Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

«Θεός και Κεφάλαιο». Κριτική της Κριτικής*

Αποσπάσματα από την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Λάμπου, "Θεός και Κεφάλαιο"
(εκδόσεις Κουκκίδα, 2015) στο Art Polis cafe τον Δεκέμβριο 2015 -
μίλησαν οι Γιάννης Καζάκος, Περικλής Κοροβέσης, Μηνάς Παπαγεωργίου και Κώστας Χαριτάκης


Θεός και Κεφάλαιο: Μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Λάμπου

Ο συγγραφέας από την αρχή δηλώνει ευθέως ότι ο στόχος του βιβλίου του είναι η αποκάλυψη του «σκοταδιστικού και εξουσιαστικού» μύθου του παντοδύναμου θεού και της μεταθανάτιας ζωής, που στηρίζεται στην άγνοια, στο φόβο, στο δόλο και στη βία. Ταυτόχρονα δηλώνει ότι το βιβλίο θέλει να βοηθήσει στη χάραξη του δρόμου της γνώσης, της συνείδησης, της ανθρωπιάς και της πάλης για έναν καλύτερο γήινο κόσμο.
Όπως υποστηρίζει, η κάθε εξουσία, όταν οργανώθηκε σε κράτος και νομοθέτησε για την ατομική ιδιοκτησία γης και μέσων παραγωγής, μετέτρεψε τον σκοταδιστικό αυτό μύθο σε σωτηριολογική θρησκεία, σε εξουσιαστική ιδεολογία, σε εργαλείο εκφοβισμού, αλλοτρίωσης και υποταγής των εξουσιαζόμενων.

Αντίθετα, οι εξουσιαζόμενοι προσπάθησαν πάντα, σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις απελευθέρωσης από τους σκοταδιστικούς μύθους, τις εξουσιαστικές ιδεολογίες και τα ιερατεία, ώστε ταυτόχρονα να γίνει πιο εύκολη και η απελευθέρωσή τους από την καταπίεση και εκμετάλλευση από τις εξουσιαστικές ελίτ, με στόχο την κοινωνική ισότητα.

Μέσα από τους αγώνες τους απεκόμισαν εμπειρία και γνώσεις τέτοιες, ώστε να τους γίνει κατανοητό ότι η απελευθέρωσή τους αν ποτέ επιτευχθεί, δεν μπορεί παρά να είναι δικό τους έργο. Δεν μπορούν να την περιμένουν από κάποιον μεσσία ή σωτήρα. Έτσι αυτή τους η εμπειρία τους οδηγεί και στο να απομυθοποιήσουν τον εξουσιαστικό ρόλο των θρησκειών, οι οποίες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, ενώ υποκριτικά διατείνονται ότι είναι με το μέρος των φτωχών και περιθωριοποιημένων και ότι αυτοί είναι οι “μακάριοι”, στην πραγματικότητα στηρίζουν τους εξουσιαστές-εκμεταλλευτές τους. ...

Ο Κώστας υποστηρίζει: μαζί με την αμφισβήτηση της εξουσίας, φτάσαμε σήμερα στο σημείο, πολλοί “υπήκοοι” να αμφισβητούν και να αποστασιοποιούνται ταυτόχρονα από τον μύθο του θεού και όσους άλλους τον συνοδεύουν, δηλαδή τον μύθο της “αθάνατης ψυχής” ή της “μεταθανάτιας ζωής”. Αυτή η απομυθοποίηση-αποκάλυψη κάνει δυνατό σήμερα το σπάσιμο του φαύλου κύκλου “μεταξύ εξουσίας και θρησκείας, και η θρησκεία αποδυναμώνεται σταδιακά ως υποτιθέμενο καταφύγιο των κυνηγημένων από το κεφάλαιο και την εξουσία”, όπως το διατυπώνει χαρακτηριστικά ο Κώστας στο προλογικό του σημείωμα. Παρόλο, λέω εγώ τώρα, που φαινομενικά υπάρχει η εντύπωση ότι αντίθετα ενδυναμώνεται ο ρόλος της θρησκείας σαν καταφύγιο των κατατρεγμένων. «Ο θεός …δεν πέθανε» ακόμα, παρ’ όλες τις προβλέψεις του διαφωτισμού. Για αυτό και είναι πάλι δραματικά επίκαιρη η κριτική της θρησκείας και προέχει κάθε κριτικής για την κάθε ετερονομία που διαμορφώνει σήμερα την ατομική και κοινωνική συνείδηση.

Το θέμα βέβαια εξακολουθεί να παραμένει ταμπού για πολλούς συνανθρώπους μας, που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κριτική της θρησκείας αποτελεί “προσβολή της πίστης” τους. Τα δε ιερατεία καταγγέλλουν όσους ασχολούνται για “έγκλημα καθοσιώσεως”. Αυτό κάνει πολλούς αξιόλογους διανοητές να αποφεύγουν να αγγίξουν το ζήτημα, είτε από φόβο, είτε από υστεροβουλία, και η σιωπή τους είναι χρυσός για τα ιερατεία και τη γενικότερη εξουσία, που την εκλαμβάνουν ως συμφωνία και αποδοχή. Η σιωπή τους αυτή είναι προδοσία της ίδιας της κοινωνίας που υποτίθεται ότι υπηρετούν, γιατί συνεισφέρουν στον στραγγαλισμό της κοινωνικής και ατομικής συνείδησης, η οποία καταλήγει έτσι στον “ωχαδερφισμό”, την συνενοχή και την αλλοτρίωση.

Η ιστορία των θρησκειών-πέρα από το αντικειμενικό γεγονός ότι κανένας άνθρωπος δεν επέλεξε τη θρησκεία και την πίστη του, αλλά με το που γεννιέται του τη φυτεύουν στο κεφάλι και στο συναίσθημα μέσα από τη κοινωνικοποίησή του-έχει δείξει ότι όλες “επιβλήθηκαν με τη βία των εξουσιών και λειτούργησαν ως ιδεολογίες υποταγής”. Με εξέχουσα περίπτωση τον χριστιανισμό που ταυτίσθηκε με το κράτος και την κοσμική εξουσία από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και πήρε τα χαρακτηριστικά «σκοταδιστικής απολυταρχικής, εξουσιαστικής και κατακτητικής ιδεολογίας, η οποία πρώτα-πρώτα κατάστρεψε την κοινοκτημοσύνη και την κοινοβιακή ζωή των πρωτοχριστιανών…». Μάλιστα πολλοί κατακτημένοι λαοί αναγκάσθηκαν ως και τη θρησκεία τους να αλλάξουν, για να εξυπηρετεί καλύτερα τους κατακτητές τους.
Πάντα η πραγματική εξουσία εξασφαλίζει την επιβολή της και μέσα από τη θρησκευτική ιδεολογία, αυτή είναι μια βασική θέση του βιβλίου. Μέσω αυτής μετατρέπει τους εξουσιαζόμενους σε μοιρολάτρες και δουλικούς, που αποδέχονται την καταπίεση και εκμετάλλευση σαν “θεία βούληση και δοκιμασία”. Τους κάνει να αποδέχονται τη διαμεσολάβηση της θεοκρατικής ψευδαίσθησης, στις κοινωνικές σχέσεις και στις σχέσεις με τη φύση και τις άλλες μορφές ζωής, πράγμα που υπονομεύει τον αυτοσεβασμό και την αρμονική συμβίωση. Υπονομεύει την αυτοπεποίθηση και τις δυνατότητες που έχει ο καθένας για συμμετοχή στα κοινά, για κοινωνικό έλεγχο και αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας.

Οι ίδιοι οι θρησκευτικοί λειτουργοί γνωρίζουν ότι όλα όσα αναπόδεικτα ισχυρίζονται για τον θεό, την αθάνατη ψυχή, τη μεταθανάτια ζωή και την νεκρανάσταση, είναι συνειδητά ψέματα, αλλά τα αποκρύπτουν χάριν των εξουσιαστικών ιερατείων και της διαπλοκής τους με την οικονομικοπολιτική ελίτ, συντηρώντας δεισιδαιμονίες.

Με το βιβλίο αυτό ο Κώστας προσπαθεί να επαναφέρει στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου το ζήτημα της φύσης και του ρόλου των θρησκειών, ώστε “οι δυνάμεις της εργασίας, της επιστήμης και του πολιτισμού”, όπως χαρακτηρίζει τις κοινωνικές δυνάμεις της οποιασδήποτε αλλαγής, να καταλήξουν σε μια κοινή αντίληψη για τον κόσμο, τη ζωή και την κοινωνία που θέλουμε να ζήσουμε. Προτείνει να δράσουμε συντονισμένα όλοι ενάντια στη θεοκρατούμενη παρακμιακή καπιταλιστική βαρβαρότητα, αποκαθιστώντας στην ανθρώπινη συνείδηση τη δυνατότητα που έχει η ίδια να δημιουργήσει αυτοδιευθυνόμενες κοινωνίες, στις οποίες η οικονομία να τις υπηρετεί, καταργώντας το κεφάλαιο, τις σχέσεις ανισότητας και εκμετάλλευσης, καθώς και τις εξουσιαστικές πολιτικές σχέσεις.

Σε αυτή τη διαδικασία, ο μεγαλύτερος σύμμαχος είναι το μυαλό του καθένα μας και της συλλογικότητάς μας, ο ατομικός και συλλογικός νους, λέει ο Κώστας. Η δε αχίλλειος πτέρνα είναι το παιδικό μυαλό, που το κάθε φορά κυρίαρχο εκπαιδευτικό σύστημα το θεωρεί “σκουπιδοτενεκέ” και το λοβοτομεί, εμφυσώντας του τον μύθο και την άγνοια. Για αυτό πρέπει να σταματήσουμε αυτόν τον βιασμό των παιδικών εγκεφάλων, καλλιεργώντας την κριτική και ολοκληρωμένη σκέψη, ώστε να μπορούν να κάνουν τις δικές τους επιλογές ζωής, σε μια ομαλή κοινωνικοποίηση της νέας γενιάς. Το εξουσιαστικό σύστημα χαράζει ανεξίτηλα στον παιδικό εγκέφαλο, αυτά που υποστηρίζουν τα ιερατεία, ότι δηλαδή η ανθρώπινη φύση είναι ατελής και άπληστη και για αυτό και αμαρτωλή σε σχέση με τη “θεία βούληση”. Για αυτό και το πρόβλημα της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, της ανελευθερίας, των πολέμων, και του ανταγωνισμού δεν έχει λύση επί γης, λένε τα ιερατεία.

Ο Κώστας υποστηρίζει όμως ότι στην ουσία της η ανθρώπινη φύση είναι κοινωνική κατασκευή και άρα αν αλλάξουμε τις κοινωνικές συνθήκες, θα αλλάξουμε και τον κυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο. Και εμείς με τον Γιάννη Μπίλλα, γράφοντας τον ανθρωπολογικό τύπο της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης, θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία, αν δεν αλλάξουμε ταυτόχρονα τον κυρίαρχο ανθρωπολογικό της τύπο. Όμως θεωρούμε ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι μόνο κοινωνική κατασκευή, συμμετέχει στη διαμόρφωσή της και η βιολογία της και η οικογεωγραφία στην οποία αναπτύσσεται. Εδώ διαφαίνεται και μια διαφωνία μας με τον Κώστα, αν και στο κεφάλαιο «Ψυχή σημαίνει Άνθρωπος» υποστηρίζει και αυτός το ίδιο αλλά με άλλα λόγια: «…η ανθρώπινη φύση ή η λεγόμενη ψυχή, δεν είναι παρά συνάρτηση υλικών, φυσικών και κοινωνικών όρων …με αυτήν την έννοια ψυχή σημαίνει άνθρωπος, ως ενιαίο οργανικό σύνολο των υλικών στοιχείων, των βιολογικών συστημάτων, των συναισθηματικών βιωμάτων, των πνευματικών-νοητικών ιδιοτήτων και των δημιουργικών δραστηριοτήτων του, όπως όλα αυτά συνδιαμορφώνονται ως ενιαίο Όλον στο πλαίσιο του ιστορικού, κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος» .

Ο κοινωνικός δαρβινισμός και ο φιλελευθερισμός που τον ενστερνίζεται, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος έτσι ήταν πάντα, είχε ιδιοτελή και ανταγωνιστική φύση, κληρονομημένη από το ζωικό βασίλειο από το οποίο κατάγεται, και άρα του έχουμε φτιάξει και το πιο κατάλληλο για αυτόν κοινωνικοοικονομικό σύστημα, τον καπιταλισμό, που ταιριάζει ακριβώς σε αυτή την κληρονομημένη ανθρώπινη φύση. Η εξελικτική ανθρωπολογία-βιολογία όμως σήμερα αποδεικνύει με σύγχρονα πειράματα με παιδιά κάτω του ενάμισι έτους, ότι ο άνθρωπος μπορεί να μη γεννιέται εγωιστής αλλά να φτιάχνεται, έχει ταυτόχρονα γενετικά και επιγεννετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Είναι ταυτόχρονα και οικο-βιολογική και κοινωνική κατασκευή. Πέρα από τις κοινωνικές συνθήκες, ζωτικής σημασίας είναι ότι την ατομική συνείδηση του κάθε ανθρώπου, τη διαμορφώνει και η κληρονομικότητά του. Η κοινωνικοποίησή του, όμως είναι αποφασιστική για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Αν η εξουσία τον κοινωνικοποιεί με βάση τις ακραίες ανισότητες και την κατασκευασμένη εικόνα του άπληστου, ιδιοτελή, ανταγωνιστικού, δηλαδή τον μαθαίνει να είναι βασικά εγωιστής, επειδή το λέει η θρησκεία ή το εγωιστικό γονίδιο, άλλο τόσο οι εξουσιαζόμενοι θα πρέπει, δημιουργώντας κατάλληλες κοινωνικές και οικονομικές δομές, να του αναπτύσσουν την άλλη πλευρά του, την ανιδιοτελή, την συνεργατική και την κοινοτίστικη. Γιατί ο άνθρωπος ενηλικιώθηκε ιστορικά και μέσα από την αντίληψή του για τα πλεονεκτήματα της ομάδας, της κοινότητας, της κοινωνίας, με βάση το «συνυπάρχειν», «συμβιώνειν», «συμπράττειν», «συναποφασίζειν».

Θα πρέπει λοιπόν πάλι, μέσα από την σημερινή κρίση του καπιταλισμού και των αξιών του, που είχε ως αιτία το γεγονός ότι το 1% του ανθρώπινου πληθυσμού κατέχει το 50% των πόρων του πλανήτη, τον οποίο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε οικολογική καταστροφή, να εξασκήσουμε την τέχνη, γιατί τέχνη είναι, να μην είμαστε εγωιστές. Όπως δεν είναι κληρονομημένος ο άκρατος εγωισμός, έτσι δεν είναι και η ντετερμινιστική αποδοχή της ισότητας , από την ανθρώπινη συνείδηση-φύση. Θα χρειασθεί να δημιουργήσουμε άμεσα ελκυστικά παραδείγματα που θα περάσουν σε αυτήν την ανιδιοτέλεια, τη συνεργατικότητα, τη συλλογικότητα, την ισότητα και την ισορροπία με τη μάνα φύση.

Σε επιστημονικό επίπεδο, το πιο δύσκολο είναι να απορρίψει κανείς την έννοια του θεού την ταυτισμένη με το αέναο συνολικό σύμπαν, το «όλον». Η μέχρι τώρα αδυναμία της αστροφυσικής να διατυπώσει μια «ολιστική» θεωρία( ενοποιημένη θεωρία), δίνει τη δυνατότητα να επανέρχεται η έννοια του θεού σαν την ενοποιητική δύναμη που εξασφαλίζει την ενότητα του σύμπαντος μετά την δημιουργία του από τον «δημιουργό» του. …(Σερν, σωματίδιο του θεού κ.λπ). Ο μύθος της δημιουργίας και του δημιουργού θεού πέρασε και περνά ακόμα στο ατομικό και συλλογικό φαντασιακό, γιατί εξασφαλίζει ακριβώς αυτή την ψευδαίσθηση της ενότητας που είναι υπαρξιακή ανάγκη, νομίζω, για την ανθρώπινη συνείδηση-φύση.

Με την ανάλυση που κάνει ο Κώστας με παράθεση πληθώρας στοιχείων και βιβλιογραφίας, προκύπτει ότι η σημερινή καθολική κρίση δεν είναι φυσικά κρίση της ανθρώπινης φύσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς της, αλλά βασικά κρίση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του καπιταλισμού, που στηριζόμενος στην οικονομική- κοινωνική ανισότητα και την ιδιοκτησία, τη βία, την καταστροφή τόπων και ταυτοτήτων και στον πόλεμο, στρέφεται ακριβώς ενάντια στην ανθρώπινη φύση. Προκύπτει ο αντικοινωνικός και αντιανθρώπινος ρόλος των θρησκειών( η θρησκευτική πίστη ως όπλο μαζικής καταστροφής), που διέσπασαν τις κοινωνίες, έσπειραν διχόνοιες, αιματοκύλισαν και συνεχίζουν να αιματοκυλούν την ανθρωπότητα υπέρ των οργανωμένων εξουσιαστικών ελίτ που ηγεμονεύουν πάνω στην ανθρωπότητα (Η “αθάνατη ψυχή” ως φετίχ της ατομικής ιδιοκτησίας και ως “φιλοσοφική λίθος” της εξουσιαστικής ιδεολογίας).

Προκύπτει επίσης η αισιόδοξη άποψη πως η ανθρωπότητα-κοινωνία πορεύεται, αργά μεν, αλλά σταθερά προς την πνευματική και κοινωνική απελευθέρωση, προς την αταξικότητα, προς έναν καλύτερο κόσμο με επικράτηση του ανθρωπολογικού τύπου homo humanisticus universalis, δηλαδή του νέου ανθρώπου με χαρακτηριστικά συνειδητότητας, δημιουργικότητας και ευτυχίας. Αναφερόμενος στη διαφορά μεταξύ της μυθολογικής πολυθεϊστικής θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων-με πολλούς ανθρωπόμορφους γήινους θεούς και μη μεταφυσικά στοιχεία συμβολισμού και σουρεαλισμού- και των μονοθεϊστικών θρησκειών-ενός μοναδικού παντοκράτορα εξουσιαστή θεού- που κατασκεύασαν οι κοσμικές αντίστοιχες εξουσίες για να δικαιολογήσουν τη θεία προέλευση της εξουσίας τους, την αιτιολογεί με την άμεση δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα, η οποία δεν χρειαζόταν ψευδαισθήσεις, σωτήρες, προφήτες και μεσσίες, σε αντίθεση με την ανάγκη της θεϊκής μάσκας της υπέρτατης εξουσίας του όποιου ηγεμόνα, βασιλιά ή αυτοκράτορα.
Για αυτό και μας καλεί να συμβάλουμε όλοι στον αγώνα του νέου Ανθρώπου για ένα καλύτερο μέλλον, με το να απαλλαγούμε από θρησκευτικές, φυλετικές, εθνικιστικές, ιδεολογικές-κομματικές εντάξεις και δογματισμούς και να επεξεργαστούμε και να υλοποιήσουμε συλλογικά ένα νέο όραμα για την ανθρωπότητα στη βάση της κοινωνικής ισότητας, της ισοκατανομής πόρων και εξουσίας με άμεση δημοκρατία. Ο τελικός στόχος η αταξική κοινωνία σε τοπική, εθνική και οικουμενική κλίμακα και ο σύγχρονος πολιτισμός του οικουμενικού ουμανισμού.

Ως πότε θα τρώμε στη μάπα τον απροκάλυπτο και ξετσίπωτο κοσμικό χαρακτήρα της εξουσίας των ιερατείων τους, τις φαντασιώσεις τους, τα ψυχολογικά τους σύνδρομα, τις προκαταλήψεις και τους ψυχαναγκασμούς τους δήθεν στο όνομα της "αγάπης", τη δηλητηριώδη χολή τους, την εθελοδουλία ανάμεικτη με μισαλλοδοξία απέναντι στη διαφωνία, το θάνατο και το μίσος που ξερνούν μέσα από τις διώξεις, τις Ιερές Εξετάσεις τους, τις τζιχάντ τους, τα ανιστόρητα και γεμάτα εικόνες φρίκης και φόβου και απειλών "ιερών εγχειριδίων" τους, τη λογοκρισία τους, τη δαιμονοποίηση της φύσης, της γνώσης, της ευφυίας, της γυναίκας;

Ως πότε θα πρέπει να ανεχόμαστε να συνυπάρχουμε με τους μονοθεϊστικούς λέοντες και αμνούς μέσα στο λάκκο που κατάντησαν τον κόσμο;

Ως πότε δεν θα αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι ότι οι θρησκείες βάζουν με μανία στόχο την ανεξαρτησία της αντίληψής τους και την αυτοεπίγνωσή τους, μετατρέποντάς τους σε...ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ;

* Ο Γιώργος Κολέμπας είναι πρώην εκπαιδευτικός ΜΕ (Μαθηματικός) και οικο - γεωργός στο Πήλιο

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

"Άθεοι θεοσεβούμενοι"

Χάρης Ναξάκης*

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις ● Εξουσιαστικές Ιδεολογίες
Ο θεός είναι νεκρός… παραμένει νεκρός… τον έχουμε σκοτώσει. Πώς θα παρηγορηθούμε, οι δολοφόνοι όλων των δολοφόνων; Ο,τι ήταν ιερότερο και τρανότερο στον κόσμο πέθανε ματωμένο από τα μαχαίρια μας. Ποιος θα σκουπίσει αυτό το αίμα από πάνω μας… Δεν είναι το μεγαλείο αυτής της πράξης πολύ μεγάλο για μας; Δεν πρέπει εμείς οι ίδιοι να γίνουμε θεοί, ώστε να φανούμε αντάξιοι;  (Φ. Νίτσε)
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Η τρέχουσα συζήτηση στην Ελλάδα για το θρησκευτικό φαινόμενο συνήθως εξαντλείται στις εγκόσμιες εκφάνσεις του: διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας, σχέσεις εκκλησιαστικής ιεραρχίας με τις ελίτ του πλούτου, τα προνόμια της ιεραρχίας αυτής, η πρόσφατη διαμάχη για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών, η αντίληψη ότι η Εκκλησία είναι βασικός πυλώνας του ελληνικού έθνους-κράτους, το εύλογο ερώτημα γιατί υπάρχουν 10.000 δημόσιοι υπάλληλοι κληρικοί ενώ οι δημόσιοι γιατροί είναι 8.000, η συνθηκολόγηση μέρους των εκπροσώπων της εκκλησιαστικής ιεραρχίας με κατακτητές (βλέπε την επιστολή των πατέρων του Αγίου Ορους που καλωσόριζαν τον Χίτλερ στην Ελλάδα) κ.λπ.

Πέρα όμως από τα παραπάνω σημαντικά ζητήματα που τίθενται από την εκκοσμίκευση της θρησκείας, ένα ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Γιατί, ενώ έχουν περάσει τρεις αιώνες από τότε που οι διαφωτιστές εξήγγειλαν το εγκόσμιο σχέδιο για τον θάνατο του θεού, δεν πέθανε ακόμα; Ισως αν άκουγαν τον Πλάτωνα -«η θρησκεία είναι ένα θεραπευτικό ψεύδος»-, θα αντιλαμβάνονταν τη συνθετότητα της θρησκευτικής ανάγκης.

Κώστας Λάμπος Θεός και Κεφάλαιο Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας Εκδόσεις Κουκκίδα, 2015 σελ. 380 |
To βιβλίο του Κ. Λάμπου «Θεός και Κεφάλαιο» δεν μας φωτίζει καθόλου γι’ αυτό, είναι άλλη μία αναγγελία θανάτου χωρίς να υπάρχει το πτώμα. Η εξήγηση για τον Κ. Λάμπο, που είναι προσφιλής στους διαφωτιστικούς κύκλους αριστερής, αναρχικής και φιλελεύθερης απόχρωσης, γιατί ο θεός είναι επτάψυχος, είναι απλή και χιλιοειπωμένη.

Ο μύθος του παντοδύναμου θεού στηρίζεται στην άγνοια και στη βία της εξουσίας. Το επιχείρημα της άγνοιας είναι ιστορικά έωλο. Στη μακραίωνη πορεία των 70.000 χρόνων του Homo Sapiens, οι τελευταίοι τρεις αιώνες όχι μόνο δεν χαρακτηρίζονται από άγνοια, αλλά από μια τεράστια πλημμυρίδα γνώσεων και προόδων της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Γιατί αυτές δεν στάθηκαν ικανές να ξεριζώσουν τη μυθοπλασία του θεού; Οι ίδιοι που επικαλούνται το επιχείρημα της άγνοιας θεωρούν ότι οι προεγγράμματες τροφοσυλλεκτικές – κυνηγετικές κοινωνίες, στις απαρχές της ανθρωπότητας, χαρακτηρίζονταν από εξισωτικές δομές και αντι-ιεραρχικές σχέσεις (ο πρωτόγονος κομμουνισμός του Μαρξ, ο ευγενής άγριος του Ρουσό).

Αν όμως οι θρησκείες επιβλήθηκαν με τη βία των εκμεταλλευτικών εξουσιών για να λειτουργήσουν ως ιδεολογίες υποταγής, γιατί οι άνθρωποι των εξισωτικών και ακρατικών κοινωνιών πίστευαν στα πνεύματα;

Η αποδεικτική δύναμη του λόγου δεν μπορεί να αποκαλύψει, χρησιμοποιώντας κοινώς αποδεκτά εννοιολογικά εργαλεία, επιστημονικά και φιλοσοφικά, τι υπήρχε εν αρχή, την απαρχή της απαρχής. Ο λόγος ποτέ δεν θα αποδείξει αν υπάρχουν πνεύματα μετά θάνατον, αθάνατη ψυχή, κόλαση ή παράδεισος, ζωή μετά θάνατον.

Οι θεολογικές αυτές παραδοχές δεν επιδέχονται επαλήθευση ή διάψευση, είναι αυτοεπαληθεύσιμες, δηλαδή δόγμα. Οποιος ισχυρίζεται ότι μετά θάνατον υπάρχει ψυχή, ας φέρει μια απόδειξη. Ο άνθρωπος είναι ίσως από τα λίγα πλάσματα που έχουν επίγνωση του πεπερασμένου της φύσης του και την ίδια στιγμή αρνείται να αποδεχτεί τη θνητότητά του.

Η αξιοσημείωτη διάρκεια του θρησκευτικού φαινομένου είναι σε άμεση σχέση με το ότι ξορκίζει τη θνητότητα, προσφέρει μια παρηγοριά στο κατατρομαγμένο από τον αφανισμό του άτομο και μια προσδοκία για τη μετά θάνατον ανάστασή του.

Ο Νίτσε ατυχώς εξήγγειλε τον θάνατο του θεού, συνοδεύοντας αυτήν την προτροπή με μία ύβριν, να γίνουμε εμείς θεοί. Δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αντιστρέψει την ιουδαιοχριστιανική παράδοση της ανθρωποποίησης του θείου (Χριστός) σε θεοποίηση του ανθρώπου.

Τα αποτέλεσμα είναι μια ανθρωπολογική τραγωδία. Γίναμε εγκόσμιοι αλαζόνες θεοί και κυριαρχήσαμε πάνω στη φύση και στα άλλα πλάσματα και αυτό που αφήνουμε πίσω μας ως επίτευγμα της προόδου είναι ένας βίος αβίωτος, ένας ελάχιστος εγωκεντρικός εαυτός. Το ανθρωπολογικό υπόδειγμα της νεωτερικότητας είναι ο άθεος θεοσεβούμενος.

Αυτός που σκότωσε τον θεό για να μετατραπεί σε ανελέητο θεό του εαυτού του. Αυτός ο θεός είναι ο πιο αδυσώπητος διότι δεν προσφέρει ούτε τη μετάνοια, τη δυνατότητα εξιλέωσης, στον άλλο, στον συνάνθρωπο, γιατί είναι ένας ατομοκεντρικός θεός. Ο άνθρωπος είναι ο κυριότερος κίνδυνος για τον άνθρωπο και ο μεγαλύτερος απελευθερωτικός στόχος είναι ο αυτοπεριορισμός του.

Το πρότυπο που πρέπει να αναζητήσουμε είναι πώς θα ζήσουμε έναν εγκόσμιο βίο με αυτοδημιουργία και αυτοθέσμιση, μεστή νοήματος, όχι στη βάση ενός ιδεώδους, επίγειου ή ουράνιου παραδείσου. Αλλωστε, ακόμα και αν υπήρχε ζωή μετά θάνατον, θα ήταν μια αβίωτη ζωή αν ήταν μία επανάληψη ενός εγκόσμιου ανεξέταστου βίου. Και τι τραγωδία! Θα διαρκούσε αιώνια.

* Καθηγητής Οικονομικών στο ΤΕΙ Ηπείρου, συγγραφέας
----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

*Απάντηση στο σχόλιο του Χάρη Ναξάκη με τίτλο: Άθεοι θεοσεβούμενοι. Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις Εξουσιαστικές Ιδεολογίες, στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ της 28.11.2016, στην οποία έχει σταλεί, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμα δημοσιευτεί.

Θα ήθελα αφού ευχαριστήσω τον Χάρη Ναξάκη για την καλοσύνη του να κρίνει το τελευταίο βιβλίο μου ‘Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας’, να του ζητήσω συγγνώμη που δεν τον φώτισα καθόλου για όσα τον προβληματίζουν σχετικά με το ‘θρησκευτικό φαινόμενο’, την ‘συνθετότητα της θρησκευτικής ανάγκης’ και το κατά τον Πλάτωνα ‘θεραπευτικό ψεύδος’.
Βέβαια, ο Χάρης Ναξάκης γνωρίζει από τα φοιτητικά του χρόνια ότι δεν είμαι θεολόγος, ούτε και ‘άθεος θεοσεβούμενος’ γιατί ‘θεοί’ δεν υπάρχουν παρά ως σκιάχτρα του κεφαλαίου και της εξουσίας του και αν είχε διαβάσει προσεχτικά το βιβλίο, θα διαπίστωνε ότι ο συγγραφέας του έχει ξεπεράσει ψευτοθεωρίες και ιδεολογήματα περί ‘θρησκευτικού φαινομένου’, περί ‘θρησκευτικής επιστήμης’, ‘θρησκευτικής ανάγκης’ και περί ‘θεραπευτικού ψεύδους’ γιατί όλα αυτά δεν είναι παρά ψευδοφιλοσοφικές θεωρητικές κατασκευές της εκάστοτε εξουσίας που αποσκοπούν στην καθυπόταξη των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού με τη διαμεσολάβηση παρένθετων ‘θεών’ και πρόθυμων αχυρανθρώπων που ασκούν το επάγγελμα της αγυρτείας και της άρχουσας-συστημικής πνευματικής, πολιτικής, και της πολύμορφης κατασταλτικής γραφειοκρατίας που λιβανίζουν και κρύβουν την εκάστοτε πρωτογενή οικονομική εξουσία στα πρυτανεία της οποίας κατά κανόνα σιτίζονται.
Πάντως καμιά επιστήμη δεν διαπίστωσε καμιά ‘θρησκευτική ανάγκη’ στα νεογέννητα παιδιά και κανένας επιστήμονας που σέβεται τον εαυτό του δεν υποστήριξε την ‘θεραπευτικότητα του ψεύδους’. Αντίθετα όλοι μας γνωρίζουμε πόσο ευεργετική είναι η αλήθεια ότι κανένας άνθρωπος δεν επέλεξε την θρησκεία ‘του’, με την οποία, παρά τη θέλησή του μεθοδικά και σκόπιμα, από τα γεννοφάσκια του ταυτίζεται για να μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί, όπως επίσης γνωρίζουμε ότι όλες, χωρίς εξαίρεση, οι θρησκείες επιβλήθηκαν ως εξουσιαστικές ιδεολογίες στις εκάστοτε κοινωνίες από τα εκάστοτε ισχυρότερα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία δια πυρός και σιδήρου με σκοπό την αλλοτρίωση των εργαζόμενων ανθρώπων και την απαλλοτρίωση του πλούτου τους.
Αξιοπερίεργη είναι η άποψη του Ναξάκη ότι είναι ‘ιστορικά έωλη’ η πραγματικότητα πως η θρησκευτικότητα φυτεύεται πάνω στην άγνοια των παιδιών που δεν μπορούν να κρίνουν και για να μην μπορούν να κρίνουν, να συγκρίνουν και να επιλέξουν και καλλιεργείται σε όλη τη ζωή τους με το φόβο και τη βία των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων, άποψη που μάλλον παραπέμπει σε μεταφυσικές αντιλήψεις και απενοχοποιεί τους κατασκευαστές θεών και θρησκειών ως εργαλείων άσκησης εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής εξουσίας. Μάλιστα για να ενισχύσει την άποψή του αυτή επικαλείται το γεγονός ότι «οι τελευταίοι τρεις αιώνες όχι μόνο δεν χαρακτηρίζονται από άγνοια, αλλά από μια τεράστια πλημμυρίδα γνώσεων και προόδων της επιστήμης και της τεχνολογίας», παρακάμπτοντας ή αγνοώντας το γεγονός ότι το μεγαλύτερο τμήμα των κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά αποκλείεται από τη διαδικασία της απόκτησης της αναγκαίας επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης γνώσης, γιατί στον καπιταλισμό, όπως και σε κάθε προηγούμενο εξουσιαστικό σύστημα, η απελευθερωτική γνώση εκτοπίζεται από τα πνευματικά σκουπίδια και κατανέμεται ανάλογα με την κατανομή του πλούτου και με αποκλειστικό σκοπό την διαιώνιση του συστήματος της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, την οποία ο Ναξάκης φαίνεται να αποδίδει στην ‘ανθρώπινη φύση’ και όχι στον τρόπο παραγωγής και διανομής του πλούτου.
Στη συνέχεια φαίνεται να αμφισβητεί ότι «οι προεγγράμματες τροφοσυλλεκτικές-κυνηγετικές κοινωνίες, στις απαρχές της ανθρωπότητας, χαρακτηρίζονταν από εξισωτικές δομές και αντιιεραρχικές σχέσεις», ειρωνευόμενος τον Μαρξ και τον Ρουσώ και παραγνωρίζοντας ή αγνοώντας διαγράφει με μια μονοκονδυλιά τα συμπεράσματα επιστημών όπως η ανθρωπολογία, παλαιοανθρωπολογία, αρχαιολογία, η κοινωνιολογία, η ιστορία κ.λπ. που τεκμηριώνουν την για πολλές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ύπαρξη των κοινωνιών της ισοκατανομής που δεν είχαν, γιατί δεν χρειάζονταν, θεούς και εξουσίες. Μάλιστα για να συνηγορήσει υπέρ του «θρησκευτικού φαινόμενου και της θρησκευτικής ανάγκης των ανθρώπων» επιστρατεύει το επιχείρημα ότι αυτές οι κοινωνίες «πίστευαν στα πνεύματα», ταυτίζοντας τις όποιες υπαρξιακές ανησυχίες, τους φόβους από άγνοια και τους εφιάλτες των πρωτόγονων με τους σύγχρονους βίαιους και απατηλούς εξουσιαστικούς θρησκευτικούς μύθους που τους αποκαλεί ‘θρησκευτικό φαινόμενο’, παραγνωρίζοντας ή αγνοώντας τις στατιστικές ‘θεοσεβούμενων’ και μη σε σχέση με την δυστυχία, την αγραμματοσύνη και την ανέχεια, ή την ευημερία των κοινωνιών και των ανθρώπων που υπάρχουν άφθονες στο βιβλίο και τεκμηριώνουν τη σχέση ευθείας αναλογίας μεταξύ της άγνοιας, του φόβου, της δυστυχίας και της βίας με την ‘θρησκευτικότητα’ ή μη των ανθρώπων και των κοινωνιών.
Θα αρκεστώ σ’ αυτές τις λίγες παρατηρήσεις του Χάρη Ναξάκη, γιατί όλα τα άλλα, περί ‘αναγγελίας θανάτου χωρίς να υπάρχει πτώμα’, περί ‘εφτάψυχου θεού’, περί ‘δύναμης ή αδυναμίας του Λόγου’, περί ‘φόβου του θανάτου’ και περί Νίτσε που αναφέρει δεν έχουν καμιά σχέση με το βιβλίο το οποίο υποτίθεται ότι μελέτησε και κρίνει και θα περίμενε κανείς από έναν ‘καθηγητή οικονομικών’ να αναφερθεί ιδιαίτερα στα τμήματα του βιβλίου που πραγματεύονται τη σχέση μεταξύ της έννοιας του ‘θεού’-φετίχ και της πραγματικότητας του κεφαλαίου, στον πυρήνα, δηλαδή, της σχέσης μεταξύ θρησκείας και εξουσίας. Κι αυτό γιατί η ανθρώπινη τραγωδία, για την Πολιτική Οικονομία, δεν είναι αποτέλεσμα των όποιων υπαρξιακών, έστω και των αυστηρά προσωπικών μεταφυσικών ανησυχιών των ανθρώπων, αλλά της δράσης των οργανωμένων θρησκευτικών και εξουσιαστικών συμμοριών που ευνουχίζουν πνευματικά, λεηλατούν και καταδυναστεύουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα. Οπότε το ζητούμενο παραμένει η ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και το χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου με όπλο την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη Γνώση που οδηγεί στην Αυτογνωσία, στην Επίγνωση και τελικά στην συνειδητοποίηση της ανάγκης για τη συνέχιση του διαχρονικού αγώνα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού με στόχο την κοινωνική αυτοθέσμιση, την κοινωνική αυτοδιαχείριση της οικονομίας και την αμεσοδημοκρατική αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο. Αλλά για να συμβεί αυτό οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας για να μην σκιαμαχούμε με ανεμόμυλους, πράγμα που προσπαθεί να κάνει το βιβλίο ‘Θεός και Κεφάλαιο’, το οποίο ο Ναξάκης κατά έναν ιεροεξεταστικό τρόπο το ρίχνει ως άχρηστο στην πυρά του σκοταδισμού.
Αναμφίβολα η κριτική ενός βιβλίου είναι χρήσιμη για τον συγγραφέα και τους αναγνώστες του βιβλίου όταν είναι ουσιαστική, πλήρης και υπεύθυνη, διαφορετικά αδικεί το βιβλίο και τον κριτή και παραπλανά το αναγνωστικό κοινό όταν είναι ‘ξεπέτα’ από καθέδρας, επιπόλαιη και μηδενιστική ή/και υποταγμένη σε προκρούστιες και μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

================================

Αρχική δημοσίευση της παρουσίασης:



«Θεός και κεφάλαιο». Ένα βιβλίο ‘Πρόσφυγας’,

Γράφει ο Κώστας Λάμπος
Δεν συνηθίζεται, γιατί δεν είναι εύκολη υπόθεση, να γράφει κανείς για θέματα που αποκαλύπτουν την ανηθικότητα και την εγκληματικότητα της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης που επιβάλλει, με άδικους νόμους, σκοταδιστικούς μύθους και με τη βία των κατασταλτικών μηχανισμών, συστήματα κοινωνικής ανισότητας, ρατσισμού και φασισμού σε βάρος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, σε βάρος της κοινωνίας, της Φύσης και της ανθρωπότητας. Το εγχείρημα καθίσταται δυσκολότερο όταν αυτά που γράφεις ‘προσβάλλουν την πίστη’ και τις περί κοινωνίας ιδέες των θυμάτων της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης, που τα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία φύτεψαν μεθοδικά και επίμονα στο μυαλό τους και τους έκαναν να πιστέψουν ότι είναι δικές τους, αν και στην ουσία είναι εναντίον τους. Θύματα που όταν φανατιστούν και χάσουν ολότελα την προσωπικότητά τους μπορούν να κάψουν βιβλία, ακόμα και να σκοτώσουν και να σκοτωθούν.

Πολύ περισσότερο δεν είναι εύκολο να βρεθεί εκδότης για ‘βλάσφημα και αντεξουσιαστικά βιβλία’. Αλλά κι αν βρεθεί κάποιος που σέβεται τον εαυτό του ως διακινητής των ιδεών και της γνώσης, ως υπερασπιστής της ελευθερίας της σκέψης και της πνευματικής δημιουργίας, τότε θα σκοντάψεις πάνω στην ομερτά των καθεστωτικών, κομματικών και μη, ΜΜΕ τα οποία θα σε αγνοήσουν τιμωρώντας σε για την ‘αυθάδειά σου’ απέναντι στο σύστημα κυριαρχίας τους. Αλλά κι αν τελικά ‘βρεθείς στον πηγαιμό για την Ιθάκη’ σου, δεν θα ’ναι μακρύς ο δρόμος σου εξαιτίας της απροθυμίας κάποιων, ευτυχώς όχι όλων, βιβλιοπωλών να σε παρουσιάσουν στο κοινό τους, ή καταχωνιάζοντάς σε, σε κάποιο σκοτεινό πίσω ράφι, ποτέ δεν θα σε ανακαλύψει κανένας, εκτός από εκείνον που άκουσε για το βιβλίο σου και θα επιμείνει να το ψάχνει μέχρι να το βρει.

Το βιβλίο ‘Θεός και κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας’, έφτασε σαν τυχερός ‘πρόσφυγας’ μετ’ εμποδίων και με χίλια ζόρια, χάρη στην αποφασιστικότητα των εκδόσεων ΚΟΥΚΚΙΔΑ, στα ράφια μερικών βιβλιοπωλείων και κατάφερε να εξαντλήσει την πρώτη του δοκιμαστική έκδοση μέσα σε ελάχιστους μήνες, πράγμα που αποδείχνει ότι υπάρχει δίψα για γνώση, ότι δηλαδή υπάρχει αναγνωστικό κοινό για βιβλία που δεν παραπλανούν και κοιμίζουν αλλά ενημερώνουν και αφυπνίζουν. Αυτό το κοινό που διάβασε, αξιολόγησε θετικά αυτό το βιβλίο και τίμησε ήδη δυο βιβλιοπαρουσιάσεις, Αθήνα και Θεσσαλονίκη και ετοιμάζεται να κάνει το ίδιο στην Πάτρα και στην Καρδίτσα και ποιος ξέρει που αλλού ακόμα, και επιμένει να έχει τη δική του άποψη για τα πράγματα και για τον κόσμο στον οποίο ζει και ψάχνει ακόμα για χρήσιμα βιβλία γνώσης, θέλουμε να το ευχαριστήσουμε με τη δεύτερη έκδοση αυτού του βιβλίου. Επιπλέον θεωρούμε υποχρέωσή μας να παρατείνουμε την παρουσία αυτού του βιβλίου στον δημόσιο διάλογο, ο οποίος δεν έβλαψε ποτέ και κανέναν εκτός από τις δυνάμεις εκείνες που μας θέλουν βωβούς, τυφλούς, κωφούς και δούλους ‘θεών’ και αφεντικών.

Και τέτοιες είναι οι δυνάμεις του κεφαλαίου, της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, οι διαπλεκόμενες θρησκείες και ιδεολογίες, συμφέροντα και εξουσίες, που δεν λογαριάζουν και δεν φοβούνται τίποτα εκτός από τον σκεπτόμενο άνθρωπο, τις ενημερωμένες, ακηδεμόνευτες και αυτενεργές δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, όπως αυτές όλο και περισσότερο εκφράζονται μέσα από τα νέα κοινωνικά κινήματα τα οποία χτίζουν αθόρυβα τον καινούργιο κόσμο της κοινωνικής ισότητας μέσα στον παλιό της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας που παράκμασε και φεύγει. Όπως φοβούνται και από τους όλο και περισσότερο, όλο και περισσότερους συνειδητοποιημένους Πολίτες, η διαρκώς αυξανόμενη ταξική και κοινωνική αφύπνιση των οποίων αναδείχνεται σταδιακά σε εφιάλτη του κεφαλαίου και των ‘ιερών νυχτοφυλάκων’ του, αλλά και στην μοναδική ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, για τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας, της άμεσης δημοκρατίας και του οικουμενικού ουμανιστικού πολιτισμού.

Δύσκολα τα πράγματα, αλλά, όποιος μαζεύει, μεθοδικά και επίμονα, επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση, για να μην άγεται και φέρεται ως φερέφωνο σκοταδιστικών μύθων και εξουσιαστικών ιδεολογιών αλλά για να έχει δική του στέρεη γνώμη, γνωρίζει καλά ότι, με τη Λογική των αιώνων, των Λαών και των αγώνων…, κι όμως η ανθρωπότητα κινείται προς το διαχρονικό της όραμα, προς την αταξική κοινωνία.

==========================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου