Η συζήτηση που εκτυλίχθηκε στον αέρα δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών. Ο λόγος ήταν ωμός, αιχμηρός και βαθιά πολιτικός. Το βασικό συμπέρασμα που αναδείχθηκε ήταν ένα: η υπόθεση των υποκλοπών δεν έκλεισε, θάφτηκε. Και αυτό, όπως τονίστηκε, δεν αποτελεί απλώς μια δικαστική εξέλιξη, αλλά ένα θεσμικό γεγονός με βαρύτατες συνέπειες για τη δημοκρατία.
Ο Απόστολος Πετράκης υποστήριξε με σαφήνεια ότι η αρχειοθέτηση της υπόθεσης δεν προέκυψε μέσα από ουσιαστική έρευνα, αλλά μέσω μιας διαδικασίας που αγνόησε κρίσιμα στοιχεία και μαρτυρίες. Το γεγονός ότι δεν εξετάστηκαν ουσιώδεις παράμετροι, ούτε κλήθηκαν βασικοί μάρτυρες, δημιουργεί όπως ειπώθηκε, εύλογες υποψίες συγκάλυψης.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως πρότυπο για το πώς αντιμετωπίζονται μεγάλα σκάνδαλα στη χώρα. Όπως επισημάνθηκε, η επαναλαμβανόμενη τακτική είναι απλή: αποδίδονται ευθύνες σε «δευτερεύοντα» πρόσωπα, ενώ το πολιτικό σύστημα παραμένει στο απυρόβλητο. Ένα μοτίβο που, κατά τους συνομιλητές, έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι πρόκειται για μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατίας. Οι παρακολουθήσεις δεν αφορούσαν απλούς πολίτες, αλλά κορυφαία πρόσωπα της πολιτικής, στρατιωτικής και . . .



