Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

28η Οκτωβρίου: και αν λέγαμε «ΝΑΙ»; - (Το «ΟΧΙ», οι Χίτες και οι Ταγματασφαλίτες) - Η άλλη όψη του ΟΧΙ δια στόματος Μάνου Χατζιδάκι! "Για μια ακόμη φορά νικήσανε οι Χίτες, οι κουτσαβάκηδες, οι ταγματασφαλίτες..."

Μερικές σκέψεις του Χατζιδάκι, αλλά και του Ζαχαριάδη, για την εθνική επέτειο


«Γιατί είπε το “ΟΧΙ” ο Μεταξάς, αφού θαύμαζε τον άξονα και κυβερνούσε με τον τρόπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού;» αναρωτιόταν ο Μάνος Χατζιδάκις, σε μια από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές. Και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα έδινε μόνος του την απάντηση: «Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά… Oι πιέσεις, οι Αγγλοι, τα ανάκτορα κτλ. Μπορεί κανείς να ερωτηθεί και αν λέγαμε ΝΑΙ; Πάλι στα ίδια θα ήμασταν. Ενα-δυο χρόνια υπό συμμαχική επιστασία –μήπως δεν είμαστε πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς;– κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην ευρωπαϊκή κοινότητα». 
Ο ανυπόμονος ακροατής ίσως να διέκρινε στα λόγια του μεγάλου μουσικοσυνθέτη μια αντεστραμμένη θεωρία των δύο άκρων, όπου η καταδίκη των συμμάχων μπορεί να οδηγήσει και σε μια επικίνδυνη ηθική απενοχοποίηση όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές –σαν αυτή που επιχειρούν εδώ και δεκαετίες οι γνωστοί αναθεωρητές της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας.
Ο Χατζιδάκις όμως έσπευδε αμέσως να διαλύσει τέτοιου είδους παρερμηνείες. «Ασε», έλεγε, «και εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος, σαν τον Καραγκιόζη, πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένο όφι. Μεθύσαμε από δόξα, που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας. Για μια ακόμη φορά νικήσανε οι Χίτες, οι κουτσαβάκηδες, οι ταγματασφαλίτες, οι βασανιστές και οι μέλλοντες Μιχαλόπουλοι (σ.σ. εκδότης της “Ελεύθερης Ωρας”) και Κουρήδες. Αυτή είναι η 28η Οκτωβρίου».
Ενα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής Αριστεράς θα συμφωνούσε σήμερα με τον «δεξιό» Μάνο Χατζιδάκι για την εθνική εορτή. Είμαστε, λένε αρκετοί, η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν γιορτάζει την απελευθέρωση αλλά την έναρξη του πολέμου, τιμώντας ουσιαστικά έναν φασίστα δικτάτορα, ο οποίος υπό διαφορετικές συνθήκες θα έφτιαχνε μια Ελλάδα κατ’ εικόνα και ομοίωση της ναζιστικής Γερμανίας. Είναι όμως αυτό το πραγματικό πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου;

Λίγες ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, ο φυλακισμένος ηγέτης του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης έστελνε το παρακάτω μήνυμα:

«Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό τού Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό, που τον διευθύνει ή κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό». 
Ενα χρόνο αργότερα το ΕΑΜ επέλεγε την πρώτη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου για να κυκλοφορήσει την πρώτη του επίσημη διακήρυξη προς τον ελληνικό λαό, ενώ χιλιάδες Αθηναίοι κατέθεταν στεφάνια στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη –όχι υπό τις εντολές των δωσίλογων του πολιτικού κατεστημένου, που είχαν ήδη συνταχθεί με τον κατακτητή, αλλά σαν ένα αυθόρμητο αντιφασιστικό μήνυμα.
Εκείνη η 28η Οκτωβρίου, των πρώτων χρόνων της κατοχής, έγραφαν οι ιστορικοί Ι. Χανδρινός και Κ. Παλούκης, «δεν συμβολίζει την “εθνική ενότητα” απέναντι στον κίνδυνο. Εκείνη η μέρα δεν ήταν ίδια για όλους [...] Η ιταλική ιμπεριαλιστική επίθεση, κομμάτι του μεγαλύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου, λειτούργησε καταλυτικά στις συνειδήσεις, ενώ κλόνισε και τελικά σάρωσε το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά –ιδεολογικά συγγενές με τους “ιταμούς εισβολείς”» (Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 27/9/2013). 



28η Οκτωβρίου: Η αντιφασιστική μέρα των Ελλήνων
Posted: October 27, 2013 / in: Η Αλλη ΟψηΠρωτοσελιδο / Comments Off on 28η Οκτωβρίου: Η αντιφασιστική μέρα των Ελλήνων28η Οκτωβρίου: Η αντιφασιστική μέρα των Ελλήνων

‘Οταν ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς έδιωξε τον ιταλό πρέσβη από το γραφείο του χωρίς να του απαντήσει ήταν 28η Οκτωβρίου 1940. Την επόμενη ημέρα ο αστικός τύπος έγραφε για το Όχι του δικτάτορα. Όμως το Όχι αυτό το αγκάλιασε όλος ο ελληνικός λαός και μετατράπηκε σε ένα διπλό λαϊκό Όχι απέναντι στον φασισμό, ένα Όχι απέναντι στον ιταλικό φασισμό και ένα Όχι απέναντι στον ελληνικό φασισμό. Στην πράξη η φασιστική κυβέρνηση δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και η απόπειρα εκφασισμού της δικτατορίας Μεταξά-Γεωργίου Β΄ τελείωσε εκείνη την ημέρα. Ο λαϊκός παράγοντας με τον αντιφασιστικό ενθουσιασμό έδωσε την πρώτη αντιφασιστική νίκη του. Πλέον το καθεστώς αναζητούσε συμμαχία από τους φυλακισμένους κομμουνιστές-εχθρούς και από το διαλυμένο ΚΚΕ και προσπαθούσε εναγωνίως να πάρει μια δήλωση από τον φυλακισμένο ηγέτη του Νίκο Ζαχαριάδη: «Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό τού Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει νά εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό πού τον διευθύνει ή κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει νά δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό».
Η δήλωση αυτή υπήρξε η ταφόπλακα του ελληνικού φασισμού γεμίζοντας με ενθουσιασμό εκατοντάδες χιλιάδες αντιφασίστες εργάτες καθώς γι’ αυτούς το στίγμα του αντιφασιστικού αγώνα δεν τον έδινε η κυβέρνηση, αλλά η Aριστερά. Το ΚΚΕ από ηττημένη δύναμη ξαφνικά έγινε ο εμπνευστής του αντιφασιστικού αγώνα.
Κ.Π

Πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας (του),  ο ίδιος ο ελληνικός λαός
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες ενεπλάκησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία γιορτάζει την είσοδό της στον Πόλεμο και όχι την αποχώρησή της από αυτόν ή τη λήξη του. Πράγματι, ενώ η 28η Οκτωβρίου ανήκει στις πιο εμβληματικές ημερομηνίες του εθνικού μας επετειολογίου, η 9η Μαΐου, ημέρα παράδοσης της ναζιστικής Γερμανίας –και ημέρα αντιφασιστικής νίκης- όχι μόνο δεν εορτάζεται αλλά είναι πρακτικά άγνωστη στη χώρα μας. Ούτε η 12η Οκτωβρίου, ημέρα εκκένωσης της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα, ούτε η 25η Νοεμβρίου που είχε καθιερωθεί τη δεκαετία του ’80 ως επίσημη «ημέρα Εθνικής Αντίστασης» μπορούν να συναγωνιστούν την 28η Οκτωβρίου σε δημοφιλία, συμβολικό βάρος, συναισθηματικό φορτίο. Αυτή η «διαστροφή» της ευρωπαϊκής επετειακής κανονικότητας έχει εξηγηθεί με πάμπολλους τρόπους, από το «πολεμοχαρές της ελληνικής φυλής» μέχρι την εμφυλιοπολεμική αποσιώπηση της Εθνικής Αντίστασης που απέκλεισε σκόπιμα την πολιτικά ευαίσθητη περίοδο της Κατοχής από την εθνική μνήμη των επόμενων γενεών. Η αλήθεια βρίσκεται κατά τη γνώμη μας αλλού: Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι μια οποιαδήποτε υπόμνηση του «εθνικού ηρωισμού». Δε συμβολίζει την «εθνική ενότητα» απέναντι στον κίνδυνο. Είναι ο «τόπος» και το σύμβολο που συμπυκνώνει νοηματικά τη συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα. Το πολιτικό νόημα της ημερομηνίας είναι εν τέλει πολύ βαθύτερο από οποιαδήποτε «επίσημη» ανάγνωσή της.
Εκείνη η μέρα δεν ήταν ίδια για όλους. Η είσοδος της Ελλάδας στον Πόλεμο πυροδότησε αλυσιδωτές αντιδράσεις στο κοινωνικό πεδίο. Η ιταλική ιμπεριαλιστική επίθεση, κομμάτι του μεγαλύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου, λειτούργησε καταλυτικά στις συνειδήσεις, ενώ κλόνισε και τελικά σάρωσε το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά –ιδεολογικά συγγενές με τους «ιταμούς εισβολείς». Ο λαός βρέθηκε ακάλυπτος από την πολιτικοστρατιωτική του ηγεσία και διδάχτηκε να την αμφισβητεί, ο κίβδηλος ενθουσιασμός και οι προπαγανδιστικές κορόνες της κυβέρνησης της Αθήνας για τον στρατιωτικό «περίπατο» δεν είχαν καμία απήχηση στους στρατιώτες οι οποίοι στο μέτωπο έρχονταν αντιμέτωποι με τη φριχτή όψη του πολέμου, νεκροί, τραυματίες και κρυοπαγημένοι. Το αίμα που χύθηκε στα βουνά της Αλβανίας ανέτρεψε κοινωνικές και ταξικές ιεραρχίες. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος δεν αποκάλυψε μόνο πως η «εθνική ενότητα» ήταν ένα κενό ιδεολόγημα. Έφερε στο φως τις βαθιές ταξικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, γέννησε αντιφασιστικά αισθήματα που στρέφονταν και ενάντια στο αστικό πολιτικό σύστημα. Όταν η γερμανική επίθεση τον Απρίλιο του 1941, έφερε την κατάρρευση, ο καταπονημένος στρατός αλλά και ο λαός στα μετόπισθεν, είχαν πλέον καταλάβει πως ο βασιλιάς, ο κρατικός μηχανισμός, οι στρατιωτικοί «ηγέτες» και οι μεγαλοβιομήχανοι (που ήδη βρίσκονταν στα βρετανικά πλοία) ήταν στην καλύτερη περίπτωση τραπουλόχαρτα, στη χειρότερη προδότες του λαού του οποίου –υποτίθενται– πως ηγούνταν. Ο «πατέρας του Έθνους» είχε ξεχαστεί, η ΕΟΝ και όλες οι προσπάθειες εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας εξαφανίστηκαν εν μία νυκτί. Μέσα σε ένα εξάμηνο, ο ελληνικός λαός είχε ωριμάσει κοινωνικά και πολιτικά. Σύντομα, η Αντίσταση και οι μορφές που θα λάμβανε, θα αποδείκνυαν πως ο μόνος πραγματικός αγώνας είναι ο αγώνας από τα κάτω.
Η 28η Οκτωβρίου ξεκίνησε να γιορτάζεται μέσα στο σκοτάδι της Κατοχής, από τον ίδιο τον λαό. Ηγεσίες και πολιτικοί δεν υπήρχαν, ο κρατικός μηχανισμός ήταν δοσιλογικός, οι συγκεντρώσεις και οι συζητήσεις για την «κατάσταση» απαγορεύονταν, συλλήψεις και εκτελέσεις είχαν ξεκινήσει. Το φάσμα της πείνας πλάκωνε τα αστικά κέντρα. Αναζητώντας εμπνεύσεις και ψυχολογικά στηρίγματα στα σύμβολα, η 28η Οκτωβρίου γεννήθηκε ως επέτειος με συμβολικές διαστάσεις, μέσα από την ίδια την κοινωνία. Για τους κατοίκους της κατεχόμενης Ελλάδας και κυρίως των πόλεων, οι οποίες δοκιμάζονταν σκληρά από την έλλειψη τροφίμων, ένα επιπλέον ερέθισμα. Ένα χρόνο πριν, οι κάτοικοι της Αθήνας θυμούνταν πως κατέβαιναν στους δρόμους, αμέσως μόλις ήχησαν οι σειρήνες του Πολέμου. Η αίσθηση του μαζικού ενθουσιασμού ήταν πολύ πρόσφατη για τους Αθηναίους, θύμιζε τις διαδηλώσεις που τώρα απαγορεύονταν. Το 1941 ομάδες πολιτών επισκέπτονταν το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και κατέθεταν λουλούδια. Είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα διάφορων οργανώσεων οι οποίες παρότρυναν τον κόσμο να μνημονεύσει την επέτειο του Όχι. Το ΕΑΜ, που είχε ιδρυθεί μόλις πριν ένα μήνα, επέλεξε εκείνη την ημέρα για να κυκλοφορήσει την πρώτη του διακήρυξη στο λαό της Αθήνας καλώντας σε μαζική αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Καθόλου τυχαία, μια από τις πρώτες διακριτές ομάδες του πληθυσμού οι οποίες προσέγγισαν (και προσεγγίστηκαν) από το ΕΑΜ ήταν οι ανάπηροι του αλβανικού μετώπου οι οποίοι νοσηλεύονταν σε διάφορα νοσοκομεία της Αθήνας και τελικά έφτασαν να αποτελούν τη μαχητικότερη, μαζί με τους φοιτητές, οργάνωση του ΕΑΜ Αθήνας.
Ο μηχανισμός συλλογικής ταύτισης ήταν πολύ βαθύτερος από οποιαδήποτε εθνική υπερηφάνεια. Οι συνθήκες της στρατοκρατούμενης χώρας μεταμόρφωναν την επέτειο σε μέρα αντιφασιστική. Ο πατριωτισμός έμπαινε σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια. Ο Πόλεμος, και τώρα η Κατοχή, δεν ήταν πια «εθνική υπόθεση», αλλά κομμάτι της ευρύτερης αντιφασιστικής πάλης. Στην Ελλάδα, ο αγώνας δεν μπορούσε παρά να στρέφεται εναντίον ντόπιου και ξένου φασισμού ταυτόχρονα. Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, η πόλη της Αθήνας και ολόκληρη η ελληνική επικράτεια έπρεπε να διεκδικηθούν σπιθαμή προς σπιθαμή από τους κατακτητές. Η δοσιλογική κυβέρνηση ήταν συνεργάτες των Ναζί και έπρεπε να διαλυθεί, η εκμετάλλευση του λαού από βιομήχανους που συνεργάζονται με τους Γερμανούς έπρεπε να σταματήσει. Ο βασιλιάς που εγκατέλειψε τον λαό, δεν θα γινόταν ποτέ δεκτός χωρίς δημοψήφισμα. Στην κατεχόμενη Ελλάδα, δεν κατοικούσαν πια αποκλειστικά Έλληνες πατριώτες, αλλά Έλληνες φασίστες και Έλληνες αντιφασίστες. Και ανάμεσά τους μια βαθιά τάφρος.
Όσο η Αντίσταση άρχισε να δυναμώνει και να μαζικοποιείται, τόσο μεγαλύτερες διαστάσεις προσλάμβανε στον αντιφασιστικό αγώνα το έπος της Αλβανίας. Η εμφάνιση των πρώτων ανταρτών, οι πρώτες απεργίες στην κατεχόμενη Αθήνα τον Απρίλιο και τον Σεπτέμβριο, οι πρώτες εκτελέσεις το καλοκαίρι και η ανατίναξη των γραφείων της δοσιλογικής ΕΣΠΟ στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, είχαν οξύνει την μαχητική διάθεση του κόσμου, κυρίως της νεολαίας και των φοιτητών. Η «άτυπη» αλλά εμπεδωμένη στις συζητήσεις επέτειος αποτελούσε πια αφορμή για συνδικαλιστικούς αγώνες και μαχητικές συγκεντρώσεις. Στις 28 Οκτωβρίου 1942, για πρώτη και τελευταία ίσως φορά, η μέρα τιμήθηκε με ομιλίες και συγκεντρώσεις σε σχολεία, υπηρεσίες, χώρους δουλειάς, αλλά και μαχητικές συγκεντρώσεις στους δρόμους της Αθήνας, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ. Η συμβολική υπόμνηση του έπους της Αλβανίας και η σύνδεση του με τους αντικατοχικούς αγώνες, γινόταν πια μέσω των αναπήρων του αλβανικού μετώπου που αποτελούσαν τιμητική εμπροσθοφυλακή στο συλλαλλητήριο που κατέληξε πάλι στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Ακολούθησαν συμπλοκές με Ιταλούς καραμπινιέρους και αστυνομικούς, συλλήψεις και κυνηγητό σε όλους τους κεντρικούς δρόμους. Η Αντίσταση περνούσε πια σε άλλες διαστάσεις. Στις 28 Οκτωβρίου 1943 επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, ενώ στην επέτειο του 1944, λίγες μέρες μετά την Απελευθέρωση, ένα τεράστιο πλήθος από τις εαμικές και κομματικές οργανώσεις της Αθήνας «έπνιξε» τον «εθνικό» εορτασμό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και των Βρετανών που είχαν συνοδεύσει την άφιξή της στην Ελλάδα, με το μαγικό σύνθημα της «Λαοκρατίας» και «Να τιμωρηθούν οι δοσίλογοι».
Ήταν η τελευταία 28η Οκτωβρίου, όπου πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας (του), ήταν ο ίδιος ο ελληνικός λαός. Από το 1945 και μέχρι σήμερα, ο πανηγυρικός της ημέρας είναι ένα ρηχό και εθνοκεντρικό μάθημα πατριδογνωσίας, χωρίς το παραμικρό αντιφασιστικό μήνυμα, χωρίς αναφορά στους μαζικούς αντικατοχικούς αγώνες, χωρίς αναφορά σε λαϊκές κινητοποιήσεις, χωρίς ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και αντάρτικο, με Σοφία Βέμπο και δαφνοστεφανωμένες ξιφολόγχες εθνικής υπερηφάνειας. Ένα κούφιο μήνυμα «εθνικής ενότητας» και success story, χωρίς ΕΡΤ να μεταδίδει την παρέλαση και με χαρισμένα τα καύσιμα των αρμάτων μάχης και των αεροπλάνων από τη Μότορ Όιλ. Η δική μας 28η Οκτωβρίου είναι –και πρέπει να είναι– αλλού: στα σωματεία, τους χώρους δουλειάς, τις αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες, τις γειτονιές, τα σχολεία, τους δρόμους του αγώνα. Παντού δηλαδή όπου οι ελευθερίες διακυβεύονται και τα «όχι» πρέπει να ακούγονται δυνατότερα.
Ι. Χ
 
oxi3Να πει ο λαός ξανά Όχι στον φασισμό
Μετά την επιστολή του Ν. Ζαχαριάδη, η επόμενη πράξη της λαϊκής αντιφασιστικής νίκης έλαβε χώρα στα βουνά της Αλβανίας. Δεν ήταν οι στρατηγοί που κέρδισαν τον πόλεμο, αλλά οι απλοί φαντάροι σε μικρές μονάδες με αρχηγούς τους έφεδρους ανθυπολοχαγούς. Κατακτώντας λόφο το λόφο, καθήλωσαν τις μεγάλες στρατιές, αχρήστευσαν τα τανκς και τα αεροπλάνα. Το μεγάλο και ισχυρό μήνυμα ήταν συμβολικό και έφτασε σε όλα τα περατά μέρη και όλοι οι λαοί της Ευρώπης αναθάρρησαν. Οι δύναμεις του Άξονα δεν ήταν αήττητες. Αλλά μέχρι εκεί μπορούσε να φτάσει ο αντιφασισμός της μεταξικής κυβέρνησης. Η είσοδος των γερμανών από τη Γιουγκοσλαβία σήμανε τη μεγάλη προδοσία. Η κυβέρνηση έφυγε τρέχοντας στην Αίγυπτο εγκαταλείποντας τη μάχη και τον λαό. Οι στρατηγοί σαν τον Τσολάκογλου συνθηκολογούσαν αναλαμβάνοντας την πρώτη δοσίλογη διακυβέρνηση. Η προδοσία ήταν μεγάλη. Ο λαός ήθελε να πολεμήσει και αυτό φάνηκε στη Μάχη της Κρήτης. Εκεί παίχτηκε η τρίτη νικηφόρα πράξη του αντιφασιστικού αγώνα. Η προδοτική κυβέρνηση θα μπορούσε να συνεχίσει τον πόλεμο σε άλλα σημεία της χώρας μοιράζοντας τα όπλα στον λαό και μετατρέποντας κάθε χωριό, βουνό και πέρασμα της χώρας σε ένοπλη αντίσταση στους εισβολείς, όπως η ηγεσία της σοβιετικής Ρωσίας. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να το αναλάβει μια αστική κυβέρνηση, παρά μόνο η Αριστερά.
Αυτή λοιπόν ήταν η τέταρτη και μεγαλειώδη νικηφόρα αντιφασιστική μάχη του ελληνικού λαού. Το διαλυμένο ΚΚΕ, προδομένο και αυτό από τις υποσχέσεις της μεταξικής κυβέρνησης. ανέλαβε να μετατρέψει στην πράξη κάθε βράχο, κάθε ρεματιά κάθε χωριό και καλύβα κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι σε φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Η ίδρυση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, οι μεγάλοι εργατικοί αγώνες στην Αθήνα του ΕΕΑΜ, οι αγώνες και οι μάχες στα βουνά δημιούργησαν την ελεύθερη Ελλάδα με πολύ αίμα. Η εαμική εξέγερση όχι μόνο νικούσε τους κατακτητές, αλλά και προετοίμαζε τη χώρα για τη μεγάλη απελευθέρωση. Αλλά δεν ήταν όλοι οι Έλληνες με την Αντίσταση. Η προδοσία που ξεκίνησε στα γιουγκοσλαβικά σύνορα μετατράπηκε σε μια φασιστική αντεπανάσταση οργανωμένη από το δοσιλογικό καθεστώς του Ράλλη. Ο αντιφασιστικός αγώνας έγινε ξανά διπλός: απέναντι στον ελληνικό και ξένο φασισμό. Ο νέος ελληνικός φασισμός πια ήταν ένοπλος, αδίστακτος και στηριζόταν στη μαύρη οικονομία και στα νέα δοσιλογικά αστικά στρώματα. Στην Αθήνα δίπλα από το αστικό δοσιλογικό κέντρο που ελεγχόταν από τους ταγμασφαλίτες, τους χίτες και τους μπουραντάδες απλωνόταν η μεγάλη εαμική θάλασσα. Τα όρια όμως της ηγεσίας της Αριστεράς φάνηκαν στα Δεκεμβριανά και στην υπογραφή της Βάρκιζας. Το ΚΚΕ αποφάσισε να «ταράξει στη νομιμότητα» το νέο ελληνικό καθεστώς που στηριζόταν πια όχι στους Γερμανούς, αλλά στους Βρετανούς και ξέπλυνε όλους σχεδόν τους μικρομεσαίους δοσίλογους. Η εαμική εξέγερση όμως είχε στην πράξη νικήσει. Όλη η Ελλάδα είχε βρεθεί ελεύθερη κάτω από το καθεστώς της λαοκρατίας.
Τα ιστορικά παραδείγματα και η ιστορία δεν μπορούν να μας δείξουν ακριβώς πώς θα ερμηνεύσουμε το παρόν καθώς τα ιστορικά γεγονότα δεν μπορούν να επαναληφθούν ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Όμως οι άνθρωποι, όπως στην προσωπική τους ζωή, έτσι και στη συλλογική τους ζωή δεν μπορούν παρά να σκέφτονται για το παρόν και το μέλλον με βάση τη μέχρι τότε ατομική και συλλογική τους εμπειρία. Από αυτήν την άποψη τα ιστορικά παραδείγματα και η ιστορία μπορεί να μας καταδείξουν μια «μεθοδολογία», αλλά και να μας προσφέρουν τα αναλυτικά εργαλεία για να μπορούμε να καταλάβουμε τι γίνεται στο παρόν και να σκεφτούμε τι μπορούμε να πράξουμε στο μέλλον. Αυτή ακριβώς ήταν και η σύλληψη της ιστορίας από τον Μάρξ στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ξεκινώντας με τη φράση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Η εμπειρία λοιπόν της μεγάλης αντιφασιστικής μάχης της δεκαετίας του 1940 μάς δείχνει δύο πράγματα.
Το πρώτο είναι πως ακόμα και όταν μια φασιστική αστική κυβέρνηση δείχνει αντιφασιστικό προσωπείο, αυτό είναι υποκριτικό, υπόκειται σε ενδοαστικά παιχνίδια και τακτικούς ελιγμούς και πως δεν μπορεί να δώσει τη μάχη μέχρι τέλους. Θα εγκαταλείψει και θα προδώσει γιατί ο φασισμός είναι δικό του παιδί και δεν είναι στρατηγικά εναντίον του. Η αντιφασιστική μάχη είναι μια λαϊκή υπόθεση και μόνο όταν την αναλαμβάνει ο λαός με τη φυσική του ηγεσία τότε μπορεί να καταστεί νικηφόρα. Σήμερα λοιπόν το αντιφασιστικό προσωπείο της κυβέρνησης Σαμαρά είναι εξίσου υποκριτικό και φαίνεται στην ένταση των φασιστικών πρακτικών που χρησιμοποιεί, στον εντεινόμενο αυταρχισμό, ιδεολογικό, νομικό και πρακτικό, και στο αντεργατικό της πολιτικό πρόγραμμα. Η νικηφόρα μάχη απέναντι στον φασισμό και σήμερα μπορεί να δωθεί μόνο από τον λαϊκό παράγοντα.
Το δεύτερο είναι πως η αριστερά της Βάρκιζας και της Καζέρτας από την οποία πρέρχεται η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ μόνο μέχρι ένα σημείο μπορεί να δώσει την αντιφασιστική μάχη. Ο λεγκαλισμός της είναι το δικό της πολιτικό και στρατηγικό όριο. Μόνο η αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική αριστερά μπορεί να φορέσει τον μπερέ του Τσε και τον σκούφο του Άρη γιατί στρατηγικά είναι σε θέση να δώσει την αντιφασιστική μάχη μέχρι τέλους, μέχρι την κομμουνιστική απελευθέρωση. Αυτή είναι η πρόκληση και το καθήκον της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των δυνάμεων της κομμουνιστικής επανεθεμελίωσης και απελευθέρωσης.
Κ. Π

Μέχρι σχεδόν το τέλος του πολέμου, λοιπόν, η 28η Οκτωβρίου συμβόλιζε έναν διμέτωπο αγώνα απέναντι σε ξένους φασίστες αλλά και τους ντόπιους συνεργάτες του. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια ώστε ο «εθνικός κορμός», που πλέον στελεχωνόταν σε σημαντικό βαθμό από τους συνεργάτες των ναζί, να διαγράψει από την ιστορική μνήμη τη μάχη απέναντι στον φασισμό του Μεταξά και του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της εποχής.
Ποιος έχει λοιπόν δίκιο; Ο Μάνος Χατζιδάκις, που έβλεπε στην 28η Οκτωβρίου μια εθνική επέτειο φτιαγμένη «από τους Χίτες, τους κουτσαβάκηδες και τους ταγματασφαλίτες», ή ο Ζαχαριάδης κι η ηγεσία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που χρησιμοποίησαν την επέτειο σαν υπόμνηση μιας μάχης όχι μόνο για εθνική ανεξαρτησία αλλά και για οικονομική και κοινωνική δικαιοσύνη; 

Πιθανότατα και οι δύο –ο καθένας στην εποχή του.


Ερωτήματα σαν κι αυτά μας ώθησαν σε ένα νέο εγχείρημα. Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε. αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μια ηλεκτρονική αντιφασιστική εγκυκλοπαίδεια (ANTIFA-pedia), στην οποία θα παρουσιάζουμε όλες εκείνες τις πληροφορίες που δεν χωράνε στα σχολικά βιβλία και τις επίσημες επετείους. Ηταν ο Αδόλφος Χίτλερ τρελός, όπως παρουσιάζεται τις τελευταίες δεκαετίες; Ηταν ο Βενιζέλος και ο Τσόρτσιλ οπαδοί του ΜουσολίνιΠοιο ρόλο έπαιξε το συγκρότημα Λαμπράκη στα χρόνια της ναζιστικής κατοχήςΠοιοι επιχειρηματίες δημιούργησαν τις αυτοκρατορίες τους δουλεύοντας για το Τρίτο Ράιχ και ποιος είναι ο ρόλος που παίζουν σήμερα στην οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας;
Η προσπάθεια ξεκινά με το τεράστιο και μέχρι σήμερα αναξιοποίητο υλικό των συνεντεύξεων από γνωστούς πανεπιστημιακούς και αναλυτές, που δεν μπορέσαμε να παρουσιάσουμε στα ντοκιμαντέρ μας. Σύντομα όμως η ANTIFA-pedia θα αρχίσει να εμπλουτίζεται και με νεότερο υλικό. Περισσότερα στις οθόνες σας, στη διεύθυνση infowarproductions.com
Μπορείτε να ενισχύσετε και εσείς την ολοκλήρωση της ANTIFA-pedia μέσω paypal ή τραπεζικού λογαριασμού:


Info:
Επισκεφθείτε
ANTIFA-pedia
Το νέο εγχείρημα από τους δημιουργούς τού ντοκιμαντέρ ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε. ξεκινά με ένα video FAQ για τον φασισμό
Διαβάστε
Το τιμωρό χέρι του λαού (Εκδόσεις Θεμέλιο)
Ο Ιάσονας Χανδρινός ρίχνει νέο φως στη δράση της πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ, του εν πολλοίς παρεξηγημένου και ξεχασμένου ΟΠΛΑ
Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 26/10/2014

* Στη φωτογραφία ο φασίστας δικτάτορας Μεταξάς σε παλαιότερες ευτυχισμένες στιγμές με τον Γκέμπελς

http://info-war.gr/2014/10/12714/

Βλέπε Αθλιότητες με κωλοτούμπα Παπαδημούλη
«Γιατί είπε το "ΟΧΙ" ο Μεταξάς, αφού θαύμαζε τον άξονα και κυβερνούσε με τον τρόπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού;» αναρωτιόταν ο Μάνος Χατζιδάκις, σε μια από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές.
Και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα έδινε μόνος του την απάντηση: 
«Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά… Οι πιέσεις, οι Άγγλοι, τα ανάκτορα κ.τ.λ. Μπορεί κανείς να ερωτηθεί και αν λέγαμε ΝΑΙ; Πάλι στα ίδια θα ήμασταν. Ένα-δυο χρόνια υπό συμμαχική επιστασία –μήπως δεν ήμαστε πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς;– κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην ευρωπαϊκή κοινότητα».
Ο ανυπόμονος ακροατής ίσως να διέκρινε στα λόγια του μεγάλου μουσικοσυνθέτη μια αντεστραμμένη θεωρία των δύο άκρων, όπου η καταδίκη των συμμάχων μπορεί να οδηγήσει και σε μια επικίνδυνη ηθική απενοχοποίηση όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές –σαν αυτή που επιχειρούν εδώ και δεκαετίες οι γνωστοί αναθεωρητές της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας.
Ο Χατζιδάκις, όμως, έσπευδε αμέσως να διαλύσει τέτοιου είδους παρερμηνείες. 
«Άσε», έλεγε, «και εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων.
Πιστεύαμε στο τέλος, σαν τον Καραγκιόζη, πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένο όφι. Μεθύσαμε από δόξα, που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας. Για μια ακόμη φορά νικήσανε οι Χίτες, οι κουτσαβάκηδες, οι ταγματασφαλίτες, οι βασανιστές και οι μέλλοντες Μιχαλόπουλοι (σ.σ. εκδότης της “Ελεύθερης Ώρας”) και Κουρήδες. Αυτή είναι η 28η Οκτωβρίου».
Ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής Αριστεράς θα συμφωνούσε σήμερα με το «δεξιό» Μάνο Χατζιδάκι για την εθνική εορτή. Είμαστε, λένε αρκετοί, η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δε γιορτάζει την απελευθέρωση αλλά την έναρξη του πολέμου, τιμώντας ουσιαστικά ένα φασίστα δικτάτορα, ο οποίος υπό διαφορετικές συνθήκες θα έφτιαχνε μια Ελλάδα κατ’ εικόνα και ομοίωση της ναζιστικής Γερμανίας. Είναι όμως αυτό το πραγματικό πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου; (σ.σ. Διευκρινίσεις από τον Άρη Χατζηστεφάνου).


Δείτε και την άλλη άποψη:


Εξώφυλλο εφημερίδας "Έθνος", 28 Οκτωβρίου 1940.
Ο Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας. Ήταν μια πρωτοποριακή μέθοδος για την εποχή, όπου μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα τον στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς, οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.[vi] Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ' άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων.[24] Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών.[25] Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα: «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου».[26] Στις 31 Οκτωβρίου 1940 ο Ζαχαριάδης συνέταξε ένα γράμμα που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες και το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να αντισταθεί ενωμένος τη φασιστική Ιταλία. Το γράμμα αυτό θεωρήθηκε από κάποια ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ ως πλαστό.

Ο Μεταξάς με τον Γεώργιο και τον Παπάγο σε συνάτηση του Αγγλοελληνικού πολεμικού συμβουλίου.
Ο Μεταξάς στο ημερολόγιο του ανέλυσε εκτενώς την απόφασή του σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), στις 30 Οκτωβρίου 1940.[27]Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο, τη Θράκη κ.α. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.
Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε "Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών."
Ο Ιωάννης Μεταξάς απεβίωσε αιφνιδίως από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Αυτή η άποψη δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα γραφόμενα του ημερολογίου του, όπου ο Μεταξάς γράφει ότι "καλύτερα να πεθάνουμε όλοι παρά να υποταχθούμε στον Χίτλερ" και απέρριπτε προτροπές του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή για μεσολάβηση του Χίτλερ. Σύμφωνα με τον Υπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη ("Εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί").
Ιωάννης Μεταξάς
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Η εγγονή του Ιωάννη Μεταξά, Ιωάννα Φωκά, απαντά στα φασιστοειδή περί της σημαίας στις παρελάσεις και την καπηλεία του παππού της από ακροδεξιες οργανώσεις.

υγ. Στο όνομα της ελευθερίας του λόγου, επι μακρόν ανέχθηκα αισχρά και υβριστικά σχόλια, κυρίως προς το πρόσωπο της κ.Φωκά. Επειδή, όπως φαίνεται, πολλοί έχουν μάθει τα κρώζουν σαν τα κοράκια αντί να συζητούν κόσμια, τα σχόλια αυτά θα διαγραφούν αναδρομικά και οποιαδήποτε νέα θα διαγράφονται από εδώ και πέρα. Τέλος.-


Το βράδυ της 4ης Αυγούστου του 1936 ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ, καλεί τους υπουργούς του στο Υπουργείο Εξωτερικών για έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο, ανακοινώνοντας τους την επιβολή, με την έγκριση του Βασιλιά, της Δικτατορίας. Ο αιφνιδιασμός των κομμάτων και εν γένει της κοινωνίας δεν ήταν δύσκολος, αφού ο ΜΕΤΑΞΑΣ από τις κυβερνητικές θέσεις που κατείχε κατάφερε να προωθήσει τους δικούς του ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά του κρατικού μηχανισμού. Το Μεταξικό καθεστώς προσπάθησε να καταστείλει και να ελέγξει το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα με την κρατικοποίησή του και με ορισμένα φιλεργατικά μέτρα, όπως τη λειτουργία του ΙΚΑ και τις εργατικές εκδρομές. Παρ' όλα αυτά, δεν κατάφερε ποτέ να συγκροτήσει ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο. Ουσιαστικά δύο ήταν οι κυρίαρχοι θεσμοί, ο Βασιλιάς και ο αρχηγός της Κυβέρνησης. Ο Δικτάτορας, μάλιστα, κυβέρνησε με συντακτικές πράξεις και με αναγκαστικούς νόμους. Εξάλλου, εντός του καθεστώτος υπήρχε μία αντίθεση, διότι αφ' ενός ο ΜΕΤΑΞΑΣ, που επιθυμούσε μια πολιτική εθνοσοσιαλιστικού τύπου και αφ' ετέρου ο Βασιλιάς, που ήταν ο φορέας της εξουσίας, είχε μια καθαρά αγγλόφιλη διάθεση. Η επιβολή, μάλιστα, από το Βασιλιά της Δικτατορίας σχετίζεται με την ανάγκη να νομιμοποιηθεί κοινωνικά και πολιτικά ο Θρόνος, που είχε βγει τραυματισμένος από τον Εθνικό Διχασμό και να προστατευτεί η αστική τάξη από τις νέες θέσεις του σοσιαλισμού, που την παρότρυνε ν' αφήσει πίσω της το διχασμό και να προχωρήσει σε νέους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Ωστόσο, το νέο καθεστώς προσπαθεί να νομιμοποιηθεί στρέφοντας το βλέμμα του στο παρελθόν και επιχειρώντας να ενωθεί μαζί του........


Ο Μεταξάς και η Υποκρισία της Αριστεράς
Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης
Πολιτικός Επιστήμων
Ενώ σήμερα θα έπρεπε να τιμούμε με κάθε επισημότητα και με ομοψυχία την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, υπάρχουν πάντοτε οι γνωστοί ‘αρνητές’ της που αρέσκονται στο να εισβάλουν σε χώρους όπου διεξάγονται οι παρελάσεις αλλά και στο να επιμένουν με πομπώδες ύφος ότι το «ΟΧΙ» το ξεστόμισε ο ελληνικός λαός και όχι ο Ιωάννης Μεταξάς.
Η Αριστερά, χρόνια τώρα προσπαθεί να ακυρώσει την  συνεισφορά του τελευταίου παραγράφοντας τα απτά γεγονότα της ιστορίας ένεκα της δικτατορικής διακυβέρνησής του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την φράση στο βιβλίο ιστορίας της Γ’ τάξης του Λυκείου: ‘ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το ΟΧΙ ίσως παρά την βαθύτερη θέλησή του’.
Και όμως, όλα τα στοιχεία που έχει συλλέξει η ιστορική επιστήμη καταδεικνύουν ότι ο Μεταξάς γνώριζε τις κινήσεις των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στον αλβανικό χώρο ενώ είχε ήδη διαρρεύσει αυτές τις πληροφορίες στον βασιλέα Γεώργιο και στην Αγγλία. Μήνες πριν άλλωστε είχε γράψει στον Ιταλό πρεσβευτή ότι «εάν η Ιταλία ήθελε θίξει ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδος, και προπαντός την ακεραιότητα του εδάφους της, σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε ότι η Ελλάς θα αμυνθεί της τιμής της και της ακεραιότητός της μέχρις εσχάτων». Αλλά βέβαια, για τους μελετητές της ιστορίας η στάση του δεν προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση εφόσον ήδη από το 1934 είχε την πεποίθηση ότι «η Ελλάς εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνον εις το οποίον θα ευρίσκεται η Αγγλία».
Ο Ιωάννης Μεταξάς βέβαια δεν απήντησε «ΟΧΙ». Τουλάχιστον όχι, «ΟΧΙ», επί τη κυριολεξία. Ήδη προετοιμασμένος για την άφιξη του Ιταλού πρεσβευτή, ξημερώματα της 28ης λαμβάνει το τελεσίγραφο μέσα στο οποίο απαιτείτο εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης η ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων συναφών διευκολύνσεών του, στη επικείμενη προώθησή του στην Αφρική. «Alors, c’est la guerre» αποκρίθηκε στην γαλλική ο γέρων Μεταξάς στον Γκράτσι, ήτοι, «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο».
Εντεταλμένος πράκτορας ή όχι, ο Νίκος Ζαχαριάδης από τις φυλακές της Κερκύρας έστειλε εκείνο το περιβόητο γράμμα με το οποίο συστρατευόταν στον πόλεμο έναντι του φασισμού αναγνωρίζοντας στον Μεταξά την ηγεσία της χώρας. Το ίδιο έπραξαν και οι περισσότεροι εκ των κομμουνιστών που ήταν έγκλειστοι και εξόριστοι στις φυλακές. Όχι πολύ αργότερα, ένας άλλος διανοούμενος της Αριστεράς, ο Σπύρος Λιναρδάτος, καίτοι αναφανδόν ενάντιος στο δικτατορικό καθεστώς, θεώρησε ως χρέος του να τιμήσει την επιστήμη του και να μην εντάξει σε αυτήν εισαγόμενα ιδεολογικά σχήματα, αλλά να πει την αλήθεια: ο Μεταξάς πρωτοστάτησε και ηγήθηκε του ελληνικού λαού το 1940.
Η υποκρισία της μεταπολιτευτικής Αριστεράς όμως δεν την αφήνει να αποδεχθεί αυτό το απλό και ξεκάθαρο ιστορικό γεγονός ασχέτως εάν οι ίδιες οι ηγετικές της μορφές το έχουν κάνει στο παρελθόν. Και αυτό διότι δεν θέλει να αποδεχθεί ότι η οργανική σχέση της ελληνικής κοινωνίας με έναν εθνικιστή δικτάτορα σε αυτό το κομμάτι αντανακλά τη σχέση του ηγέτη με τον λαό που ουσιαστικά είναι η σχέση της πολιτικής με την κοινωνία. Αυτό βέβαια δεν προκαλεί και ιδιαίτερη έκπληξη αφού η σχέση της Αριστεράς με τους δικτάτορες ήταν πάντοτε ευέλικτη και επιλεκτική και τα κροκοδείλια δάκρυα για την κατάλυση της δημοκρατίας, λίγους πείθουν πλέον.
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εξόριστος επί τέσσερα έτη από το Μεταξικό καθεστώς, στο βιβλίο του ‘Τα Χρόνια του Μεγάλου Πολέμου’ αναφέρει τα εξής :«Λέγουν όσοι αντικρίζουν με εμπάθεια και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της ιστορίας, ότι το ΟΧΙ δεν το είπεν ο Μεταξάς. Ότι το είπεν ο Ελληνικός Λαός. Ναι, το είπεν ο Ελληνικός Λαός, αλλά αφού το είχε ειπή ο Μεταξάς. Ο ατυχής και συμπαθής Emanuelle Grazzi, εκτελών εντολήν που δεν του άρεσε καθόλου, εξύπνησε, την 3ην πρωινήν, τον Μεταξά και όχι τον Ελληνικόν Λαόν. Εάν έλεγεν ο Μεταξάς ΝΑΙ, πώς θα έλεγεν ΟΧΙ ο Ελληνικός Λαός, που θα εξυπνούσε αργότερα; Θα το έλεγε βέβαια μέσα του και θα το εξεδήλωνε και έμπρακτα, όταν θα οργάνωνε μυστικά την αντίστασή του, αλλά η Αλβανική Εποποιία δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμεθα, λοιπόν, τίμιοι απέναντι της ιστορίας. Το μέγα ΟΧΙ είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά».
Το «ΟΧΙ» λοιπόν του Ιωάννη Μεταξά, στεντόριο και καθαρό, ήταν αυτό που ουσιαστικά πυροδότησε την έκρηξη ενθουσιασμού της ελληνικής κοινωνίας σε συνδυασμό με έναν κρατικό/στρατιωτικό μηχανισμό ήδη έτοιμο για πόλεμο και όχι το ανάστροφο. Κακά τα ψέματα.

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου