής του εξηγούν πολλά: ‘η Τουρκική εξωτερική πολιτική πρέπει να δώσει νέα ώθηση στη διαδικασία ένταξης της Τουρκίας, η οποία από το 2005 έχει κάνει βήματα προς τα πίσω. 

Η παραπάνω διαδικασία θα μπορούσε να συμβάλει στην επίλυση τις σημαντικές εσωτερικές διαμάχες της Τουρκίας, δηλαδή το κουρδικό ζήτημα και τη διαμάχη ισλαμιστών και κοσμικών. 

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε ιδανική θέση να διευκολύνει αυτήν τη διαδικασία, η ένταξη της Τουρκίας καθίσταται ζωτικής σημασίας και δε μπορεί να αντιμετωπιστεί απλά ως μία από τις στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας. 

Οι ευρωπαϊκές αρχές θα πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι οι τουρκικές φιλοδοξίες για ηγετικό περιφερειακό και παγκόσμιο ρόλο δεν είναι ασύμβατες με την ένταξη στην ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία συγκλίνει πλήρως με τα κριτήρια ένταξης της πρώτης. 

Στην πραγματικότητα, μια Τουρκία που απολαύει αναβαθμισμένης στρατηγικής θέσης και εγκάρδιων σχέσεων με τους γείτονές της στη Μέση Ανατολή θα αποτελέσει ελκυστικότερο μέλος της ΕΕ και πλεονέκτημα για τον ευρωπαϊκό στρατηγικό σχεδιασμό.’ 

Τα παραπάνω βρίσκονται σε αντιστοιχία με την πολιτική των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και του ΝΑΤΟ, σίγουρα όμως όχι με της Γαλλίας, για παράδειγμα, της οποίας ο αποθανών Πρόεδρος Ζισκάρ ντ’Εσταίν είπε κάποτε ότι πιθανή ένταξη της Τουρκίας θα σηματοδοτούσε το τέλος της Ένωσης, χρησιμοποιώντας παρόμοια επιχειρήματα με αυτό του Βρετανού Πρέσβη στην Τουρκία, το 1977: ‘αν εξαιρέσουμε την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την ακτή του Αιγαίου, η Τουρκία ανήκει περισσότερο στην Εγγύς Ανατολή και την Ασία παρά στην Ευρώπη.

 Όχι μόνο γεωγραφικά, με 97% της επικράτειάς της στην Ασία, αλλά και με όρους ιδιοσυγκρασίας. […] Ίσως η ηθελημένη καλλιέργεια μιας δυτικής προοπτικής, με ό,τι συνεπάγεται αυτή για το σύστημα εκπαίδευσης, να έχει οδηγήσει τους κυρίαρχους πολιτικούς, πνευματικούς και οικονομικούς κύκλους να θεωρούν τους εαυτούς τους πραγματικά Ευρωπαίους και την Τουρκία εν γένει δυτική. […] Δεν υπάρχει, εν τούτοις, αυτονόητος λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι θα πρέπει να επιμένουν τόσο για την ευρωπαϊκή τους σύνδεση. […]’ Όσο πιο πολύ αλλάζουν τα πράγματα, τόσο πιο πολύ μένουν τα ίδια!

Φυσικά, η Ελλάδα δεν τολμάει να υιοθετήσει τη γραμμή Μακρόν, ίσως και κατανοητά, αφού η ιδιότητά της ως μέλους του ΝΑΤΟ θεωρητικά την προστατεύει από το φαντασιακό εχθρό του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, αν και όχι από το άλλο μέλος του, την Τουρκία, με όλες τις απειλές της και τους λεονταρισμούς της, την εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινότητας στην Τουρκία τη δεκαετία του ’60, την παράνομη κατοχή της Κύπρου, την αμφισβήτηση μερών της ελληνικής επικράτειας, την κρίση στα Ίμια κλπ. 

Διαδοχικές εθελόδουλες ελληνικές κυβερνήσεις υποστηρίζουν, εν τούτοις, την αμερικανική και βρετανική εμμονή με την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη. 

Το ΕΛΙΑΜΕΠ υιοθετεί επίσης μια αντίστοιχα υποτακτική στάση. 

Ως θέμα αρχής δεν υπάρχει, φυσικά, τίποτα κακό με την προσπάθεια για στενότερη ευρω-τουρκική συνεργασία. 

Δεδομένου, όμως, του εφ’όλης της ύλης και στην καλύτερη περίπτωση γενικόλογου και αμφίσημου χαρακτήρα των συστάσεων του κειμένου του καθηγητή Γρηγοριάδη, εγείρονται συγκεκριμένα ερωτήματα: 

α) πώς μπορούν οι περιφερειακές και παγκόσμιες φιλοδοξίες της Τουρκίας να είναι συμβατές με ένταξη στην ΕΕ, αφού ο δρόμος προς την γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας (δηλαδή η μεταμόρφωση της τελευταίας σε ναυτική δύναμη) περνάει -και πάντα περνούσε- μέσα από το γεωπολιτικό ακρωτηριασμό δύο κρατών-μελών της ΕΕ? Οι δύο συγγραφείς του ΕΛΙΑΜΕΠ θα πρέπει να γνώριζαν ότι, την εποχή εκείνη, η κατοχή της Κύπρου και το casus belli εναντίον της Ελλάδας, σε περίπτωση που η τελευταία επεξέτεινε νόμιμα τα χωρικά της ύδατα, βρίσκονταν σε πλήρη ισχύ και δεν έδειχναν να υποχωρούν στο ελάχιστο, 

β) τι συνεπάγεται ακριβώς ο ‘ευρωπαϊκός στρατηγικός σχεδιασμός’ στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής; Θα μπορούσαν οι επίμονες νέο-φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που η ΕΕ προωθούσε στη Συρία εκείνη την εποχή να θεωρηθούν δείγμα μιας καλά καταρτισμένης στρατηγικής; Ή μήπως η ΕΕ είχε αναπτύξει κάποιο ‘στρατηγικό σχεδιασμό’ για το Ιράκ, το οποίο τότε δεινοπαθούσε υπό ξένη κατοχή; 

Ταυτίζονταν η στάση της Γερμανίας και της Γαλλίας αναφορικά με μια πιθανή τουρκική ένταξη στην ΕΕ σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί τον όρο ‘ευρωπαϊκός στρατηγικός σχεδιασμός’; 

Και τι συνεπάγεται για την πνευματική διαύγεια και ακαδημαϊκή εγκυρότητα των εν λόγω ακαδημαϊκών, το γεγονός ότι έχουν για τόσο καιρό οικοδoμήσει επιστημολογικά επιχειρήματα στη βάση μιας ιδέας που με το ζόρι δικαιολογεί την ύπαρξή της; 

Οι ερωτήσεις μοιάζουν να απαντώνται μόνες τους. 

Πέρα από τα συμπεράσματα του κειμένου εργασίας, το τελευταίο παραθέτει τα λόγια του τότε τούρκου ΥΠΕΞ Αχμέτ Νταβούτογλου: ‘μέχρι την επέτειο των 100 χρόνων από την εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923, οραματίζομαι μια Τουρκία που θα είναι πλήρες μέλος της ΕΕ, αφού θα πληροί όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, θα ζει σε πλήρη αρμονία με τους γείτονές της, ενταγμένη στις γειτονικές ζώνες σε όρους οικονομίας και οράματος κοινής ασφάλειας, θα είναι αποτελεσματικός παράγοντας στη διαμόρφωση περιφερειακών τάξεων όπου έγκεινται τα εθνικά συμφέροντά μας και θα είναι ενεργή σε όλα τα παγκόσμια ζητήματα, καθώς και μία από τις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.’

Τα παραπάνω αποτελούσαν, φυσικά, όνειρα θερινής νυκτός. Θα ακούγονταν, εν τούτοις, ευχάριστα στην τουρκική κυβέρνηση.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΛΙΑΜΕΠ περιλαμβάνει τον Αλέξη Παπαχελά, που είναι επίσης Διευθυντής της Καθημερινής, γνωστό απολογητή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Μακρόν, ο οποίος έχει αποκαλέσει το τελευταίο ‘εγκεφαλικά νεκρό’. 

Το ΕΛΙΑΜΕΠ αντιπροσωπεύει, με τρόπο αταβιστικό, αυτούς που υποστήριξαν των Τσώρτσιλ και το Στρατηγό Σκόμπι: είναι τα αντι-Ρωσικά τέκνα του Ψυχρού Πολέμου ενδεδυμένα μετριοπαθή αμφίεση, που προσπαθούν σκληρά να τα έχουν καλά με τις πρεσβείες της Αμερικής και της Βρετανίας. 

Καταρτισμένοι στις δημόσιες σχέσεις, υποβαθμίζουν τις επικρίσεις εναντίον των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.

Το ΕΛΙΑΜΕΠ αποτελεί συχνά πρόσφορη πλατφόρμα προπαγάνδας. 

Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 1999, ο πρώην Βρετανός ΥΠΕΞ Ντέιβιντ Όουεν, χορηγούμενος από την Τριμερή Επιτροπή, χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να εξηγήσει σε ένα κοινό γοητευμένων Ελλήνων φοιτητών Διεθνών Σχέσεων, διπλωματών, ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων γιατί ήταν απαραίτητο να βομβαρδιστεί η Γιουγκοσλαβία. 

Του συνεδρίου προήδρευσε ο Βρετανός Πρέσβης, Ντέιβιντ Μάντεν, ο οποίος, τρία χρόνια αργότερα, λίγο πριν την παράνομη επίθεση στο Ιράκ, εξηγούσε σε ένα κοινό φοιτητών στο New York College, πώς ‘εμείς, οι δυνάμεις του καλού’, πρέπει να επέμβουμε, υποβαθμίζοντας έτσι τον εαυτό του σε ένα απλό όργανο προπαγάνδας, όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ χρησιμεύει ως φερέφωνο του ΝΑΤΟ για τους απείθαρχους Έλληνες. 

Το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Τουρκική πρεσβεία θα μπορούσε να είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου. 

Ποιος γνωρίζει τι άλλες αδιακρισίες μπορεί να έχουν λάβει χώρα; Και ακόμα πιο ανησυχητικά, πώς θα μπορούσε τώρα ο Ντόκος να διαχειρίζεται απόρρητα κρατικά έγγραφα;

Ο Γιώργος Παγουλάτος, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει πλέον αντικαταστήσει το Ντόκο. 

Ελπίζει κανείς ότι υπό την επίβλεψη του, το ΕΛΙΑΜΕΠ θα παροτρύνει την ελεύθερη και υπεύθυνη αντιπαράθεση ιδεών και θα γίνει ακαδημαϊκά πιο σχολαστικό, εάν βέβαια επιθυμεί να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη αντί να αποτελεί φερέφωνο του ΝΑΤΟ ή καταφύγιο και σκαλοπάτι για πολιτικά ένθετους ακαδημαϊκούς. 

Στη μακρά παράδοση της σκέψης για τις διακρατικές σχέσεις, η κληρονομιά του Ε.Χ. Καρρ ξεχωρίζει ακόμα ως μία δέουσα προειδοποίηση για το τι έπεται της πλήρους κατίσχυσης της ικανότητας να σκέφτεται κανείς πραγματιστικά από τις σκέψεις περί ευκταίου. 

Πρόσφατα, ο Philip Cunliffe του Πανεπιστημίου του Κεντ έχει εργαστεί στην ίδια κατεύθυνση με τον Καρρ, αποκαλώντας τη βιομηχανία των Διεθνών Σχέσεων τα τελευταία 20 χρόνια ‘Νέα Εικοσαετή Κρίση.’ 

Μπορεί κανείς μόνο να ελπίζει ότι οι επαΐοντες των διεθνών πραγμάτων θα ακολουθήσουν το παράδειγμα του και θα προβούν σε μια, εδώ και καιρό απαραίτητη, σημαντική αλλαγή πλεύσης.

Ουίλιαμ Μάλλινσον, Καθηγητής Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών, Πανεπιστήμιο Guglielmo Marconi, Ρώμη. Χαράλαμπος Τσιτσόπουλος, Υποψήφιος Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο “L’Orientale”, Νάπολι.

===================== 
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To μπλόκ " Στοχσμός-Πολιτική" είναι υπεύθυνο μόνο για τα δικά του σχόλια κι όχι για αυτά των αναγνωστών του...Eπίσης δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχεται από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.