Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Οχι πια Ελλάδα, όχι ακόμα Ευρώπη


Τ​​ο 1875, το περιοδικό «Ασμοδαίος»* στην Αθήνα (των Ροΐδη, Αννινου, Σουρή, Μητσάκη) χαρακτήριζε το τότε ελλαδικό κρατίδιο «χρυσαλλίδα» (: όχι πια κάμπια, αλλά ούτε ακόμα πεταλούδα – δεν είναι πια Ελλάδα, αλλά ούτε ακόμα Ευρώπη). Εκατόν σαράντα τρία χρόνια από τότε, δύο σχεδόν αιώνες από την Εθνεγερσία, η παρομοίωση εξακολουθεί να ισχύει. Η αδυναμία να συντελεστεί η ποθούμενη μετάλλαξη παγιώνει έναν ανεξέλεγκτο διπολισμό, εξόφθαλμη σχιζοφρένεια.

Για να συντελεστεί η μετάλλαξη, προϋποτίθεται σαφής η επίγνωση: ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε. Τετρακόσια χρόνια απαιδευσίας της πλειονότητας του πληθυσμού είχαν αφήσει άθικτη τη γνησιότητα και ρωμαλεότητα της λαϊκής παράδοσης (με εκπληκτικά επιτεύγματα στην αρχιτεκτονική, στη δημώδη ποίηση και μουσική, στους κοινωνικούς θεσμούς). Ομως το δίλημμα: Ελλάδα ή Ευρώπη προϋπέθετε ενημερότητα, γνώσης - σπουδής εξοπλισμό σε ευρύτατη πληθυσμική κλίμακα προκειμένου να διαμορφωθεί «κοινή γνώμη».

Στα μάτια του απλού λαού, ο Ελληνισμός συνοψιζόταν στην επανάκτηση της «Πόλης» και της «Αγια-Σοφιάς», στο όραμα της αυτοκρατορίας. Ηταν δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να συνειδητοποιηθούν ερωτήματα, όπως: Θα μπορούσε η αυτοκρατορία, ο κοσμοπολίτικος, χωρίς σύνορα Ελληνισμός, να μετασχηματιστεί σε νεωτερικού, ευρωπαϊκού τύπου εθνικό κράτος; Μπορεί ο κοσμοπολίτης Ελληνας να υπάρξει σαν βαλκάνιος επαρχιώτης; Μπορεί τη Βασιλεύουσα Πόλη να την υποκαταστήσει ένα σχεδόν αρβανίτικο χωριό, η Αθήνα; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εκχωρήσει τον ρόλο του σε μια «εθνική» εκκλησία, που λειτουργεί με δημοσίους υπαλλήλους και επιτροπεύεται από ευτελισμένους, ρουσφετολόγους υπουργούς;
Μπορεί η διαχρονικά ακονισμένη γλώσσα της ελληνικής οικουμενικότητας να συμβιβαστεί με τη γλωσσοπενία μιας κρατικής ιδεολογίας και πρακτικής; Μπορεί το τριών χιλιάδων χρόνων πολιτικό άθλημα του «κοινωνείν - αληθεύειν» να εργαλειοποιηθεί για την εξισορρόπηση «δικαιωμάτων» στο πλαίσιο του έθνους - κράτους;

Μια διασάφηση απαραίτητη και ουσιώδης, που απαιτούσε σοβαρή μελέτη και θαρραλέα απεξάρτηση από επιπόλαιες «εντυπώσεις», έπρεπε να αφορά στην τότε Ευρώπη: Γιατί ο τόσος θαυμασμός της για την Αρχαία Ελλάδα και τόση η περιφρόνηση ή και απροκάλυπτη εχθρότητα για τους υστερόχρονους «Γραικούς»; Σίγουρα, ελάχιστοι Ελληνες είχαν τότε διαβάσει Βολταίρο και Μοντεσκιέ, τη χλεύη και την αποστροφή τους για το «Βυζάντιο». Κάποιοι, περισσότεροι ίσως, διέσωζαν τη μνήμη της ίδιας περιφρόνησης και χλεύης στα κηρύγματα των «μισσιοναρίων», που κατά κύματα κατέκλυζαν την Ελλάδα στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, για να μεταστρέψουν στην «ορθή» χριστιανική πίστη τους «πλανεμένους» Ρωμιούς.

Εχουν περάσει δύο αιώνες από την Εθνεγερσία και το «έθνος» συνεχίζει να αποδείχνεται ανίκανο να «εγερθεί». Συνεχίζει να πιστεύει, διακόσια χρόνια τώρα, ότι η κάμπια θα γίνει πεταλούδα με μόνη τη μίμηση, τον μεταπρατισμό, πιθηκίζοντας το ίνδαλμά της – απαράλλαχτα όπως οι απελεύθερες από την αποικιοκρατία κοινωνίες.

Κατρακυλάμε αδυσώπητα στην παρακμή, από ντροπή σε ντροπή και από τη διάλυση στη σήψη, με πεισματική άρνηση να διερωτηθούμε για τα ουσιώδη. Εχουμε ετοιματζίδικες ιδεολογικές απαντήσεις, ακόμα και για ερωτήματα της ιστορικής μας ταυτότητας, της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Η Ευρώπη προχώρησε θαυμαστά, όχι επειδή πρόκοψε στην τεχνολογία, στην οικονομία και στους «καλούς τρόπους» – η ζηλευτή πρόοδος είναι στην ιστορική απροκατάληπτη έρευνα και αυτογνωσία. Ευτυχώς η επιστήμη και η έρευνα δεν πειθαρχούν πάντοτε στον αμοραλισμό της πολιτικής και των «αγορών». Αν δεν επιμέναμε οι Ελληνες στην εκούσια τυφλότητα της κάμπιας, θα πιστοποιούσαμε στην τίμια ευρωπαϊκή ιστοριογραφία τις δυο συμπλεγματικές εμμονές της ψυχολογίας του Ευρωπαίου:

Πρώτη εμμονή, η συχνά καμουφλαρισμένη αλλά άσβεστη αμάχη για την κάποτε ελληνική οικουμενικότητα, που εσκεμμένα και απαξιωτικά ψευδωνυμείται σαν «Βυζάντιο». Τίμιος ο μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff βεβαιώνει την «ανακούφιση» της ευρωπαϊκής elite, όταν οι Τούρκοι κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη: «Εξέλιπε ο δεύτερος πόλος πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στην Ευρώπη, το καίριο εμπόδιο για την ενότητα μιας μελλοντικής Ευρώπης»!

Δεύτερη εμμονή, ο σφετερισμός της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς – συνεχιστής του αρχαιοελληνικού πολιτισμού είναι η μεσαιωνική Δύση: ο σχολαστικισμός και η ειδωλοποιημένη νοησιαρχία του. Η Αρχαία Ελλάδα τέλειωσε ιστορικά με το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας (529 μ.Χ.), την κατάπιε το σκοτάδι του «Βυζαντίου» – σώθηκε όμως στη Δύση με την «Αναγέννηση» και τον «Νεοκλασικισμό»!

Και οι δυο αυτές εμμονές αποτυπώνονται μιμητικά στο δυτικού (νεωτερικού) τύπου ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού νότου. Οι Δυτικές Δυνάμεις εγκρίνουν τη δημιουργία του γιατί είναι ολοκληρωτικά μεταπρατικό, μιμείται θεσμούς και λειτουργίες που γεννήθηκαν από τις ανάγκες και φιλοδοξίες των κοινωνιών της Δύσης, επιτροπευόταν από βασιλική οικογένεια Οίκου ανάκτων της Ευρώπης, κηδεμονεύεται απολύτως οικονομικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά από τις Δυτικές Δυνάμεις. Το κρατίδιο περιλαμβάνει εδαφικά όλα τα αντιπροσωπευτικά τοπωνύμια της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας: Αθήνα, Ελευσίνα, Θήβα, Δελφούς, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Δήλο – επομένως, ελέγχοντας η Δύση το ελληνώνυμο κρατίδιο, διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τη συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, μεταβάλλει το κρατίδιο σε σίγουρο τάφο του μισητού «Βυζαντίου».

Το ερώτημα: ποιοι είμαστε οι σημερινοί ελληνώνυμοι, πού συγκλίνουμε σήμερα με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και πού αποκλίνουμε, τι έχουμε ανάγκη να προσλάβουμε αλλά και τι να προσφέρουμε, ως εταίροι πια, σε σύμπραξη ευρωπαϊκή, είναι λογικά αυτονόητο και πρακτικά αναγκαίο να τεθεί. Αλλά από ποιους; Από τον υπόκοσμο που χαρτζιλικώνεται, άλλοτε από τη Siemens και άλλοτε από τη Novartis, για να εξασφαλίζει την αφασία μας;
kathimerini
(*)Ο Ασμοδαίος ήταν τετρασέλιδο (ή, κάποιες φορές, οκτασέλιδο) εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό, που εκδιδόταν στην Αθήνα από το 1875 ως το 1885. Η έκδοσή του διακόπηκε το 1876 και επαναλήφθηκε από το 1880. Το περιοδικό τυπωνόταν στο τυπογραφείο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ αργότερα, κατά τη δεύτερη περίοδο, στα τυπογραφεία των αδελφών Περρή και της Ενώσεως, Γ.Σ. Σταυριανού («Ο Ασμοδαίος»), Ανδρέου Κορομηλά, Ανέστη Κωνσταντινίδου και του Αττικού Μουσείου. Σημειώνεται επίσης ότι, από το 1882, το περιοδικό στεγαζόταν στην οικία Γρυπάρη της οδού Σοφοκλέους, που υπήρξε προηγουμένως έδρα του Αρείου Πάγου. Στη βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου φυλάσσεται η πλήρης σειρά του περιοδικού.
Ως υπεύθυνοι σύνταξης εμφανίζονταν διαδοχικά οι Κωνσταντίνος Αλεξανδρόπουλος, Στυλιανός Μπρουσαλάκης (ή Μουσαλάκης), Παρράσιος Δούκας και Κοσμάς Φλαμιάτος. Αν και οι παραπάνω υπέγραφαν τα φύλλα ως «υπεύθυνοι», εκδότης του κυριακάτικου αυτού περιοδικού ήταν ο Θέμος Αννινος και βασικός συνεργάτης ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που υπέγραφε τους τίτλους «Σκνίπες» και «Ανεμομαζώματα» με τα ψευδώνυμα «Σφήκα»,«Κουνούπης» και «Θεοτούμπης». Με τον Ασμοδαίο συνεργάστηκαν επίσης οι Γεώργιος Σουρής, Δημήτριος Κόκκος, Μπάμπης Αννινος κ.ά.
Το περιοδικό σατίριζε την πολιτική, κοινωνική και καλλιτεχνική ζωή της χώρας και από το στόχαστρό του δεν ξέφυγαν ούτε τα σημαίνοντα πρόσωπα της περιόδου αλλά ούτε και άλλα έντυπα της εποχής. Κύριος στόχος της σάτιράς του ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ έδειχνε συμπάθεια για τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο (βλ. τον επικήδειό του στο φύλλο 211 της 27-2-1883). Ο Τρικούπης εμφανίζεται στις περισσότερες από τις χαρακτηριστικές ολοσέλιδες γελοιογραφίες του περιοδικού, που υπογράφονται από τον Θέμο Αννινο και οι οποίες διέπονταν από ένα εντελώς νέο για την εποχή τους πνεύμα και φαίνεται ότι κατάφεραν να πιάσουν κάτι από το αίσθημα του κοινού.
Συνέχεια του Ασμόδαιου αποτέλεσε το επίσης σατιρικό Αστυ. Η παύση της κυκλοφορίας του πρώτου αναγγέλθηκε με ένα ποίημα του Σουρή. Κάποιες πάντως από τις επισημάνσεις του περιοδικού παραμένουν και σήμερα επίκαιρες: «Ζώμεν [...] παροδούντες τα πάντα και η μέλλουσα ιστορία, αναγράφουσα τα γεγονότα της σημερινής εποχής, αισχυνομένη θ' αναγράψη, ότι ουχί οι απόγονοι του Περικλέους και των Σαλαμινομάχων, αλλ' οι υιοί των ανδρών του αγώνος, από του 1844 και εντεύθεν εξετέλουν [...] παρωδίας πολιτεύματος,νόμων, εφαρμογής αυτών, στρατού, ναυτικού, εκπαιδεύσεως, διοικήσεως και, τέλος, μεγάλην παρωδίαν Ελλήνων».

=====================
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου