Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Το (προ)τελευταίο ποίημα του Κώστα Βάρναλη: "Τα Μουνάκια"

Το σημείωμα που ακολουθεί, το έγραψε στην ιντερνετική λίστα συζήτησης Hellas, στην οποία συμμετείχαν κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) Έλληνες φοιτητές και μεταπτυχιακοί σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, ο φίλος Τάκης Παπαλεονάρδος, Αιγινήτης, σήμερα καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Οχάιο. Με αυτό αποκαλύπτεται ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη, που το έγραψε ο ποιητής λίγους μήνες πριν πεθάνει.
Το αναδημοσιεύω εδώ, με την άδεια του Τάκη Παπαλεονάρδου. Φυσικά το μεταγράφω σε κανονικά ελληνικά, διότι η λίστα Hellas, τόσο τον καιρό εκείνο (1994) όσο και πιθανότατα σήμερα μένει πιστή στα greeklish, τα ελληνικά που είναι γραμμένα με λατινικό αλφάβητο.
Το άρθρο που ακολουθεί το είχα δημοσιεύσει στα τέλη του 2007 στον ιστότοπό μου, έτσι το ποίημα έχει από τότε αναδημοσιευτεί σε μερικά ποιητικά και ...
άλλα ιστολόγια, οπότε μπορεί να το έχετε δει. Για περαιτέρω αναδημοσιεύσεις, παρακαλώ να γίνεται μνεία της πηγής.
Το άρθρο του Τάκη Παπαλεονάρδου, γραμμένο το 1994
Απόψε έχω την τιμή να σας παρουσιάσω ένα ανέκδοτο ποίημα του Κώστα Βάρναλη. Το ποίημα αυτό γράφτηκε το καλοκαίρι του 1974 στην Αίγινα, λίγους μήνες πριν πεθάνει ο ποιητής, το Δεκέμβρη του 1974.
Ο Βάρναλης είχε παλιά σχέση με την Αίγινα. Τη δεκαετία του 1920 έμεινε κάμποσο καιρό εκεί. Εκεί έγραψε το πρωτοποριακό του έργο «Το φως που καίει». Εκεί εμπνεύστηκε και έγραψε πολλά ποιήματα, όπως τη Μπαλάντα του Αντρίκου. Η Κατερίνα, η Ζωή, τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία, όλοι αυτοί ήταν υπαρκτά πρόσωπα, τη Ζηνοβία την πρόλαβα κι εγώ, πέθανε πριν 6-7 χρόνια [= περί το 1987]. Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης έκανε πολύ παρέα με τον παππού μου, τα είχαν φτιάξει με δυο αδελφές και πολλές φορές έπαιρναν τη νύχτα τη βάρκα του καμπούρη Αντρέα για βόλτα προς τη Μονή, ένα νησάκι απέναντι από την Αίγινα… Τέλος πάντων, μακρηγορώ.
Ο Βάρναλης λοιπόν είχε φτιάξει παλιές φιλιές στην Αίγινα. Μια απ’ αυτές ήταν με τον Νίκο Ζωγράφο, επιφανή δημοκράτη του νησιού και συχνά υποψήφιο σε δημοτικές εκλογές –το 1975 έχασε τη δημαρχία για 6 μόνο ψήφους. Ο Ζωγράφος ήτανε και σόι μας, η μητέρα του με τη μητέρα του παππού μου ήταν ξαδέλφες (ή κάπως έτσι). Το καλοκαίρι του 1974 λοιπόν είχε έρθει ο Βάρναλης στην Αίγινα, και βρέθηκε με τον Ζωγράφο στο καφενείο. Ήτανε μαζί τους και μερικοί φίλοι. Κάποιος λέει του Βάρναλη, «γράψε κάνα ποίημα». Ο Βάρναλης λέει λοιπόν, «θα γράψω ένα για τον φίλο μου το Νίκο». Και εκεί σ’ ένα χαρτάκι έγραψε το παρακάτω ποίημα που το χάρισε στον Νίκο Ζωγράφο. Η θεία μου το αντέγραψε στο σπίτι του Ζωγράφου. Από παλιά γνώριζα την ύπαρξη του ποιήματος, αλλά η θεία μου αρνιόταν να μου το δείξει γιατί ήταν… «σόκιν». Πάντα μου’ λεγε «όχι, είσαι μικρός». Κάποια στιγμή το ξέχασα κι εγώ και πέρασαν κάμποσα χρόνια. Τα τελευταία Χριστούγεννα, που κατέβηκα Ελλάδα, το θυμήθηκα πάλι και μου τόδωσε επιτέλους.
Ο Νίκος ο Ζωγράφος πέθανε γύρω στο 1980. Η θεία μου θυμάται πως η γυναίκα του είχε κάνει καδράκι το ποίημα και το είχε κρεμασμένο στο σαλόνι της στην Αίγινα. Δεν ξέρω αν υπάρχει πουθενά το χειρόγραφο κείμενο του Βάρναλη ή άλλα αντίγραφά του.
Ιδού λοιπόν το ως τώρα ανέκδοτο ποίημα του Βάρναλη, αφιερωμένο και χαρισμένο στον Νίκο Ζωγράφο:
ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ
Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!
Εδώ τελειώνει το σημείωμα του Τ. Παπαλεονάρδου.
Υστερόγραφο δικό μου: Όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο για έναν ποιητή του μεγέθους του Βάρναλη, τα Άπαντά του δεν έχουν συγκεντρωθεί. Ειδικότερα, από τη γνωστή έκδοση του Κέδρου λείπουν πολλά ποιήματα, κυρίως νεανικά, που ο ποιητής τα θεώρησε κατώτερα (άδικα, κατά τη γνώμη πολλών), ενώ λείπουν και μερικά μεταγενέστερα που ίσως παραλείφθηκαν επειδή ήταν σκληρά. Ενώ για άλλα έργα του, όπως το Φως που καίει και τους Σκλάβους πολιορκημένους έχουν κυκλοφορήσει νεότερες υποδειγματικές εκδόσεις σε εξαιρετική επιμέλεια Γ. Δάλλα (που περιλαμβάνουν και τις πρώτες μορφές αυτών των έργων), τα άλλα ποιήματα δεν έχουν συγκεντρωθεί. Πολλά ποιήματα είχαν συγκεντρώσει περί το 1975-6 ο Αλ. Αργυρίου και ο Γ.Π.Σαββίδης στο περιοδικό Ηριδανός, αλλά και πάλι υπάρχουν κενά. Κάποια δυσεύρετα ποιήματα του Βάρναλη μπορείτε να διαβάσετε εδώ από τον ιστότοπό μου.
Δεύτερο υστερόγραφο: Κι ο Τ.Π. κι εγώ βιαστήκαμε να χαρακτηρίσουμε το άγνωστο αυτό ποίημα του Βάρναλη «τελευταίο» του, διότι στην «Οργή λαού», την τελευταία συλλογή του ποιητή με ποιήματα γραμμένα επί χούντας, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, περιλαμβάνεται, τελευταίο, ένα ποίημα γραμμένο μετά την πτώση της χούντας, το εξής άτιτλο επίγραμμα:
Με πάθος την αλήθεια φανερώνω,
μα ποιος μ’ ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά.
Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει,
όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου.
Πλήθος μεγάλοι στο Μουσειο της Τέχνης,
αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.
Οχτώβρης 1974
Και το αμέσως προηγούμενο, με ημερομηνία 28-11-73 (πιθανώς γραμμένο νωρίτερα):
Πότε;
Να μασάει ο χοντρός είναι δουλειά του,
γουργουρίζει η πατρίδα στην κοιλιά του!
Νόμος: ο που προδίνει κι απατά,
όλο και πιο ψηλότερα πατά!
Και συ, Λαέ, με την καμένη ανάσα
πότε θα κόψεις του χοντρού τη μάσα;


Δείτε επίσης σχετικό:
http://www.inred.gr/to-proteleutaio-poihma-tou-kosta-varnali/
==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου