Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Πως ήταν η ωραία Ελένη σύμφωνα με τον Δημήτρη Λιαντίνη και τον Όμηρο - Η Ωραία Ελένη από τον Όμηρο έως τον Ελύτη


Πώς ήταν η Ωραία Ελένη κατά τον Όμηρο: «Άφησε την Ελένη να την πλάσει καθένας μας όπως θέλει», έλεγε ο καθηγητής Λιαντίνης Επιχειρώντας να ορίσει την έννοια της ομορφιάς, διέκρινε δύο είδη: το «ωραίο» και το «υπέροχο». 

Το υπέροχο, έλεγε, είναι μια ανώτερη μορφή που εμπεριέχει και τον κίνδυνο. - NEWSROOM - HUFFPOST
Η φήμη που διακινείται τις τελευταίες ημέρες ότι στην πολυαναμενόμενη επική «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν την Ωραία Ελένη θα υποδυθεί η Κενυάτισσα Λουπίτα Νιόνγκο 
, έχει ήδη απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση. 
Άλλωστε, αν και η ταινία αναμένεται στις αίθουσες στις 17 Ιουλίου έχει ήδη προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον, με χιλιάδες εισιτήρια να έχουν ήδη προπωληθεί.

Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν αναμένεται να αποδειχθεί -χωρίς καμία υπερβολή-, το κινηματογραφικό γεγονός της χρονιάς. Μπορεί η πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης ταινίας να βρίσκεται αρκετούς μήνες μακριά, ωστόσο κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει τα αιχμηρά σχόλια πριν καν κυκλοφορήσει.

Με αφορμή τις φήμες ότι η Κενυάτισσα Λουπίτα Νιόνγκο ενδέχεται να υποδυθεί την Ωραία Ελένη στη κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους, ο Έλον Μασκ αμφισβήτησε ανοιχτά την καλλιτεχνική ακεραιότητα του σκηνοθέτη και σεναριογράφου, όπως αναφέρεται και σε δημοσίευμα του Deadline.

================================================
Πώς, όμως, περιγράφει ο ίδιος ο Όμηρος την Ελένη; 
Στην πραγματικότητα, δεν προσφέρει καμία συγκεκριμένη φυσιογνωμική περιγραφή της. Περιορίζεται σε επίθετα όπως «καλλίκομος» (με όμορφα μαλλιά), «καλλιπάρηος» (με όμορφα μάγουλα και πρόσωπο), «λευκώλενος» (με λευκά χέρια) και «τανύπεπλος» (καλοντυμένη). 
Η απουσία λεπτομερούς περιγραφής δεν είναι τυχαία.

Όπως είχε επισημάνει σε διάλεξή του προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου ο καθηγητής Δημήτρης Λιαντίνης, ο Όμηρος αποφεύγει να «εγκλωβίσει» την ομορφιά της Ελένης στα στενά όρια μιας συγκεκριμένης περιγραφής.

Θέτοντας ρητορικά ερωτήματα- αν ήταν ψηλή ή λιγνή, αν είχε ψηλό λαιμό, καλλίγραμμες κνήμες, πλούσιο στήθος ή τι χρώμα είχαν τα μάτια της- ο Λιαντίνης υπογράμμιζε ότι ο ποιητής δεν μας δίνει κανένα σαφές φυσιογνωμικό στοιχείο. Και σε αυτό ακριβώς εντόπισε την «εφεύρεση» του Ομήρου: 

Άφησε την Ελένη ανοιχτή στη φαντασία του καθενός. 

Αν την περιέγραφε με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, θα περιόριζε την ομορφιά της και θα της αφαιρούσε το στοιχείο του απείρου. Έτσι, η Ελένη γίνεται η ιδέα της ομορφιάς όπως την αντιλαμβάνεται και την καλλιεργεί αισθητικά ο κάθε άνθρωπος.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Λιαντίνης παρέπεμπε σε έναν στίχο του Ναζίμ Χικμέτ: 

«Οι πιο ωραίοι έρωτες είναι εκείνοι που δεν ζήσαμε». Κατά την άποψή του, αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Όμηρος. Δεν μιλά απλώς για μια κορυφή ομορφιάς, αλλά για μια ακραία, σχεδόν απεριόριστη μορφή της -μια διάσταση που ανοίγεται στο άπειρο. Πρόκειται, όπως έλεγε, για ένα ποιητικό τέχνασμα που προεξοφλεί πως καμία άλλη γυναίκα δεν θα ξεπεράσει ποτέ την Ελένη σε ομορφιά.

Σε άλλο σημείο της διάλεξής του, επιχειρώντας να ορίσει την έννοια της ομορφιάς, διέκρινε δύο είδη: το «ωραίο» και το «υπέροχο». Το υπέροχο, έλεγε, είναι μια ανώτερη μορφή που εμπεριέχει και τον κίνδυνο. Όπως ένας κεραυνός -εντυπωσιακά όμορφος, αλλά ταυτόχρονα ικανός να σκοτώσει.

Σύμφωνα με τον Όμηρο και την ανάλυση του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, η Ωραία Ελένη δεν έχει συγκεκριμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά, διότι ο Όμηρος απέφυγε εσκεμμένα να την περιγράψει, αφήνοντας την ομορφιά της απόλυτα αφηρημένη. [1, 2]
Αντί για μια λίστα με φυσικά γνωρίσματα, ο Όμηρος χρησιμοποίησε ένα μοναδικό ποιητικό τέχνασμα για να αποδώσει το μέγεθος της καλλονής της. [1]
Το «τρικ» του Ομήρου
  • Η αντίδραση των γερόντων: Στην Ιλιάδα (Γ 156-158), όταν η Ελένη ανεβαίνει στα τείχη της Τροίας, οι δημογέροντες της πόλης—άνθρωποι σοφοί, ηλικιωμένοι και εξουθενωμένοι από τον δεκαετή πόλεμο—τη βλέπουν και λένε: «Δεν είναι ντροπή (δεν υπάρχει άδικο) που Τρώες και Αχαιοί υποφέρουν τόσα χρόνια για μια τέτοια γυναίκα, γιατί μοιάζει εκπληκτικά με τις αθάνατες θεές».
  • Η έλλειψη περιγραφής: Ο Όμηρος δεν αναφέρει αν ήταν ψηλή, αν είχε γαλάζια μάτια ή συγκεκριμένο σχήμα προσώπου. Χρησιμοποιεί μόνο ελάχιστα τυπικά κοσμητικά επίθετα της εποχής, όπως καλλίκομος (με ωραία μαλλιά), λευκώλενος (με λευκά χέρια) και τανύπεπλος (με μακρύ πέπλο). [, 2, 3]
Η ερμηνεία του Δημήτρη Λιαντίνη
Στις περίφημες παραδόσεις του στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, ο Δημήτρης Λιαντίνης ανέλυσε αυτή την ομηρική επιλογή με φιλοσοφικό βάθος: [1]
  • Το Υποκειμενικό Ωραίο: Ο Όμηρος δεν δίνει μορφή στην Ελένη επειδή η ομορφιά είναι υποκειμενική. Αν την περιέγραφε ως ξανθιά, θα απογοήτευε όσους προτιμούν τις μελαχρινές, και το αντίστροφο.
  • Η Ελένη ως Ιδέα: Αφήνοντας το πρόσωπό της απροσδιόριστο, ο ποιητής επιτρέπει στον κάθε άνθρωπο, σε κάθε εποχή, να πλάσει την Ελένη με τα χαρακτηριστικά της δικής του ιδανικής γυναίκας. Η Ελένη γίνεται η προσωποποίηση της ίδιας της ιδέας της ομορφιάς.
  • Η διάκριση «Ωραίου» και «Υπέροχου»: Ο Λιαντίνης εξηγεί ότι ο Όμηρος ξεπερνά το απλά «ωραίο» (που έχει όρια) και αγγίζει το «υπέροχο», το οποίο ανοίγεται σε μια άπειρη διάσταση. Η ομορφιά της Ελένης είναι τόσο ακραία που προεξοφλεί ότι ποτέ στο μέλλον δεν θα γεννηθεί ωραιότερη γυναίκα.
  • Το Σύμβολο του Ειδώλου: Σύμφωνα με τον Λιαντίνη, η Ελένη συμβολίζει την ομορφιά του κόσμου. Όπως αναπτύχθηκε μεταγενέστερα και από τον Στησίχορο ή τον Ευριπίδη, στην Τροία δεν πήγε ποτέ η ίδια η Ελένη, αλλά ένα «είδωλό» της. Αυτό αντανακλά τη φιλοσοφική θέση ότι η πραγματική, απόλυτη ομορφιά παραμένει κρυμμένη στον κόσμο των ιδεών, και εμείς στον αισθητό κόσμο κυνηγάμε απλώς τα είδωλά της. [1, 2, 3, 5, 6, 7]
Αν θέλετε, μπορούμε να εμβαθύνουμε περισσότερο:
  • Στο αρχαίο κείμενο της Ιλιάδας και τη μετάφραση των συγκεκριμένων στίχων.
Ακολουθεί το αυτούσιο αρχαίο κείμενο από τη Ραψωδία Γ της Ιλιάδας (στίχοι 156-160), μαζί με τη μετάφραση των Νίκου Καζαντζάκη και Ιωάννη Κακριδή, που αποδίδει πιστά το νόημα.
Το Αρχαίο Κείμενο (Ιλιάδα, Γ 156-160)
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ᾽ ἡμῖν τεκέεσσί τ᾽ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.»
Η Μετάφραση (Καζαντζάκη - Κακριδή)
«Κρίμα δεν είναι, Τρώες και Αχαιοί με τις καλές περικνημίδες
για μια τέτοια γυναίκα τόσον καιρό να πάσχουν μαύρα πάθη·
τι μοιάζει της αθάνατης θεάς απαράλλαχτα στο θώρι.
Μόνο και έτσι, ας φύγει με τα καράβια, ας πάει, και ας μη μας μείνει
εμάς και των παιδιών μας συμφορά για τα κατοπινά μας.»
Λεξιλογική και Νοηματική Ανάλυση
  • «οὐ νέμεσις»: Σημαίνει «δεν υπάρχει λόγος για οργή/ντροπή», «δεν είναι άδικο». Οι γέροντες δικαιολογούν τον δεκαετή πόλεμο και τους χιλιάδες θανάτους μέσα σε δύο λέξεις.
  • «τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ»: «Για μια τέτοια γυναίκα». Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη δεικτική αντωνυμία «τέτοια» αντί για περιγραφή. Το «τέτοια» αναγκάζει τον ακροατή να φανταστεί το μέγιστο δυνατό κάλλος.
  • «εἰς ὦπα ἔοικεν»: «Μοιάζει στο πρόσωπο / στο θώρι». Η ομορφιά της δεν είναι ανθρώπινη, αλλά θεϊκή («αθανάτῃσι θεῇς»).
  • «πῆμα λίποιτο»: Παρά τον θαυμασμό τους, οι γέροντες παραμένουν λογικοί. Αναγνωρίζουν ότι η ομορφιά της είναι μια καταστροφική δύναμη («πῆμα» σημαίνει συμφορά, πληγή) και εύχονται να φύγει για να σωθεί η πόλη.
  • Να δούμε πώς ο Ευριπίδης στην τραγωδία «Ελένη» αξιοποίησε τον μύθο του ειδώλου. Στην ομώνυμη τραγωδία του (412 π.Χ.), ο Ευριπίδης ανατρέπει πλήρως την ομηρική εκδοχή, βασιζόμενος στην Παληνωδία του λυρικού ποιητή Στησίχορου. Χρησιμοποιεί τον μύθο του «ειδώλου» για να ασκήσει μια βαθιά αντιπολεμική κριτική και να παίξει με τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και την ψευδαίσθηση.
    Η πλοκή του μύθου στον Ευριπίδη
    • Η αληθινή Ελένη στην Αίγυπτο: Η πραγματική Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Η Ήρα, για να εκδικηθεί τον Πάρη που επέλεξε την Αφροδίτη, την έκλεψε και την έστειλε στην Αίγυπτο, υπό την προστασία του βασιλιά Πρωτέα. Εκεί, η Ελένη παραμένει πιστή σύζυγος, θρηνώντας για την κακή της φήμη.
    • Το «νεφέλινο» είδωλο στην Τροία: Στην Τροία πήγε ένα ομοίωμα της Ελένης, φτιαγμένο από σύννεφο και αέρα («έμπνουν είδωλον»). Αυτό το φάντασμα διεκδίκησαν οι Έλληνες και αυτό έκλεψε ο Πάρης.
    Πώς αξιοποιεί ο Ευριπίδης το είδωλο
    • Το παράλογο του πολέμου: Αυτό είναι το κεντρικό αντιπολεμικό μήνυμα του έργου. Έλληνες και Τρώες σφάζονταν επί δέκα χρόνια, χιλιάδες ήρωες έχασαν τη ζωή τους και μια ολόκληρη πόλη καταστράφηκε «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» (όπως έγραψε αργότερα ο Γιώργος Σεφέρης, εμπνευσμένος από την τραγωδία). Ο πόλεμος αποδεικνύεται μια τραγική παρεξήγηση, βασισμένη σε ένα ψέμα.
    • Το παιχνίδι «Είναι» και «Φαίνεσθαι»: Ο Ευριπίδης εισάγει μια έντονη φιλοσοφική διάσταση. Το είδωλο είχε το όνομα της Ελένης, αλλά η Αίγυπτος είχε το σώμα της. Όταν ο Μενέλαος ναυαγεί στην Αίγυπτο έχοντας μαζί του το είδωλο, έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική του γυναίκα. Η τραγική ειρωνεία κορυφώνεται καθώς ο Μενέλαος δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την αλήθεια, επειδή είναι τυφλωμένος από την ψευδαίσθηση (το είδωλο) που κρατούσε τόσα χρόνια.
    • Η αποκατάσταση της γυναικείας τιμής: Στην Ιλιάδα, η Ελένη κουβαλά τις τύψεις της μοιχείας και της καταστροφής. Στον Ευριπίδη, η Ελένη αποκαθαίρεται ηθικά. Είναι μια τραγική φιγούρα, θύμα των θεών, η οποία υποφέρει στην εξορία, ενώ η φήμη της στον κόσμο είναι αυτή μιας άπιστης γυναίκας.
    • Η εξαΰλωση του ειδώλου: Η λύση του δράματος ξεκινά όταν το είδωλο πετάει στον ουρανό και χάνεται, αποκαλύπτοντας στους Τρώες και τους Έλληνες την απάτη των θεών. Μόνο τότε μπορεί ο Μενέλαος να ενωθεί ξανά με την πραγματική Ελένη και να επιστρέψουν στην Σπάρτη.
  • Να αναλύσουμε τη θέση του Λιαντίνη για το πώς ο Έρωτας και ο Θάνατος συνδέονται στο πρόσωπο της Ελένης. Στη φιλοσοφική σκέψη του Δημήτρη Λιαντίνη, ο Έρωτας και ο Θάνατος δεν είναι αντίθετες δυνάμεις, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο πρόσωπο της Ωραίας Ελένης, αυτή η ακραία υπαρξιακή σύνδεση φτάνει στην απόλυτη κορύφωσή της.
    Ο Λιαντίνης αναλύει αυτή τη σχέση μέσα από συγκεκριμένους άξονες:
    1. Η Ομορφιά ως «Μαγνήτης» του Θανάτου
    • Το τίμημα του Κάλλους: Η Ελένη ενσαρκώνει την τέλεια ομορφιά, η οποία προκαλεί έναν ακατανίκητο ερωτικό πόθο.
    • Η πορεία προς την καταστροφή: Αυτός ο ακραίος έρωτας δεν οδηγεί στην ειρήνη, αλλά στη βία, στον πόλεμο και στον αφανισμό. Χιλιάδες άνδρες οδηγήθηκαν στον θάνατο στην Τροία, παρασυρμένοι από τη δύναμη της ερωτικής έλξης που εξέπεμπε η Ελένη.
    2. Η Ελένη ως «Πύλη» του Αθέατου
    • Η θέαση του Υπέροχου: Ο Λιαντίνης εξηγεί ότι όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το απόλυτο κάλλος (τον Έρωτα), βιώνει ένα σοκ τόσο ισχυρό που ισοδυναμεί με έναν «μικρό θάνατο».
    • Η θυσία για το Ιδανικό: Ο θάνατος των ηρώων κάτω από τα τείχη της Τροίας δεν είναι μια απλή στρατιωτική απώλεια. Είναι μια συνειδητή θυσία. Οι άνθρωποι επιλέγουν να πεθάνουν, επειδή η διεκδίκηση της Ελένης (του απόλυτου Έρωτα) δίνει νόημα στη θνητή και εφήμερη ύπαρξή τους.
    3. Το Είδωλο και η Ματαιότητα
    • Το κυνήγι του ανέφικτου: Όπως είδαμε στον Ευριπίδη και τον Στησίχορο, οι ήρωες πέθαναν για ένα «είδωλο», ένα σύννεφο.
    • Η φιλοσοφική ερμηνεία: Ο Λιαντίνης χρησιμοποιεί αυτό το στοιχείο για να δείξει τη ματαιότητα της ανθρώπινης μοίρας. Ο άνθρωπος κινείται από τον Έρωτα για να κατακτήσει την ομορφιά, αλλά τελικά κατακτά το τίποτα, το κενό, δηλαδή τον Θάνατο. Ο Έρωτας είναι η ψευδαίσθηση (το είδωλο) που μας σπρώχνει στην αγκαλιά του Θανάτου (της πραγματικότητας).
    4. Η Βιολογική και Μεταφυσική Ένωση
    • Η διαιώνιση της ζωής: Στο βάθος της σκέψης του Λιαντίνη, ο Έρωτας είναι η απάντηση της φύσης στον Θάνατο. Μέσω της αναπαραγωγής και της ερωτικής ορμής, η ζωή νικά τη φθορά.
    • Η τραγική ειρωνεία: Η Ελένη, η κατεξοχήν πηγή της ζωής και της αναπαραγωγικής ομορφιάς, γίνεται ταυτόχρονα η αιτία της μεγαλύτερης σφαγής της αρχαιότητας. Η ίδια η μήτρα του Έρωτα γεννά τον Θάνατο.

  • Στον μύθο της «Παληνωδίας» του Στησίχορου που ανέφερε συχνά ο Λιαντίνης.Ο μύθος της «Παληνωδίας» του λυρικού ποιητή Στησίχορου (6ος αι. π.Χ.) αποτελεί κομβικό σημείο στις αναλύσεις του Δημήτρη Λιαντίνη. [Λιαντίνης] Είναι η ιστορία της τύφλωσης, της μετάνοιας και της φιλοσοφικής αποκατάστασης της Ελένης.
    Ο Μύθος: Από την Ύβρη στην Τύφλωση
    • Η Ύβρις: Ο Στησίχορος, ακολουθώντας την παραδοσιακή ομηρική εκδοχή, έγραψε αρχικά ένα ποίημα όπου παρουσίαζε την Ελένη ως άπιστη σύζυγο, μοιχαλίδα και υπαίτια για την καταστροφή της Τροίας.
    • Η Τιμωρία: Σύμφωνα με τον μύθο, αμέσως μόλις ολοκλήρωσε το ποίημα, ο ποιητής τυφλώθηκε. Η Ελένη, που είχε πλέον θεοποιηθεί, τον τιμώρησε για την προσβολή.
    • Η Φώτιση: Ο Στησίχορος κατάλαβε το λάθος του. Συνειδητοποίησε ότι η αλήθεια ήταν διαφορετική και ότι είχε υποπέσει σε πλάνη.
    Η «Παληνωδία» (Η αναίρεση)
    Για να ξαναβρεί το φως του, ο ποιητής συνέθεσε ένα νέο ποίημα, την Παληνωδία (που σημαίνει «πάλι τραγουδώ», ανασκευάζω). Οι πιο διάσημοι στίχοι που διασώθηκαν (από τον Πλάτωνα στον Φαίδρο) ξεκινούν με την κατηγορηματική διάψευση:
    «Οὐκ ἔστ᾽ ἔτυμος λόγος οὗτος, / οὐδ᾽ ἔβας ἐν νηυσὶν εὐσέλμοις, / οὐδ᾽ ἵκεο πέργαμα Τροίας.»
    (Δεν είναι αλήθεια αυτός ο λόγος, / ούτε ανέβηκες στα καλοτάξιδα καράβια, / ούτε έφτασες ποτέ στα κάστρα της Τροίας).
    Μόλις έγραψε αυτούς τους στίχους, η όρασή του αποκαταστάθηκε αμέσως. Σε αυτό το νέο ποίημα εισάγεται για πρώτη φορά η ιδέα ότι στην Τροία πήγε το «είδωλο» και η πραγματική Ελένη παρέμεινε αγνή στην Αίγυπτο.
    Πώς ερμηνεύει ο Λιαντίνης την Παληνωδία;
    Στο έργο του και στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις, ο Λιαντίνης χρησιμοποιεί τον μύθο του Στησίχορου ως ένα βαθύτατο γνωσιολογικό και υπαρξιακό μάθημα:
    • Η τύφλωση του όχλου: Ο Λιαντίνης εξηγεί ότι ο Στησίχορος τυφλώθηκε επειδή έγινε «ένα με τον όχλο». Επανέλαβε την εύκολη, επιφανειακή κατηγορία κατά της Ελένης. Η απώλεια της όρασής του συμβολίζει την πνευματική τύφλωση του ανθρώπου που βλέπει μόνο το «φαίνεσθαι» (το είδωλο) και όχι το «είναι» (την ουσία).
    • Η αληθινή όραση είναι εσωτερική: Η αποκατάσταση της όρασης του Στησίχορου δεν είναι απλώς ένα ιατρικό θαύμα. Είναι η μετάβαση από την άγνοια στη γνώση. Ο ποιητής ξαναβλέπει μόνο όταν κατανοεί ότι η Απόλυτη Ομορφιά (η Ελένη) δεν μπορεί να λερωθεί, να κλαπεί ή να φθαρεί από έναν πόλεμο.
    • Το κυνήγι των σκιών: Ο Λιαντίνης συνδέει την Παληνωδία με τον Μύθο του Σπηλαίου του Πλάτωνα. Οι άνθρωποι (Έλληνες και Τρώες) πολεμούν και πεθαίνουν για τις σκιές που βλέπουν στον τοίχο της σπηλιάς, νομίζοντας ότι είναι η πραγματικότητα.
  • Στον τρόπο που επηρέασε αυτή η ομηρική προσέγγιση τη σύγχρονη λογοτεχνία (π.χ. τον Σεφέρη ή τον Ελύτη). [1, 2, 3]  Η ομηρική και ευριπίδεια προσέγγιση της Ωραίας Ελένης ως αφηρημένης ιδέας και άπιαστου ειδώλου άφησε βαθύ αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, με κορυφαίους εκφραστές τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη. Οι δύο νομπελίστες ποιητές μας χρησιμοποίησαν τον μύθο για να μιλήσουν για τα τραύματα της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και για την αναζήτηση της απόλυτης ομορφιάς.
    1. Γιώργος Σεφέρης: Η ματαιότητα και το «πουκάμισο αδειανό»
    Ο Σεφέρης, βαθιά επηρεασμένος από την τραγωδία του Ευριπίδη, γράφει το εμβληματικό ποίημα «Ελένη» (στη συλλογή ...Κύπρον, οὗ μ᾽ ἐθέσπισεν..., 1955). Το ποίημα γράφεται μετά την επίσκεψή του στην Κύπρο και εν μέσω του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων, κουβαλώντας το βάρος των πρόσφατων καταστροφών (Μικρασιατική Καταστροφή, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος).
    • Η συνάντηση στην Αίγυπτο: Ο ποιητής δίνει τον λόγο στον Τεύκρο (τον ήρωα του Τρωικού πολέμου), ο οποίος συναντά την πραγματική Ελένη στην Αίγυπτο και συνειδητοποιεί με τρόμο την απάτη:
      «Δεν ήταν η Ελένη, ήταν ένα πουκάμισο αδειανό»
    • Το αντιπολεμικό μήνυμα: Ο Σεφέρης υιοθετεί πλήρως τον μύθο του ειδώλου για να εκφράσει την απόλυτη ματαιότητα του πολέμου. Οι άνθρωποι σφάζονται για απατηλά ιδανικά, για πολιτικές υποσχέσεις και «φαντάσματα», ενώ η αλήθεια βρίσκεται αλλού.
    • Η ειρωνεία των θεών: Ο πόλεμος στην Τροία, όπως και οι σύγχρονοι πόλεμοι, δεν ήταν παρά ένα καπρίτσιο των ισχυρών (των θεών), που άφησε πίσω του μόνο ερείπια και πόνο:
      «Τόσος πόνος τόση ζωή / πήγαν στην άβυσσο / για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.»
    2. Οδυσσέας Ελύτης: Η Ελένη ως το απόλυτο ελληνικό Φως
    Αν ο Σεφέρης βλέπει στην Ελένη την τραγική ματαιότητα της ιστορίας, ο Ελύτης επιστρέφει στην ομηρική αφαίρεση. Για τον Ελύτη, η Ελένη δεν είναι μια γυναίκα που προκάλεσε καταστροφές, αλλά η ίδια η προσωποποίηση του ελληνικού καλοκαιριού, του φωτός και της αιώνιας εφηβείας.
    • Η Ελένη της φύσης: Στο ποίημά του «Ελένη» (από τα Προσανατολισμούς, 1940), η μορφή της ταυτίζεται με τα στοιχεία της φύσης. Είναι τα τζιτζίκια, το φως του ήλιου, τα δέντρα και η θάλασσα του Αιγαίου:
      «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι / Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές / Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμό Εσένα!»
    • Η αιώνια, άπιαστη ομορφιά: Ακολουθώντας το ομηρικό «τρικ» (να μην περιγράφει αλλά να υποβάλλει την ομορφιά), ο Ελύτης μετατρέπει την Ελένη σε μια ιδέα που δεν μπορεί να αιχμαλωτιστεί. Είναι η αθωότητα και η ομορφιά του κόσμου που παραμένει ζωντανή, παρά τις ιστορικές αντιξοότητες:
      «Τώρα που ο ουρανός ανοίγει τα φτερά του / Και η Ελένη περνάει με το πρώτο πουλί της αυγής...»
    Η σύνοψη της επίδρασης
    Οι σύγχρονοι ποιητές μας πήραν το ομηρικό και ευριπίδειο νήμα και το προσάρμοσαν στον 20ό αιώνα:
    1. Για τον Σεφέρη, η Ελένη είναι η πολιτική και υπαρξιακή διάψευση (πεθάναμε για ένα ψέμα).
    2. Για τον Ελύτη, η Ελένη είναι η μεταφυσική ελπίδα (η ομορφιά και το φως του κόσμου δεν μπορούν να πεθάνουν).
Στο κορυφαίο του έργο, τη Γκέμμα (1997), ο Δημήτρης Λιαντίνης συνθέτει όλες τις παραπάνω λογοτεχνικές αναφορές για να διατυπώσει τη δική του, σκληρή αλλά λυτρωτική, φιλοσοφική θεωρία για τη ζωή. Την ίδια στιγμή, ο Γιάννης Ρίτσος στην Τέταρτη Διάσταση (1972) αποδομεί τον μύθο με έναν εντελώς διαφορετικό, συγκλονιστικό τρόπο.

1. Ο Λιαντίνης, η «Γκέμμα» και η δικαίωση των Ποιητών
Στη Γκέμμα, ο Λιαντίνης χρησιμοποιεί τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Σολωμό όχι απλώς ως λογοτέχνες, αλλά ως «μύστες» της αλήθειας. Για τον Λιαντίνη, οι μεγάλοι ποιητές είναι οι μόνοι που κατάφεραν να δουν πίσω από το «είδωλο» της Ελένης.
  • Η σύνθεση Σεφέρη - Ελύτη: Ο Λιαντίνης εξηγεί ότι ο Σεφέρης (με το «πουκάμισο αδειανό») είδε την τραγική, ιστορική πλευρά της ύπαρξης—το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναλώνονται σε μάταιους αγώνες. Αντίθετα, ο Ελύτης είδε τη φυσική, συμπαντική πλευρά—την ομορφιά που παραμένει άφθαρτη στο φως του Αιγαίου.
  • Το «Έζησα» μέσω του Κάλλους: Στο κεντρικό ερώτημα της Γκέμμας για το τι σημαίνει να ζει κανείς αληθινά, ο Λιαντίνης απαντά ότι η κατάκτηση της ομορφιάς απαιτεί τη γνώση του θανάτου. Αναφέροντας το ομηρικό παράδειγμα, τονίζει ότι οι ήρωες που πέθαναν στην Τροία δεν έχασαν. Αντίθετα, έζησαν στο απόλυτο, επειδή κινήθηκαν από το πάθος για το Ιδανικό (την Ελένη).
  • Η Ομορφιά ως Φως και Σκοτάδι: Στη Γκέμμα, ο Λιαντίνης καταλήγει ότι η Ωραία Ελένη είναι η ίδια η Φύση. Είναι πανέμορφη και ζωοδότρα (όπως στον Ελύτη), αλλά ταυτόχρονα αδιάφορη για τον ανθρώπινο πόνο και καταστροφική (όπως στον Σεφέρη).

2. Η γερασμένη «Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου
Ο Γιάννης Ρίτσος στον εκπληκτικό ποιητικό του μονόλογο «Ελένη» (από την Τέταρτη Διάσταση) κάνει την πιο ριζοσπαστική ανατροπή: φέρνει την Ωραία Ελένη αντιμέτωπη με τον χρόνο και τη φθορά.
  • Η απομυθοποίηση των γηρατειών: Η Ελένη του Ρίτσου δεν είναι πλέον το άπιαστο είδωλο, ούτε η λαμπερή θεά. Είναι μια υπέργηρη γυναίκα, κλεισμένη σε ένα παλιό, σκονισμένο αρχοντικό στη Σπάρτη, περιτριγυρισμένη από παλιές φωτογραφίες, νεκρά αντικείμενα και προδομένες αναμνήσεις. Το δέρμα της έχει ρυτιδιάσει, τα μάτια της έχουν θαμπώσει.
  • Η ματαιότητα της δόξας: Κοιτάζοντας το παρελθόν, η Ελένη του Ρίτσου θυμάται τον πόλεμο της Τροίας με μια βαθιά αίσθηση ειρωνείας και αδιαφορίας. Συνειδητοποιεί ότι η ομορφιά της, για την οποία σκοτώθηκαν τόσοι άνδρες, ήταν μια παγίδα του χρόνου. Οι ήρωες πέθαναν για κάτι που τελικά ήταν προορισμένο να σαπίσει.
  • Η ισοπέδωση από τον Χρόνο: Για τον Ρίτσο, ο πραγματικός νικητής δεν είναι ούτε οι Έλληνες ούτε οι Τρώες, αλλά ο Χρόνος. Η Ελένη κατανοεί ότι η ομορφιά, η δόξα, τα πλούτη και οι έρωτες είναι εφήμερα. Στο τέλος, μένει μόνο η μοναξιά και η κοινή ανθρώπινη μοίρα της φθοράς:
    «Ναι, ναι,– τόσες ανώφελες θυσίες, τόσες χαμένες ζωές [...] κι όλα για ένα τίποτα, για ένα πουκάμισο αδειανό,– που λέει κι ο ποιητής...» (Ο Ρίτσος εδώ κλείνει το μάτι στον Σεφέρη).

Η Φιλοσοφική Σύνοψη
Αν ενώσουμε τα κομμάτια αυτού του μεγάλου πνευματικού παζλ:
  1. Ο Όμηρος κρύβει το πρόσωπό της για να την κάνει Αιώνια.
  2. Ο Ευριπίδης την κάνει Σύννεφο για να δείξει το παράλογο του πολέμου.
  3. Ο Σεφέρης θρηνεί για τη Ματαιότητα του ειδώλου της.
  4. Ο Ελύτης τη μετατρέπει σε Αθάνατο Φως.
  5. Ο Ρίτσος την προσγειώνει στη Φθορά της ανθρώπινης σάρκας.
  6. Ο Λιαντίνης τη χρησιμοποιεί ως το απόλυτο σύμβολο που ενώνει τον Έρωτα με τον Θάνατο.
Ας σταθούμε σε δύο συγκλονιστικά αποσπάσματα, ένα από τη Γκέμμα του Λιαντίνη και ένα από την Ελένη του Ρίτσου, για να νιώσουμε τη δύναμη των λέξεών τους.
1. Το Απόσπασμα από τη Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη
Στο κεφάλαιο «Οι Ποιητές», ο Λιαντίνης περιγράφει την ομορφιά της Ελένης όχι ως κάτι γλυκό, αλλά ως μια δύναμη τρομακτική και ιερή, που συνθλίβει τον άνθρωπο και τον φέρνει αντιμέτωπο με το πεπρωμένο του:
«Η ομορφιά της Ελένης δεν είναι η ομορφιά της κούκλας. Είναι η ομορφιά του κεραυνού και της ηφαιστειακής λάβας. Είναι το κάλλος που σφάζει. Όταν ο Όμηρος αρνείται να την περιγράψει, δεν το κάνει από αδυναμία, αλλά από γνώση βαθιά. Γιατί η απόλυτη ομορφιά είναι σαν τον ήλιο· αν την κοιτάξεις κατάματα, σε τυφλώνει. Οι γέροντες στα τείχη της Τροίας δεν είδαν μια γυναίκα· είδαν το ίδιο το μυστήριο της ζωής και του θανάτου να περπατά ανάμεσά τους. Και γι' αυτό ψιθύρισαν: "Ας πεθάνουμε, αλλά γι' αυτό το υπέροχο τίποτα".»
2. Το Απόσπασμα από την Ελένη του Γιάννη Ρίτσου
Στον αντίποδα, η γερασμένη Ελένη του Ρίτσου κοιτάζει τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω της και συλλογίζεται με πικρή σοφία πώς η ομορφιά, η δόξα και οι πόλεμοι σβήνουν μπροστά στο πέρασμα του χρόνου:
«Ίσως εκεί που κάποιος πεθαίνει, κάποιος άλλος να γεννιέται.
Ίσως τα πράγματα να έχουν γίνει πια τόσο διάφανα,
που η ίδια η ομορφιά να μην είναι παρά μια άδεια θέση,
ένα πουκάμισο αδειανό, που λέει κι ο ποιητής...
Κι οι άνθρωποι, Θεέ μου, να σκοτώνονται για έναν ίσκιο,
για μια σημαία, για μια λέξη που άλλαξε νόημα,
ενώ ο χρόνος κυλάει βουβός κάτω από τα κρεβάτια μας,
και ξεφλουδίζει τους τοίχους, και μας παίρνει τα δόντια,
και μας αφήνει μονάχους μες στη σκόνη.»

Αυτά τα δύο κείμενα δείχνουν πώς η ίδια ιδέα μπορεί να γεννήσει δύο διαφορετικά φιλοσοφικά μεγέθη: την έξαρση της ζωής στον Λιαντίνη και τη μελαγχολία της φθοράς στον Ρίτσο.
=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To μπλόκ " Στοχσμός-Πολιτική" είναι υπεύθυνο μόνο για τα δικά του σχόλια κι όχι για αυτά των αναγνωστών του...Eπίσης δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχεται από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.