Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ο γρύλος, ο Καραμήτρος και άλλα παροιμιακά ανέκδοτα

Άρθρα του Νίκου Σαραντάκου 
Το σκίτσο είναι του Καμένου από την Ελευθεροτυπία, το είδα στην Καλύβα του Πάνου Ζέρβα και μου έδωσε την ιδέα για το σημερινό άρθρο. «Και σεις και ο γρύλος σας» φωνάζει η Ελλάδα προς τους ενωσιακούς εταίρους της, απελπισμένη από τη στήριξη που (δεν) της παρέχουν. Όποιος ξέρει το ανέκδοτο, καταλαβαίνει. Όμως, όλοι οι αναγνώστες το ξέρουν, κι έτσι καταλαβαίνουν, κι έτσι η γελοιογραφία λειτουργεί. Όλοι; Όχι όλοι, βέβαια. Κάποιος που δεν ξέρει το ανέκδοτο, δεν θα καταλάβει ούτε την τελευταία του φράση που χρησιμοποιείται εδώ παροιμιακά. Το ξέρετε το ανέκδοτο;
Βλέπω ότι κατά σύμπτωση το ίδιο ακριβώς θέμα το έθιξε χτες στα Νέα ο Αλέξης Καλοκαιρινός, οπότε με απαλλάσσει από τον κόπο να σας το διηγηθώ:
Μοιάζουμε με τον τύπο στο ανέκδοτο, που μένει από λάστιχο και πηγαίνει να ζητήσει γρύλο από γειτονική αγροικία. Στον δρόμο κουρντίζεται με το ενδεχόμενο ο ιδιοκτήτης να του αρνηθεί και φτάνοντας, μόλις εκείνος του ανοίγει την πόρτα, αντί να ζητήσει το εργαλείο, του λέει: «Άι στον διάολο κι εσύ και ο γρύλος σου». Στην περίπτωσή μας τα πράγματα είναι λίγο χειρότερα: δεν κοιτάξαμε καν μήπως έχουμε γρύλο στο πορτμπαγκάζ.
Βέβαια, αν εσείς διηγηθείτε στην παρέα σας το ανέκδοτο, οπωσδήποτε πρέπει να αναπτύξετε εκτενώς το «κουρντίζεται με το ενδεχόμενο να του αρνηθεί ο ιδιοκτήτης». Να πείτε «στο δρόμο σκέφτεται· κι αν δεν έχει γρύλο; κι αν θυμώσει που τον ενοχλώ μέσα στη νύχτα; κι αν μου πει, γιατί δεν είχες το δικό σου γρύλο; τότε εγώ θα του πω… κι αυτός θα μου πει…» και άλλα πολλά τέτοια, ώστε να έρχεται φυσιολογικά το αποκορύφωμα της τελευταίας ατάκας.
Βλέπουμε πως στα «παροιμιακά ανέκδοτα»...
(δεν ξέρω αν υπάρχει αλλού αυτός ο όρος, μόλις τον σκέφτηκα) για να λειτουργήσει η παροιμιακή φράση πρέπει να είναι γνωστό το ανέκδοτο, αλλιώς ο συνομιλητής μας μένει με την απορία. Με την απλή διδακτική παροιμία, δεν είναι έτσι. Και να μην έχεις ακούσει ότι «όποιος βιάζεται σκοντάφτει», το καταλαβαίνεις. (Βέβαια, οι παροιμίες, επειδή αναφέρονται σε μιαν αγροτική κοινωνία που δεν υπάρχει πια, έχουν προβλήματα στις λέξεις και τις εικόνες που χρησιμοποιούν· ίσως να μην ξέρουμε τι είναι η αγουρίδα που αγάλια-αγάλια γίνεται μέλι ή να μην έχουμε ποτέ μας βάλει φασούλι στο σακούλι).
Οι καθαυτό παροιμιακές φράσεις, πάλι, άλλοτε γίνονται κατανοητές αμέσως και να μην τις ξέρει ο συνομιλητής μας (κοκκίνισε σαν αστακός), άλλοτε όχι και τόσο (βγήκε από τα ρούχα του, ένα παιδί μπορεί να το έπαιρνε στην κυριολεξία· του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι· ένας ξένος, αν δεν βοηθάνε τα συμφραζόμενα θα απορήσει· χρωστάει της Μιχαλούς· ήδη, οι νεότεροι, τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά»).
Τα παροιμιακά ανέκδοτα μοιάζουν με τους παροιμιόμυθους, που τόσο ωραία έχει αναλύσει ο αείμνηστος Δ. Λουκάτος –αν δεν έχετε το βιβλίο των εκδόσεων Ερμής να σπεύσετε να το προμηθευτείτε– και ειδικά με μια κατηγορία, τους φραστικούς παροιμιόμυθους. Κι εκεί, αν δεν ξέρεις τον μύθο, το ανέκδοτο θα λέγαμε σήμερα, δεν κατανοείς τη φράση.
Παράδειγμα: Σους ο ένας σους ο άλλος, να χάσω εγώ τον Βαλάση; Ο μύθος: Δυο Λιβισιανοί, από ένα μακρινό δηλαδή χωριό της Λυκίας, πήγαν στην Πόλη. Άμαθοι καθώς ήταν στη μεγαλούπολη, έχασε ο ένας τον άλλο. Την Κυριακή, στην εκκλησία, ο ένας είδε τον φίλο του στην άλλη άκρη του ναού κι έβαλε τις φωνές: Βαλάση! Ε, Βαλάση! Οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι του φώναζαν «Σους» να ησυχάσει, που ήταν λειτουργία, και τότε είπε κι αυτός το δίκιο του. Η παροιμία δηλώνει ότι αν λογαριάζουμε συνεχώς τις συστάσεις των άλλων υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε τις άμεσες επιδιώξεις μας, σημειώνει ο ανθολόγος. Παροιμία βέβαια σήμερα ολότελα ξεχασμένη (όποιος την έχει ακούσει να χρησιμοποιείται, ας το πει).
Οι παροιμιόμυθοι και γενικά οι ευτράπελες διηγήσεις που καταγράφει η λαογραφία, είναι σαν τα ανέκδοτα της σημερινής εποχής, τα οποία, ίσως επειδή είναι της σημερινής εποχής, η λαογραφία δεν τα έχει καθόλου μελετήσει. Γενικά, το ανέκδοτο είναι είδος παρεξηγημένο, θαρρώ, αλλά δεν θα το αναλύσω εδώ –αν όμως πέφτω έξω και υπάρχουν μελέτες, να μου το πείτε.
Υπάρχουν φυσικά πολλές άλλες «παροιμιακές ανεκδοτικές φράσεις» που έχουν βγει από (παροιμιακά, επομένως) ανέκδοτα. Πασίγνωστη είναι η «Πού πας ρε Καραμήτρο;» που αν δεν κάνω λάθος τη λέμε όταν κάποιος προσπαθεί κάτι χωρίς καμιά πιθανότητα επιτυχίας –και, αν θυμάστε το ανέκδοτο, αρχικά δεν είχε αυτή τη σημασία. Ποιο ανέκδοτο; Δεν το γράφω επειδή είναι μεγάλο. Παρακαλώ, όποιος δεν το ξέρει ας μη διστάσει να το δηλώσει στα σχόλια, οπότε θα το γράψω, ή εγώ ή όποιος σχολιαστής προλάβει.
Μπορώ να προσθέσω κι άλλες ατάκες από ανέκδοτα οι οποίες έχουν πια πάρει παροιμιακό χαρακτήρα, αλλά θα περιμένω εσάς να εισφέρετε, και στην πορεία της συζήτησης (αν υπάρχει όρεξη και γίνει συζήτηση) θα προσθέτω κι εγώ. Δεν είναι ανάγκη να γράψετε ολόκληρο το ανέκδοτο, μόνο την παροιμιακή φράση –κι όποιος δεν το ξέρει, παρακαλώ να το δηλώνει.

=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου