Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Αφιέρωμα στον κυρ Χρήστο του θρυλικού "Λέντζου" του Άλσους Παγκρατίου


Η είδηση, ήταν με μπόλικο αφρό: «Τίτλοι τέλους για τον θρυλικό “Λέντζο”, στο Παγκράτι.
Το ιστορικό καφέ - με το διάσημο φραπέ, που σέρβιρε από το 1964 - έκλεισε...»
 
Είναι ένας κύκλος σε μία ιστορία που έκλεισε. Για όσους από εμάς είχαμε τη τύχη να ζήσουμε αυτή την μοναδική  εμπειρία είναι πολύ δύσκολο να την αναπαράγεις με λόγια, χρειάζονται θύμισες και νοσταλγικές εικόνες.
Η πρώτη μου εμπειρία ήταν στα χρόνια της επταετίας ή όπως συνηθίζουμε να την λέμε σήμερα "χούντα" ή στρατιωτική δικτατορία (μάλλον για να την ξεχωρίζουμε από την σημερινή που έχει κοινοβουλευτικό μανδύα).
Ξένοιαστα χρόνια και τα ολόφρεσκα νιάτα γεμάτα σφρίγος για ζωή περιμένοντας ένα καλύτερο αύριο και ένα περήφανο τέλος με αξιοπρέπεια και λεβεντιά αφήνοντας πίσω μας αυτό το κάτι που τότε εμείς θέλαμε να αλλάξουμε.
Οι συνωμοτικοί περίπατοι με άδειες τσέπες αλλά με την προσμονή κάποτε να έχει μέσα κάτι μας έδινε την δύναμη να περπατάμε ατελείωτες ώρες. "Σόνια" (για "πουρά") λεωφόρο Αλεξάνδρας, δεξαμενή ("παραμάνες") και "Νούφαρα" στο Κολωνάκι (για ότι κάτσει από πλούσιες ("λυσσάρες") που βαρέθηκαν να βλέπουν πατσιοκοιλιές με γραβάτες) και στο τέλος "παρκάρισμα" στον κυρ Χρήστο στου Λέντζου για καφέ. 
10ον Αμπελοκήπων (πρότυπο τότε) δίπλα στο αναμορφωτήριο με τις γυμνόστηθες στα παράθυρα να κράζουν το θεολόγο καθηγητή που ήθελε ησυχία την ώρα της προσευχής και του εθνικού μας ύμνου, κοπάνα στην συνέχεια και πλατεία Ριανκουρ, τα υπόλοιπα τα ίδια ως "φαύλος κύκλος" και το κάθε βράδυ απαραίτητα στον κυρ Χρήστο.
Πως να τα γράψεις και πως να τα εξηγήσεις σε κάποιον που δεν υπήρξε συνοδοιπόρος σε αυτές τις διαδρομές που έκανε το τρόλεϊ (7) και (5) που εμείς το εκτελούσαμε τότε με τα πόδια;
Πως να του το πεις όταν δεν έχεις φάει στην πλάτη σου 50 τόσα χρόνια και να βρίσκεσαι στο σημείο που άρχισες;
Πως να εξηγήσεις σε κάποιον την υψομετρική στάθμη του "Σίσυφου" ανεβαίνοντας και ξανά ...
ανεβαίνοντας σε ένα βουνό ξαφνικά να βρέθηκες στην αφιλόξενη άλλη πλευρά μη έχοντας την ευκαιρία να ξαναπροσπαθήσεις για μία ακόμη φορά να σταθείς αξιοπρεπώς στη κορυφή. Όταν περνάς το κατέβασμα της άλλης πλευράς δεν μπορείς να διαβείς την ίδια διαδρομή που όρισε και ο Ηράκλειτος στο ίδιο ποτάμι. Πλην όμως στο φίλο μου Ν.Π.  πετυχημένο σήμερα επιχειρηματία μπορώ να του υπενθυμίσω "λέξεις κλειδιά" και να ανακαλέσει εικόνες και θύμησες από εκείνα τα όμορφα χρόνια που η άχνα της λησμονιάς τα έχει εξιδανικεύσει στη σκέψη μας λχ θα καταλάβει τι είναι να περνάς κατάκοπος μπροστά από το θεατράκι του άλσους Παγκρατίου και να παραγγέλνεις το φραπέ με επτά πολύχρωμα καλαμάκια για τη "κολοπαρέα". Είναι μοναδικές θύμησες και αποκλειστικές εικόνες να μοιράζεσαι ένα τσιγάρο με την παρέα, δεν ξέρω πως λέγεται σήμερα αυτό από τους νεολαίους τότε εμείς το κάναμε από αλληλεγγύη γιατί "ότι είχε ο ένας ενήκε σε όλους (εφαρμοσμένη κοινοκτημοσύνη στη πράξη και όχι παπαγαλίες ιδεολογιών)
Βέβαια θα ήταν χρονοβόρο και μάλλον δεν θα πρόσφερε σε σένα τίμιε αναγνώστη μας να συνδυαστούν οι δύο προαναφερθείσες δικτατορίες, διότι τότε υποθέταμε ότι η στρατιωτική θα ήταν μεταβατική και θα περάσει η σημερινή όμως πολιτική δικτατορία είναι επιλογή μας και θα χρειαστούμε πολλούς φραπέδες και άπειρα καλαμάκια για να την ξεφορτωθούμε.

Τέλος τα πολύ κοινά στις θύμησες στις παρακάτω αναρτήσεις που για μένα λένε πολλά  

Νάσος

ΥΣ: Παρακάτω αναδημοσιεύουμε δύο σχετικές αναρτήσεις, από συντάκτες που ήξεραν (; μάλλον!!!) τον κυρ Χρήστο με τις δικές τους παραστάσεις και θύμισες. 

1. Έκλεισε η γενιά του φραπέ;
Γράφει ο Σπύρος Σεραφείμ
 
Η είδηση, ήταν με μπόλικο αφρό: «Τίτλοι τέλους για τον θρυλικό “Λέντζο”, στο Παγκράτι. Το ιστορικό καφέ - με το διάσημο φραπέ, που σέρβιρε από το 1964 - έκλεισε...».

Μπορεί να χρειαζόταν να αλλάξουμε πολλά λεωφορεία για φτάσουμε από τα Βριλήσσια στο Παγκράτι, αλλά πολλές φορές πηγαίναμε εκεί. Ήταν κάτι σαν άτυπο στέκι, σαν μια άτυπη καβάτζα, σαν το τρίτο στρατηγείο της παρέας μου.
Εκεί είχαμε πιει αμέτρητους φραπέ, «φραπεδιές», «φραπόγαλα» ή «φραπεδούμπες». Να γυρίζει γύρω-γύρω το καλαμάκι για να λιώσει η ζάχαρη, σαν μια άτυπη ιεροτελεστία - κι ας έκανε καλά τη δουλειά του το μίξερ Μπράουν, που χτύπαγε τον καφέ. Όλα αυτά, στην περίπτωση που βρίσκαμε άδειο τραπέζι, βέβαια.

Ο Λέντζος, ως talk of the town, έγινε (και) τραγούδι δια εγκεφάλου Ρασούλη και πενιών από τον Νικολόπουλο. Παίξε, Χρήστο, επειγόντως, κείνο το ρυθμό, κι εμείς θα βάζουμε τους ήχους από τα παγάκια για να δέσει η ενορχήστρωση με τα όσα λέγαμε. Αγωνίες για το αύριο, έρωτες, καψούρες και μπόλικα «αχ» που έκαναν βουτιές στο παράξενο αυτό μίγμα, στο υγρό πυρ που τροφοδοτούσε ενέργεια τα νιάτα μας.
«Αλήθεια, τι βάζει ο κύριος Χρήστος μέσα; Μπέικιν πάουντερ, αβγό, κρέμα γάλακτος; Πώς προκύπτει αυτό το πλούσιο μείγμα;». Πολλές φορές αναρωτηθήκαμε και η φημολογία περί αυτού είχε ξεπεράσει τα σύνορα του Παγκρατίου και έγινε κάτι σαν θρύλος. Εμείς, όμως, ήμασταν οι Γαλάτες και, απλώς, απολαμβάναμε το μείγμα που έβγαζε η μαρμίτα. Δεν μας ένοιαζε τι έβαζε ο Δρυίδης Λέντζος μέσα. Ρουφάγαμε τζούρες και παίρναμε ζωή, ανάσες ρεμπελιάς. Τσιγάρα στα τασάκια και κουβέντες, ήταν τα απαραίτητα συνοδευτικά μας.

Κάποια βράδια μπορεί το μαγαζί να έκλεινε, αλλά καθόμασταν απέξω και συζητούσαμε με την τσακαλοπαρέα, ξετυλίγαμε τις σκέψεις, τις επιθυμίες μας. Ο χρόνος τα έφερε έτσι που δεν πήγαμε ξανά από εκεί. Με κάποιους φίλους χαθήκαμε, υποχρεωτικά.
Άλλος πήγε από εδώ, άλλος από εκεί, σκορπίσαμε, άλλαξε το χαρμάνι μας. Και σίγουρα δεν φταίει η έλευση του εσπρέσο στη ζωή μας. Ούτε, όμως, και η ποιότητα του Λέντζου φταίει που έκλεισε, τελικά, το μαγαζί.

Το βέβαιο είναι ότι έβαλε λουκέτο άλλο ένα στέκι της Αθήνας, αλλά οι αναμνήσεις της εποχής δεν μπορούν να κλειδωθούν πουθενά. Θα μείνουν μέσα μας, μαζί με αυτό το μικρό σφίξιμο στο στομάχι, στο άκουσμα ή στην ανάγνωση της είδησης ότι «πάει και ο “Λέντζος”».
Πέραν του πόσο εξαιρετικός ή όχι ήταν ο καφές που πίναμε εκεί, μακριά από τη θρυλούμενη πατέντα-συνταγή που κουβαλούσε κάθε ποτήρι, αυτό το μαγαζί είχε και έχει τη δική του, ξεχωριστή αξία. Φέρει ακέραια, ολόκληρα κομμάτια ιστορίας, αφού πολύς κόσμος, ανάμεσά τους κι εσύ, προσέθεσε τα γεγονότα της δικής του ζωής εκεί.
Εκεί έγιναν τα πρώτα τσιγάρα τράκα, εκεί συναντήθηκαν βλέμματα, εκεί έσκασαν τα πρώτα σκιρτήματα, με γερές ρουφηξιές καφέ – «με μπόλικο αφρό, παρακαλώ», εκεί - ίσως - σχεδίασες το μέλλον σου.
Στο μυαλό μου, ο φραπέ δεν ήταν ποτέ ο κορυφαίος καφές, αντίθετα, τον θεωρώ ως τον πιο... «νευρικό». Επίσης, αξία δεν ήταν ποτέ ο φραπέ, αξία έπαιρνε από τις παρέες που αντάμωναν για να τα πουν και να πιουν.

Ο Λέντζος έκλεισε - οι αναμνήσεις του, βέβαια, θα μείνουν - και εύχομαι να κλείσει μαζί του, οριστικά, και «η γενιά του φραπέ». Εκείνη η έρμη η γενιά που ξημεροβραδιαζόταν στα καφενεία και στις καφετέριες, γέμιζε με τσιγάρα τα τασάκια και δεν δούλευε, δεν ονειρευόταν, δεν οραματιζόταν το αύριο.
Εκείνη η γενιά που - ανάμεσά στα φωτεινά μυαλά που είχε - άραζε νυχθημερόν σε μια καρέκλα, βολεμένη από τις συνθήκες που θέριεψαν μαζί με ένα κράτος «zamanfou», «ωχ, βρε αδερφέ», «όλα θα γίνουν, μωρέ, αλλά ας τα κάνουν οι άλλοι», «ας πιούμε λίγο καφέ ακόμα».

Φυσικά, το γράφω και πάλι, εύχομαι να έχει «κλείσει», να έχει βάλει «λουκέτο» αυτή η γενιά, αλλά δεν είμαι και καθόλου βέβαιος ότι έτσι θα συμβεί.
Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ιδεολογία τον φραπέ, προκοπή σε αυτόν τον τόπο δεν θα δούμε.
Και, εννοείται, δεν φταίει πουθενά αυτός ο καφές.

Πάω, τώρα κιόλας, στην κουζίνα να «χτυπήσω» ένα φραπεδάκι, in memoriam «Λέντζου».
Δεν ξέρω αν θα τον πετύχω, δεν ξέρω καν αν έχω φραπέ στο ντουλάπι μου και, τελικά, πώς τον έφτιαχνε ο γίγαντας κυρ-Χρήστος;
(protagon)


2. Μετά από 49 χρόνια λειτουργίας
Τέλος εποχής για το θρυλικό καφέ «Λέντζος» στο Παγκράτι


Μετά από 49 χρόνια λειτουργίας, το θρυλικό καφενείο «Λέντζος» όπου ανακαλύφθηκε ο καφές φραπέ, έβαλε λουκέτο, λόγω κρίσης.

«Στην έκθεση Θεσσαλονίκης το 1957, δούλευα στο περίπτερο της Νεστλέ. Λέω, δεν φτιάχνω έναν κρύο νεσκαφέ στο σέικερ που προορίζεται για το κακάο, να δω τι θα βγει; Μου λέρωσε το κοστούμι, αλλά έτσι γεννήθηκε ο φραπέ! Από την αρχή ο κόσμος τον είδε σαν αναψυκτικό. Λέγανε: η μπίρα είναι μισό ποτήρι αφρός και κοστίζει 8 δραχμές. Αυτός ο καφές είναι επίσης μισός αφρός, αλλά κοστίζει 7 δραχμές.», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ο Δημήτριος Βακόνδιος από τη Θεσσαλονίκη.

Τι σχέση έχει όμως του καφενείο Λέντζος με τον φραπέ;

«Το μαγαζί ξεκίνησε ως ζαχαροπλαστείο πολυτελείας το 1964. Φτιάχναμε πολύ ωραίες πάστες και τις παράγγελνε ο κόσμος μαζί με το καφεδάκι του. Μια ημέρα είχα μπει πίσω από τον μπουφέ επειδή έλειπε μια κοπέλα με άδεια. Εκεί που καθόμουν πειραματιζόμουν και μου ήρθε η ιδέα να ανακατέψω στο μίξερ τον καφέ με διαφορετική δοσολογία. Αυτό ήταν! Ο πρώτος φραπέ α λα Λέντζος σερβιρίστηκε και από τότε έγινε ανάρπαστος» δηλώνει Χρήστος Λέντζος .
Πολλά είχαν γραφτεί σχετικά με τα συστατικά του φραπέ. Ότι βάζει μπέικιν πάουντερ, αβγό, ή κρέμα γάλακτος, για να πετύχει το πλούσιο μείγμα.

«Από το 1965 που άνοιξα, μέχρι το 1971», έλεγε «έφτιαχνα τον φραπέ στο σέικερ. Τότε είναι που αγόρασα το πιο δυνατό μίξερ Μπράουν και τελειοποίησα τη συνταγή του καλού φραπέ. Το ίδιο μίξερ έχουν και άλλα μαγαζιά, αλλά τσιγκουνεύονται τη δόση. Στη χονδρική συσκευασία νεσκαφέ των 2,5 κιλών που αγοράζουν όλες οι καφετέριες, η εφορία υπολογίζει ότι αντιστοιχούν 1.000 δόσεις καφέ. Εγώ δεν βγάζω ούτε 400! Ετοιμάζω ένα γλυκό μείγμα και για τον μέτριο προσθέτω έξτρα καφέ από πάνω. Οι πελάτες ζητάνε τον έξτρα καφέ, γι' αυτό τους πιάνει καμιά φορά και το στομάχι τους!»

Θύμα της κρίσης, o φραπέ α λα Λέντζος που έχει γίνει τραγούδι από τον Δημήτρη Κοντογιάννη σε στίχους Μανώλη Ρασούλη και μουσική Χρήστου Νικολόπουλου, έβαλε λουκέτο. (protothema)

Ακούστε πιο κάτω τα τραγούδια:




==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To μπλόκ " Στοχσμός-Πολιτική" είναι υπεύθυνο μόνο για τα δικά του σχόλια κι όχι για αυτά των αναγνωστών του...Eπίσης δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχεται από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.