Τη λέγανε Μαρία. 17 χρονών.
Ξύπνησε πριν λαλήσει ο κόκορας. Το σεντόνι ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Λευκό. Άδειο.
Ο γαμπρός, ο Μήτσος, ροχάλιζε δίπλα. 25 χρονών, χέρια σαν φτυάρια από τα χωράφια. Καλό παιδί. Δεν την άγγιξε.
«Είσαι μικρή ακόμα», της είπε χθες βράδυ. «Έχουμε καιρό». Της γύρισε την πλάτη και κοιμήθηκε.
Αυτή έμεινε να κοιτάει το ταβάνι. Όλη νύχτα.
Άκουγε την πεθερά να ροχαλίζει στο διπλανό δωμάτιο. Άκουγε το χωριό να κοιμάται. Άκουγε τη ντροπή να έρχεται με το πρώτο φως.
Γιατί το πρωί θα χτυπούσαν την πόρτα. Οι θείες. Οι γειτόνισσες. «Να δουν το σεντόνι».
Αν ήταν λευκό, θα έλεγαν «την γύρισε πίσω ο γαμπρός». Θα ντροπιαζόταν ο πατέρας της. Θα την έλεγαν «χαλασμένη» πριν καν χαλάσει.
Αν είχε αίμα, θα έλεγαν «τιμή και καμάρι». Θα έσφαζαν κόκορα. Θα κερνούσαν γλυκό.
Δεν υπήρχε «δεν έγινε ακόμα». Υπήρχε μόνο «έγινε» ή «δεν είναι καθαρή».
2. 5:30 το πρωί
Σηκώθηκε ξυπόλητη. Πήγε στην κουζίνα. Βρήκε τη σακοράφα της πεθεράς.
Τρύπησε το δάχτυλό της. Μια σταγόνα. Μικρή.
Την άφησε να πέσει στο σεντόνι. Ίσα που φάνηκε. Στο μέγεθος φασολιού.
Κοίταξε τον λεκέ. Δεν ήταν αρκετός για «τιμή και καμάρι». Δεν ήταν καθόλου για «ντροπή».
Ήταν «ίσως».
Ήταν «μη ρωτάτε».
Ήταν «αφήστε με ήσυχη».
3. 7 το πρωί
Το άπλωσε στο μπαλκόνι. Μόνη της. Με τα χέρια να τρέμουν.
Η πεθερά βγήκε να ποτίσει τα γεράνια. Είδε το σεντόνι. Είδε τον λεκέ.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο έσφιξε τα χείλη. «Λίγο είναι», σκέφτηκε. «Γιατί λίγο;»
Οι γειτόνισσες άρχισαν να σκουπίζουν τις αυλές. Κοιτούσαν λοξά. Ψιθύριζαν.
«Έγινε;» «Δεν έγινε;» «Την πόνεσε;» «Δεν την πόνεσε;» «Μήπως το ’κανε μόνη της;»
Ο Μήτσος κατέβηκε στα χωράφια χωρίς καφέ. Δεν τη κοίταξε. Ντρεπόταν κι αυτός. Όχι για αυτήν. Για τον εαυτό του. «Αντράκι» τον έλεγαν. Και δεν «μπόρεσε». Ή δεν «ήθελε».
4. Το Μεσημέρι
Το χωριό έβραζε. Όχι από τη ζέστη. Από τον λεκέ.
Η θεία η Λένη ήρθε με πρόφαση να δώσει αυγά. «Α, το απλώσατε; Μπράβο. Να ζήσετε». Κοίταξε τον λεκέ. Στένεψε τα μάτια. «Λίγο… μικρός δεν είναι;»
Η Μαρία της έδωσε νερό. Δεν μίλησε.
«Στην εποχή μου», είπε η θεία, «το σεντόνι ήταν παντιέρα. Κόκκινο από πάνω μέχρι κάτω. Τώρα οι νέες… ντροπαλές». Έφυγε.
Η πεθερά δεν άντεξε. «Γιατί το έκανες αυτό;» της σφύριξε στην κουζίνα. «Να μας βγάλεις βούκινο;»
«Δεν το έκανα εγώ», είπε η Μαρία. Ψέμα. «Έτσι έγινε». Αλήθεια.
«Ο Μήτσος…;»
«Ο Μήτσος κοιμήθηκε».
Η πεθερά σταυροκοπήθηκε. «Παναγία μου. Θα μας φάνε οι γλώσσες».
5. 20 χρόνια μετά
Η Μαρία έχει τρία παιδιά με τον Μήτσο. Καλό σπίτι. Καλός άντρας. Την αγάπησε. Την περίμενε.
Το σεντόνι είναι στο μπαούλο. Διπλωμένο. Ο λεκές καφέ πια. Δεν βγαίνει.
Η εγγονή της, το βρήκε. «Γιαγιά, τι είναι αυτό;»
Η Μαρία χαμογέλασε. Έβαλε το χέρι στο στήθος. Έπιασε το φυλαχτό της. Άδειο πια.
«Λεκές από ρόδι, κορίτσι μου. Παλιά δεν έβγαινε».
Ψέμα.
«Γιατί το κρατάς;»
«Για να θυμάμαι», είπε. «Ότι μια σταγόνα αρκεί».
Μια σταγόνα αρκεί για τι;
Για να σωθείς από τη ντροπή.
Για να κερδίσεις χρόνο.
Για να πεις την αλήθεια χωρίς να την πεις.
Για να προστατέψεις έναν άντρα που δεν σε άγγιξε από καλοσύνη.
Για να προστατέψεις τον εαυτό σου από ένα χωριό που σε ζύγιζε με το σεντόνι.
Το ματωμένο σεντόνι δεν ήταν της πρώτης νύχτας.
Ήταν της πρώτης μάχης.
Και τη νίκησε.
Μόνη της. Με μια σταγόνα. Στο μπαλκόνι.
Όλο το χωριό την είδε. Κανείς δεν κατάλαβε.
Ο Μήτσος Γυρίζει. Βράδυ, Αύγουστος 1963.
1. 8 το βράδυ
Ο Μήτσος γυρίζει από τα χωράφια. Χώμα στα μπατζάκια, ήλιος στο σβέρκο, ντροπή στο στομάχι.
25 χρονών. Δουλεύει από 10. Ξέρει να οργώνει, να θερίζει, να κουβαλάει. Δεν ξέρει να αγγίζει γυναίκα.
Χθες βράδυ την είδε. 17 χρονών, μικρή, φοβισμένη. Του μύρισε γάλα και λεβάντα. Δεν μπόρεσε. «Είσαι μικρή ακόμα», της είπε. Γύρισε πλευρό.
Όλη μέρα στα χωράφια άκουγε τα γέλια. «Κόκορας ο Μήτσος». «Την άφησε νηστική». Έφτυνε και έσκαβε.
Ανεβαίνει τον ανήφορο για το σπίτι. Βλέπει το μπαλκόνι.
Το σεντόνι κρέμεται ακόμα. Το χτυπάει το αεράκι της νύχτας.
Και ο λεκές. Μικρός. Κόκκινος. Στο φως του φεγγαριού φαίνεται μαύρος.
Σταματάει. Το στομάχι του δένεται κόμπος.
2. «Το ’κανε»
Αυτό σκέφτεται. «Το ’κανε μόνη της».
Για αυτόν. Για να τον γλιτώσει από τα γέλια. Για να γλιτώσει τον πατέρα της από τη ντροπή.
Για να γλιτώσει τον εαυτό της από το «χαλασμένη».
Μια σταγόνα από το δάχτυλο. Κι έγινε γυναίκα στα μάτια του χωριού.
Χωρίς άντρα. Χωρίς νύχτα. Χωρίς αυτόν.
Νιώθει το λαιμό του να καίει. Θυμός; Ντροπή; Ευγνωμοσύνη;
Ένα 17χρονο κορίτσι έκανε αυτό που δεν τόλμησε αυτός. Πήρε την ντροπή πάνω της.
3. Η Πόρτα
Μπαίνει σπίτι. Η μάνα του καθαρίζει φασολάκια. Δεν τον κοιτάει. «Έφαγες;»
«Όχι».
«Στην τάβλα».
Η Μαρία είναι στο δωμάτιο. Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Με το νυχτικό. Τα χέρια στα γόνατα. Δεν τον κοιτάει.
Το σεντόνι λείπει από το κρεβάτι. Είναι στο μπαλκόνι. Με τον λεκέ.
Η σιωπή είναι μαχαίρι.
Κάθεται δίπλα της. Το κρεβάτι τρίζει. Μυρίζει ασβέστης και φόβος.
«Μαρία», λέει. Η φωνή του βραχνή.
Αυτή δεν απαντάει. Τα δάχτυλά της σφιγμένα. Βλέπει το τσίμπημα στη σακοράφα. Ξερό αίμα.
Το είδε. Κατάλαβε.
4. «Γιατί;»
«Γιατί το ’κανες;» ψιθυρίζει. Όχι θυμωμένα. Σπασμένα.
Αυτή σηκώνει τα μάτια. Μαύρα, μεγάλα, γεμάτα νερό που δεν χύνεται.
«Για να μην πονέσεις εσύ», λέει. «Για να μην πονέσει ο πατέρας μου».
«Κι εσύ;»
«Εγώ… θα πονέσω μετά».
Του κόβεται η ανάσα. Απλώνει το χέρι. Διστακτικά. Πιάνει το δικό της. Είναι κρύο. Το δικό του κάλους και χώμα.
«Δεν θα πονέσεις», της λέει. «Όχι από μένα».
«Το χωριό;»
«Το χωριό να πάει να γαμηθεί».
Πρώτη φορά βρίζει μπροστά σε γυναίκα. Κοκκινίζει.
5. Το Σεντόνι
Σηκώνεται. Βγαίνει στο μπαλκόνι. Το ξεκρεμάει. Ο λεκές είναι εκεί. Μικρός. Τον κοιτάει.
Είναι το πιο γενναίο πράγμα που έχει δει. Μια σταγόνα.
Το διπλώνει. Προσεκτικά. Να μην φανεί ο λεκές. Το πάει μέσα.
Το δίνει στη Μαρία. «Βάλ’ το στο μπαούλο», της λέει. «Δικό σου είναι. Όχι του χωριού».
Αυτή το παίρνει. Το σφίγγει στο στήθος. Πρώτη φορά κλαίει. Αθόρυβα.
6. Εκείνη τη Νύχτα
Δεν την άγγιξε. Όχι ακόμα.
Ξάπλωσε δίπλα της. Της γύρισε την πλάτη. Όπως χθες.
Αλλά αυτή τη φορά, της έπιασε το χέρι κάτω από το σεντόνι. Το καθαρό.
«Θα σε περιμένω», της ψιθύρισε. «Όσο θες».
«Κι αν δεν θελήσω ποτέ;»
«Τότε θα έχω το πιο καθαρό σεντόνι στο χωριό».
Γέλασε. Πρώτη φορά. Μέσα στο σκοτάδι.
Το σεντόνι με τον λεκέ μπήκε στο μπαούλο.
Το σεντόνι χωρίς λεκέ μπήκε στο κρεβάτι.
Και το χωριό; Το χωριό έλεγε ό,τι ήθελε.
«Λίγο ήταν το αίμα». «Ντροπαλός ο γαμπρός». «Γρήγορη η νύφη».
Δεν τους ένοιαζε πια.
20 χρόνια μετά, ο Μήτσος ακόμα διπλώνει τα σεντόνια.
Η Μαρία του λέει «άσ’ τα, θα τα φτιάξω εγώ».
«Όχι», της λέει. «Αυτό το ’μαθα το βράδυ που γύρισα από τα χωράφια».
Και χαμογελάνε. Γιατί ξέρουν.
Η Κόλαση ήταν το μπαλκόνι.
Ο Παράδεισος ήταν το χέρι κάτω από το σεντόνι.
Και η Ιθάκη ήταν η πόρτα που δεν έκλεισαν ποτέ ο ένας στον άλλον.
Πηγή: Ομφαλός της γης ΙΙ
===================== "O σιωπών δοκεί συναινείν"




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
To μπλόκ " Στοχσμός-Πολιτική" είναι υπεύθυνο μόνο για τα δικά του σχόλια κι όχι για αυτά των αναγνωστών του...Eπίσης δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχεται από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.