Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε - Friedrich Wilhelm Nietzsche: «Ο Θεός είναι νεκρός!» [διαβάζει ο Δημήτρης Λιαντίνης] - Video


Ο Τρελός: Δεν έχετε ακουστά για κείνο τον Τρελό, που μέσα στο ντάλα μεσημέρι άναψε ένα φανάρι, όρμησε στη μέση την Αγορά, και άρχισε να φωνάζει: 
«Ψάχνω για το θεό, ψάχνω για το θεό!»

-  Εκεί υπήρχαν άνθρωποι πολλοί που δεν πίστευαν στο θεό. Και αναμεταξύ τους ο Τρελός ξεσήκωσε άγριο γέλιο. 
Απολέσθηκε, ρε; είπε ο ένας. 
Μήπως έχασε το δρόμο του σαν τα μικρά παιδιά; είπε ο άλλος. 
Μήπως κρύφτηκε κάπου; Μήπως βαρκαρίστηκε σε καράβι, και έσυρε στην ξενιτειά; 
Έτσι ρώταγαν και γελούσαν.

Τότες ο Τρελός πήδηξε καταμεσής στους άθεους, τους κοίταξε άγρια στα μάτια, και είπε:

«Ρωτάτε πού πήγε ο θεός; Εγώ θα σας πώ. Τον σκοτώσαμε! 
Εσείς κι εγώ τον σκοτώσαμε. Όλοι εμείς είμαστε οι φονιάδες του...


Περιφρονούσε τη συστηματική σκέψη. Ύφος ειρωνικό, αφαιρετικό, απλοϊκό, με έναν τρόπο ανεπανάληπτο, έτσι, που τα βιβλία του σήμαιναν αυτά, που ήθελαν οι αναγνώστες να σημαίνουν. 

Στα 1882 ο κόσμος αιφνιδιάζεται: «Ο Θεός είναι νεκρός», διαλαλεί ο Νίτσε
«Δεν έχετε ακούσει για ‘κείνον τον τρελό, που άναψε ένα φανάρι στις λαμπρές ώρες του πρωινού, έτρεξε στην αγορά φωνάζοντας "Αναζητώ το Θεό!"… πολλοί που δεν πίστευαν στο Θεό, στέκονταν γύρω εκείνη τη στιγμή…

-Έχει χαθεί; ρώτησε ένας… κρύβεται; φοβάται; – …φώναζαν και γέλαγαν. 
Ο τρελός: «Πού είναι ο Θεός; …Θα σας πω. Τον έχουμε σκοτώσει – εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε οι δολοφόνοι του!… Πώς το κάναμε αυτό; …Προς τα πού κινούμαστε; Μακριά από όλους τους ήλιους; …Δεν ακούμε τίποτα εκτός από το θόρυβο των νεκροθαφτών… θάβουν το Θεό; Δεν μυρίζουμε τίποτα… μόνο τη θεία αποσύνθεση; 

Ο Θεός είναι νεκρός!… παραμένει νεκρός!… τον έχουμε σκοτώσει! Πώς θα παρηγορηθούμε, οι δολοφόνοι όλων των δολοφόνων; Ό,τι ήταν ιερότερο και τρανότερο στον κόσμο πέθανε ματωμένο από τα μαχαίρια μας. Ποιος θα σκουπίσει αυτό το αίμα από πάνω μας; …Δεν είναι το μεγαλείο αυτής της πράξης πολύ μεγάλο για μας; Δεν πρέπει εμείς οι ίδιοι να γίνουμε Θεοί, ώστε να φανούμε αντάξιοι;». 

Ιδού: Ολοζώντανο πνεύμα κορύφωσης ∙ άνθρωπος, που ξιφούλκησε με την παράδοση του γερμανικού πνεύματος αναποδογυρίζοντας ορίζοντα και παραδοχές. 

Λόγος αφοριστικός, λυρικός, συχνά ποιητικός ∙ Άλλωστε οι αληθινοί φιλόσοφοι και ποιητές… “Ridendo dicere severum” – «Γελώντας λέγονται τα σοβαρά». 
  
Να η πιο κομψή, η πιο πολύτιμη «φλυαρία». Χορευτική απεικόνιση της ζωής στην πιο κυριολεκτική μορφή, όχι με τρόπο στάσιμο, αλλά διαρκώς αλλιώτικο ∙ όχι στο «πιάτο», μα σε εικόνες – ζωγραφιές, προσβλητικές, μοναχικές, κατακόρυφες, συχνά ακατανόητες ∙ φαρδιά-πλατιά αλληγορικές. 

Αποφθέγματα συνοπτικά. Μαστιγώνουν την ύπαρξη με την πιο βαθιά ουλή: «Φιλελευθερισμός: με άλλα λόγια, αγελαία αποκτήνωση», «Όταν χαιρετώ έναν θρησκομανή, αισθάνομαι την ανάγκη να πλύνω τα χέρια μου», «Η κουλτούρα και το κράτος είναι ανταγωνιστές: το ένα ζει εις βάρος του άλλου, το ένα ανθεί εις βάρος του άλλου». 

Ανάγνωση και γραφή έπρεπε να είναι πράξεις αυτοδημιουργίας: «Αποπληρώνει κάποιος κακά το δάσκαλό παραμένοντας μαθητής.». Απλά; Περιφρονούσε τη συστηματική σκέψη. Ύφος ειρωνικό, αφαιρετικό, απλοϊκό, με έναν τρόπο ανεπανάληπτο, έτσι, που τα βιβλία του σήμαιναν αυτά, που ήθελαν οι αναγνώστες να σημαίνουν. Είναι τόσοι οι Νίτσε, όσα και τα πνευματικά ρεύματα: Υπαρξιστής, αποδομιστής, μεταμοντέρνος.

«…να σπρώξουν ότι πέφτει»: Δια μιας δημοκρατικοί – φασίστες, φεμινίστριες – αντί-φεμινίστριες, χριστιανοί – άθεοι – αγνωστικιστές, οπαδοί της αναλυτικής φιλοσοφίας και οι αντίπαλοί τους, ανιχνεύουν στο έργο του το μήνυμά τους. Ο ίδιος προκαταλαμβάνει: «Δεν υπάρχουν αλήθειες, μόνον ερμηνείες». Αποκορύφωση η ανάδειξή του ως προπάτορα του Ναζισμού. «Η πιο αδέξια από όλες τις παρεξηγήσεις», λέει ο Thomas Mann για το ότι, το έργο αυτού του πολιτικά αφελούς, απόλυτα πνευματικού ανθρώπου δικαιολόγησε την επίθεση του ολοκληρωτισμού στην ανθρωπότητα. 

Ο Νίτσε δε θα ήταν Ναζί ∙ αντίθετα, κυνηγός τους. Τους Wilhelm και Bismarck, τους αντισημίτες ήθελε να τους εκτελέσει ∙ Το Β’ Ράιχ να το αποσυνθέσει. Δεν αρκούσε, ότι αυτή η εποχή ήταν κακή ∙ θα γινόταν χειρότερη… 

«Η παραφροσύνη είναι στα άτομα κάτι περιστασιακό ∙ στις ομάδες, τα κόμματα, τους λαούς, τις εποχές ο κανόνας.». 

Διορατικός, με φρεσκάδα στην αντίληψη και την έκφραση, αντιμετωπίζει τα βαθιά προβλήματα σαν κρύα ντους: μέσα και έξω όσο πιο γρήγορα…  Τα ανθρώπινα όντα εξαπατούν συστηματικά τον εαυτό τους ως προς τα αληθινά κίνητρα των πράξεων τους – τα πραγματικά κίνητρα υπολείπονται της ηθικής ∙ πρώτη αναλαμπή της «θέλησης για δύναμη»… Ευφράδης στην προφητική ρητορική ο υιός του πάστορα βροντοφώναξε το «θάνατο του Θεού», προσκάλεσε τον «υπεράνθρωπο», οσμίστηκε τη Βαβέλ των ανυπόφορων υποκειμενισμών ∙ εκλιπάρησε τελικά για μια «επαναξιολόγηση των αξιών».  

“Ecce Homo” – «Ιδού ο άνθρωπος», τα λόγια του Πόντιου Πιλάτου, τίτλος του τελευταίου αυτοβιογραφικού του έργου. «Γιατί είμαι σοφός», «Γιατί είμαι τόσο έξυπνος», «Γιατί γράφω τόσο καλά βιβλία», «Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο», τα κεφάλαια. Παραθέτει με αμεσότητα την ταπεινότητά του. «Δε θέλω να είμαι άγιος, καλύτερα ακόμη ένας παλιάτσος… Και όμως ή μάλλον χωρίς όμως… μιλά από μέσα μου η αλήθεια.». 

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ο Νίτσε παρέμεινε άγνωστος. Ωστόσο το 1888 στη Δανία ο κριτικός George Brandes παρουσίασε το έργο του στο ευρύ κοινό. Έχοντας πουλήσει μέχρι τότε μόνο καμιά 500αριά αντίτυπα ο Νίτσε ενθουσιάζεται. Στέλνει στον Δανό το βιογραφικό του γεμάτο όμορφα ψεύδη, πικρές αλήθειες: «Γεννήθηκα στις 15 Οκτωβρίου 1844 στο πεδίο μάχης του Lȕtzen… Οι πρόγονοί μου ήσαν Πολωνοί ευγενείς… Ποτέ δεν είχα κανένα σύμπτωμα εγκεφαλικής ενόχλησης ∙ ούτε πυρετό, καμιά αδυναμία. Κάποιος διέδωσε, ότι δήθεν ήμουν σε τρελάδικο (ή ακόμη, ότι πέθανα εκεί). Τίποτε πιο απατηλό.». 

Λίγο μετά γίνεται Καίσαρας, Διόνυσος, ίσως και Εσταυρωμένος… Καθαιρεί τον Γερμανό αυτοκράτορα, τον ποντίφικα – γίνεται Θεός. Στα 44 του, ταλαιπωρημένος από χρόνιες ημικρανίες, ο νομάδας, που περιφερόταν μεταξύ Μεσογείου και Άλπεων αναζητώντας ανακούφιση για την εύθραυστη υγεία του, αγκαλιάζει στο Τορίνο ένα άλογο, που μαστιγώνεται από τον αμαξά και ξεσπά σε λυγμούς. Θα ζήσει άλλα ένδεκα σιωπηλά χρόνια. 

Το 1890 ο Νίτσε είναι ένας διεθνής αστέρας. Άνθρωποι έρχονταν από μακριά να τιμήσουν τον σιωπηλό φιλόσοφο. Richard Strauss, Rudolf Steiner, Isadora Duncan ∙ οι πιο πολλοί δε θεώρησαν ότι τρελάθηκε, μα ότι «ανελήφθη». Η αδελφή του Elisabeth, θέλοντας να εκμεταλλευθεί εμπορικά τον φιλόσοφο, παραποίησε γραπτά, παραχάραξε την  προσωπικότητά του.  Ο Camus δήλωσε: «Δε θα σταματήσουμε ποτέ να επανορθώνουμε την αδικία, που του κάναμε…». 

Ο Χάιντεγκερ λίγο πριν το θάνατό του ομολόγησε, ότι η φιλοσοφία μετά τον Νίτσε δεν μπορεί να προσφέρει ούτε ελπίδα, ούτε βοήθεια για το μέλλον της ανθρωπότητας. «Μόνον ο Θεός μπορεί να μας σώσει πλέον!». 



Νίτσε: Πέθανε ο Θεός - Ελλήνισε και διαβάζει ο Δημήτρης Λιαντίνης
Επιμελείται ο Χρήστος Μαυρόπουλος

Από το βιβλίο: ‘‘Η χαρούμενη επιστήμη’’ - Friedrich Nietzsche, Στοχασμός 125. Μετάφραση από το βιβλίο ‘’Γκέμμα’’ του Δημήτρη Λιαντίνη και Video.

Ολόκληρη η ομιλία του Λιαντίνη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (1995).

"Πέθανε ο θεός"



Ο Τρελός

     Δεν έχετε ακουστά για κείνο τον Τρελό, που μέσα στο ντάλα μεσημέρι άναψε ένα φανάρι, όρμησε στη μέση την Αγορά, και άρχισε να φωνάζει:

     «Ψάχνω για το θεό, ψάχνω για το θεό!»

-  Εκεί υπήρχαν άνθρωποι πολλοί που δεν πίστευαν στο θεό. Και αναμεταξύ τους ο Τρελός ξεσήκωσε άγριο γέλιο. Απολέσθηκε, ρε; είπε ο ένας. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν τα μικρά παιδιά; είπε ο άλλος. Μήπως κρύφτηκε κάπου; Μήπως βαρκαρίστηκε σε καράβι, και έσυρε στην ξενιτειά; Έτσι ρώταγαν και γελούσαν.

Τότες ο Τρελός πήδηξε καταμεσής στους άθεους, τους κοίταξε άγρια στα μάτια, και είπε:

«Ρωτάτε πού πήγε ο θεός; Εγώ θα σας πώ. Τον σκοτώσαμε! Εσείς κι εγώ τον σκοτώσαμε. Όλοι εμείς είμαστε οι φονιάδες του.

Μα πώς κάναμε τέτοιο κακό; Πώς φτάσαμε ν' αδειάσουμε τις θάλασσες; Ποιος μας έδωκε το σφουγγάρι και σβήσαμε τους ορίζοντες; Πώς έγινε τρόπος να κόψουμε τη γης από το μαγνήτη του ήλιου; Για πού τραβάει τώρα η γης; Κι εμείς χωρίς τον ήλιο, για πού τραβάμε τώρα εμείς;

Κοίτα πώς γκρεμιζόμαστε μπροστά. Πώς τραβάμε πίσω, πάνου, κάτου, αριστερά, δεξιά. Σε όλα τα σημεία.

Στέκεται στη θέση του ακόμα το Πάνω και το Κάτω; Η στράτα μας δεν είναι μια περιπλάνηση μέσα στο ατελεύτητο Τίποτα; Η απογειάδα του άδειου χώρου δε μας παραφυσάει θανάσιμα; Δε γίνεται πιο παγερή η παγωνιά μας; Νύχτα πάνου στη νύχτα, δε μας κυκλώνει ζοφερότερη η νύχτα; Δέκα η ώρα το πρωί, και πρέπει ν' ανάψουμε τα φανάρια μας.

Ακούστε, λοιπόν τους νεκροθάφτες! Τον κρότο που κάνουν, καθώς παραχώνουν το θεό. Δεν σας παίρνει τη μύτη η θεϊκή αποσύνθεση; Γιατί και οι θεοί σαπίζουν.

Πέθανε ο θεός! Ο θεός είναι νεκρός! Κι αυτοί που τον σκότωσαν είμαστ' εμείς. Είμαστε οι φονιάδες πάνου απ' όλους τους φονιάδες.

Ποιος μπορεί να μας παρηγορήσει τώρα; Το Άγιο και το Ισχυρό, εκείνο που άρμοζε ως τώρα σε τάξη τον κόσμο και τη φύση, στάζει αίματα ανάμεσα στα μαχαίρια μας.

Ποιος θα σκουπίσει τα ματωμένα μας χέρια; Ποια αγιασμένα ύδατα θα μας γίνουν καθαρμοί; Τι λογής αγνιστήριες γιορτές, τι λογής ιερούς αγώνες θα θεσπίσουμε; Το μέγεθος αυτής της πράξης είναι πάνου από το μέτρο των ανθρώπων.

Τώρα πρέπει οι ίδιοι εμείς να γίνουμε θεοί! Έτσι μόνο θα σταθούμε στο ύψος της πράξης του φόνου. Γιατί δεν εξανάγινε στυγερότερη πράξη. Αυτοί που θα ζήσουν μετά από μας, έχοντας πίσω τους ένα τέτοιο πελώριο έργο, θα ζήσουνε σε μια εποχή ανώτερη απ' όλες τις εποχές μέχρι τώρα.»

-  Στο σημείο αυτό ο Τρελός σταμάτησε. Γύρισε τη ματιά του τριγύρω στους ανθρώπους, και οι άνθρωποι τον κοίταζαν χαμένοι. Ο Τρελός βρόντηξε τότες το φανάρι του στη γης. Και το φανάρι σβήστηκε σπάζοντας χίλια κομμάτια.

«Φτάνω νωρίς, τους είπε. Φτάνω προτού φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Ετούτη η πελώρια πράξη βρίσκεται καθ' οδόν. Ταξιδεύει. Δε χτύπησε ακόμη στ' αυτιά των ανθρώπων. Χρειάζεται χρόνο η αστραπή και η βροντή. Το φως των αστεριών χρειάζεται χρόνο. Οι πράξεις των ανθρώπων χρειάζουνται χρόνο από τότε που γίνανε, ως τότε που θα φτάσουν στα αυτιά και στα μάτια τους. Και η πράξη τούτη είναι πιο μακρυνή από τα μάκρυνα αστέρια. Και όμως, αυτοί που την κάμανε είμαστ' εμείς!»

-  Λένε ακόμη πως εκείνη την ίδια μέρα ο Τρελός μπήκε σε πολλές εκκλησίες, και κλαίγοντας σύνθεσε το δικό του Requiem για τον αιώνιο θάνατο του θεού. Ύστερα βγήκε και είπε τα τελευταία του λόγια:

«Μα τι είναι αυτές οι εκκλησιές των ανθρώπων, αν δεν είναι οι σπηλιές και τα μνήματα του θεού;»

Επιλεγμένα αποσπάσματα απο το βιβλίο:

«Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο. Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου.»

«Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά. Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου, πως η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατέλειωτη προσφορά και θεία στέρηση για το θηλυκό. Το θηλυκό να κυνηγάει τις τύψεις του.  Στον έρωτα όλα γίνονται για το θηλυκό.  Η μάχη και η σφαγή του έρωτα έχει το νόημα να πεθάνεις το θηλυκό, και να το αναστήσεις μέσα στα λαμπρά ερείπια των ημερών σου. Πάντα σου μελαγχολικός και ακατάδεχτος…» 

«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.» 

«Μια είναι η αιτία που κάνει το θάνατο την πικρότερη πίκρα μας. Είναι η γνώση πως το ασώματο ταξίδι μας δεν έχει πηγαιμό. Αλλά ούτε και γυρισμό. Με το θάνατο για στερνή φορά και πρώτη ο άνθρωπος περνά στην πατρίδα του πάντα και του πότε. Το τι θα σε καλωσορίσει εκεί που θα πας είναι ιδέα μηδενική, μπροστά στην άπειρη ιδέα του τι αποχαιρετάς εδώ που φεύγεις. Στο αναποδογύρισμα αυτού του διαλεκτικού σχήματος οι θρησκείες στηρίξανε την πανουργία της κυριαρχίας τους.» 

«Το γεγονός του θανάτου είναι για τον καθένα από μας το ατομικό όριο του απόλυτου. Είναι ο βαθμό μείον 273 όχι στην κλίμακα της θερμότητας, αλλά στην κλίμακα του ανθρωπολογικού Μηδέν. Από τη στιγμή που θα πεθάνω περιέρχομαι αστραπιαία στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται εκείνος που δεν εγεννήθηκε ποτές.» 

«Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο. Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη. Με την απλή, δηλαδή και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις. Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζείς κι αυτό που δεν είσαι δηλαδή το νεκρός του αύριο. Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο.»

Φρειδερίκος Νίτσε, Φρήντριχ Βίλχελμ Νίτσε

(Friedrich Wilhelm Nietzsche, Ραίκεν του Λούτζεν της Σαξωνίας, 15 Οκτωβρίου 1844 – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Γερμανός φιλόλογος και επιφανής φιλόσοφος του 19ου αιώνα, δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων αντιλήψεων, ιδιαιτέρως του Χριστιανισμού, πρόδρομος του Μηδενισμού και του Υπαρξισμού.


Γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 στην πόλη Ραίκεν (Rocken) της Πρωσικής Σαξωνίας, το τρίτο και νεότερο παιδί της θρησκόληπτης οικογένειας του λουθηρανού κληρικού Καρλ Λούντβιχ Νίτσε (Carl Ludwig Nietzsche, 1813 - 1849) και της Φραντσίσκα Έλερ (Franziska Oehler, 1826 - 1897), θυγατέρας κληρικού. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς, από κτύπημα στο κεφάλι έπειτα από πτώση το 1849 όταν ο μικρός Φρήντριχ ήταν μόλις 5 ετών, και τον επόμενο χρόνο ακολούθησε ο θάνατος του μόλις 2ετούς αδελφού του Λούντβιχ Ιωσήφ. Μετά από τους δύο αυτούς θανάτους, η μητέρα του μετακόμισε για οικονομικούς και συναισθηματικούς λόγους στο σπίτι της μητέρας της στο Νάουμπουργκ (Naumburg), στις όχθες του ποταμού Ζάαλε.  

Στο Νάουμπουργκ ο μικρός Νίτσε παρακολούθησε από το 1854 μαθήματα σε ιδιωτικό προπαρασκευαστικό σχολείο, το «Ντομγκυμνάζιουμ» («Domgymnasium», όπου αφού εξετάστηκε από τον διευθυντή, εντάχθηκε εξαρχής στην δεύτερη τάξη), ενώ τον Οκτώβριο του 1858 κέρδισε μία υποτροφία για το «Σούλπφορτα» («Schulpforta» ή «Pforta»), ένα από τα σπουδαιότερα οικοτροφεία των προτεσταντών της Γερμανίας. Οι οικείοι του τον προόριζαν να σπουδάσει Θεολογία, ωστόσο ο ίδιος, από την στιγμή που διαμόρφωσε την προσωπικότητά του, στράφηκε συνειδητά προς την Φιλοσοφία, καθώς από το φθινόπωρο του 1862 είχε ήδη απορρίψει μέσα του τον Χριστιανισμό. 

Με την αποφοίτησή του από το «Σούλπφορτα» στις 7 Σεπτεμβρίου 1864 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης για να σπουδάσει Κλασική Φιλολογία, αλλά και Θεολογία (ενδιαφερόμενος κυρίως για την φιλολογική εξέταση των κατασκευασμένων πηγών της λεγόμενης «Καινής Διαθήκης»), ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και με σύνθεση μουσικής, επηρεασμένος κυρίως από τον ρομαντικό Ρόμπερτ Σούμαν. Κατά την σύντομη παραμονή του στην Βόννη, ο Νίτσε μελέτησε καλά το έργο του Ντάβιντ Στράους (David Strauss) για την πραγματική ζωή του ιδρυτή του Χριστιανισμού και επιβεβαίωσε όχι μόνον την πλήρη απόρριψη της συγκεκριμένης θρησκείας μέσα του, αλλά απέρριψε και την θρησκοληψία γενικότερα, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του «αναζητητή» της Αλήθειας. 

Το φθινόπωρο του έτους 1865 έκανε μετεγγραφή μαζί με τον καθηγητή του Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ (Friedrich Wilhelm Ritschl) στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου αρίστευσε και παράλληλα ανακάλυψε την σκέψη του Σοπενάουερ (Arthur Schopenhauer), μελέτησε το υλιστικό έργο του Φρήντριχ Άλμπερτ Λάνγκε (Friedrich Albert Lange) «Η Ιστορία του Υλισμού» («Geschichte des Materialismus») και επίσης γνωρίστηκε με τον τότε συμφοιτητή του και μετέπειτα διακεκριμένο κλασικιστή Έρβιν Ρόντε (Erwin Rohde). Το 1867 κατατάχθηκε στο πυροβολικό του Νάουμπουργκ, αλλά τον Μάρτιο του 1868 η στρατιωτική του σταδιοδρομία έληξε άδοξα μετά από σοβαρό τραυματισμό του στον θώρακα και επέστρεψε στην Λειψία, όπου για ένα διάστημα εργάστηκε ως κριτικός όπερας στην εφημερίδα «Deutsche Allgemeine» και ως βιβλιοκριτικός στο περιοδικό «Literarisches Zentralblatt». Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 1868 συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον μουσικό Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner) και επί μία σχεδόν δεκαετία υπήρξε στενός φίλος τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του Cosima. 

Μετά από τέσσερις δημοσιεύσεις του στο ακαδημαϊκό περιοδικό «Reinisches Museum» του καθηγητή του Ριτσλ και με τις άριστες συστάσεις του τελευταίου, ο οποίος διαβεβαίωνε σε επιστολή του ότι στα 40 χρόνια της πανεπιστημιακής του καριέρας δεν είχε συναντήσει κάποιον τόσο ευφυή σαν τον Νίτσε, διορίστηκε τελικά σε ηλικία μόλις 25 ετών έκτακτος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία, όπου αρχικά παρέδιδε διαλέξεις για την Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ποίησης και για τις «Χοηφόρες» του Αισχύλου και μετά από λίγο ξεκίνησε το τεράστιο συγγραφικό έργο του. Από την συγκεκριμένη θέση παραιτήθηκε έπειτα από 10 χρόνια, το έτος 1879, για λόγους υγείας, έχοντας εν τω μεταξύ γίνει τακτικός καθηγητής και λάβει την ελβετική υπηκοότητα, ενώ το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα όχι μετά από εξετάσεις ή κατάθεση διατριβής, αλλά με βάση τις δημοσιεύσεις του. 



 Ο Φρ. Νίτσε σε ηλικία 18 ετών (1862)
Υπηρέτησε ως εθελοντής νοσοκόμος στον πρωσικό στρατό κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου (1870 - 1871), καθώς η ουδέτερη Ελβετία δεν του επέτρεψε να γίνει μάχιμος στρατιώτης, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ως νοσοκόμος στο Στρασβούργο ήλθε σε άμεση επαφή με την αγριότητα και φρίκη του πολέμου, ενώ η υγεία του επιδεινώθηκε αρκετά. Τον Οκτώβριο του 1870 επέστρεψε στα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας και από το 1873 έως το 1876 συνέγραψε 4 δοκίμια που εκδόθηκαν αργότερα ως συλλογή υπό τον τίτλο «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί» και εξέταζαν τον γερμανικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. 

Σε όλο του πρώϊμο έργο του της Βασιλείας διακρίνεται η έντονη επιρροή από τον Βάγκνερ, επιρροή που έγινε εντονότερη στο βιβλίο «Η γέννηση της Τραγωδίας» («Die Geburt der Tragodie», που κυκλοφόρησε το 1872 σε 800 αντίτυπα), στο οποίο ο Νίτσε ερμηνεύει την αρχαία Ελληνική Τραγωδία μέσα από την κατ’ αυτόν αντίθεση μεταξύ «απολλωνίου» και «διονυσιακού» πνεύματος. Το τολμηρό εκείνο έργο όμως, έγινε ελάχιστα αποδεκτό από τους πανεπιστημιακούς κύκλους, κυρίως εξαιτίας μιας αρνητικής κριτικής του σχολαστικού φιλόλογου Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς – Μέλεντορφ (Ulrich von Wilamowitz - Moellendorff), που στην 32σέλιδη μπροσούρα του «Zukunftsphilologie!» («Φιλολογία του μέλλοντος!») κατηγόρησε τον Νίτσε για «αμάθεια και παντελή έλλειψη αγάπης για την αλήθεια» και του πρώην φιλόλογου καθηγητή του στο Πανεπιστήμιο της Βόννης Χέρμαν Ούζενερ (Hermann Carl Usener), που, όλος εμπάθεια, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει το σύνολο του βιβλίου ως «μία απόλυτη ηλιθιότητα». 

Ενώ ήδη από τις αρχές του 1876 ο Νίτσε είχε για λόγους υγείας αναγκαστεί να σταματήσει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο, το καλοκαίρι του έτους 1878 επήλθε ρήξη ανάμεσα σε αυτόν και τον Βάγκνερ και η φιλία των δύο ανδρών έσπασε διαπαντός. Κύρια αιτία της σύγκρουσης ήταν η συνεχής ερωτοτροπία του Βάγκνερ με χριστιανικά θέματα σε συνδυασμό με έναν έντονο σωβινισμό και αντισημιτισμό, τρία πράγματα που κατ’ εξοχήν αποστρεφόταν ο Νίτσε. Μέσα στο ίδιο έτος (1878) εξέδωσε και το αφοριστικό βιβλίο του «Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο» («Menschliches, Allzumenschliches», το οποίο δέχθηκε τα μαζικά πυρά αποδοκιμασίας από την κατεστημένη διανόηση της εποχής) και είδε επίσης να πεθαίνει ο αγαπημένος του καθηγητής Ρίτσλ.  

Από τον Μάϊο του 1879, όταν για λόγους υγείας παραιτήθηκε οριστικά από το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας έναντι μίας πολύ μικρής σύνταξης, μέχρι το έτος 1888 ο Νίτσε λειτούργησε ως ανεξάρτητος φιλόσοφος, έχοντας επιλέξει να ζει μόνος ή με πολύ σπάνια επικοινωνία με τους ανθρώπους. Διαμένοντας κατά καιρούς στην Ελβετία, την Γαλλική Ριβιέρα και την Ιταλία, παρά την τραγικά άσχημη υγεία του και την ελαττωμένη πια όρασή του (λόγω βλάβης του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του που προκαλούσε συνεχείς πονοκεφάλους), ανέδειξε την τολμηρότερη και ισχυρότερη πλευρά του πνεύματός του. 

Τα κείμενά του διακρίνονται για το οξύ και επιθετικό ύφος τους και την εκτεταμένη χρήση αφορισμών, ενώ το όλο φιλοσοφικό έργο του εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαίους φιλοσόφους. Από το 1881 μέχρι και το 1888 κατόρθωσε να παράγει ένα περίπου έργο ανά έτος και συγκεκριμένα τα «Ροδαυγή» (1881), «Η Χαρούμενη Επιστήμη» (1882), «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (1883 - 1885, ο πρώτος τόμος του οποίου γράφτηκε στο Rapallo μέσα σε μόλις 10 ημέρες. Στο σύνολο του έργου κηρύσσεται ο «θάνατος του Θεού», καταρρακώνεται η δουλική ηθική του Χριστιανισμού –που καταστρέφει την ζωή προσπαθώντας δήθεν να την σώσει- και δείχνεται ο δρόμος προς έναν συγκροτημένο, λογικό και άθραυστο Ανθρωπισμό), «Πέραν του Καλού και του Κακού» (1886, το πρώτο που εξέδωσε μετά την απομάκρυνσή του από τον έως τότε εκδότη του Ernst Schmeitzner, τον οποίο ο Νίτσε κατήγγειλε ως αντισημίτη και ρατσιστή), «Η Γενεαλογία της Ηθικής» (1887, όπου η μνησικακία καταγγέλλεται πολύ σωστά ως η πραγματική ρίζα του δένδρου της σωτηριολογίας και «αγάπης» του Χριστιανισμού και, κατά προέκταση, της κυρίαρχης «ηθικής» του λεγόμενου «δυτικού κόσμου»), «Το Λυκόφως των Ειδώλων» (Αύγουστος - Σεπτέμβριος 1888), «Ο Αντίχριστος» (Σεπτέμβριος 1888, θα εκδοθεί όμως το 1895), «Ίδε ο Άνθρωπος» (Οκτώβριος - Νοέμβριος 1888, που άρχισε να το συγγράφει στις 15 Οκτωβρίου, ημέρα των γενεθλίων του) και «Νίτσε εναντίον Βάγκνερ» (Δεκέμβριος 1888, θα εκδοθεί και αυτό το 1895). 

Στις 3 Ιανουαρίου 1889 ο Νίτσε εισήχθη σε κλινική του Τορίνο μετά από εκδήλωση νευρικής κατάρρευσης, όταν ενώ περιδιάβαινε την πλατεία Καρόλου Αλμπέρτου (Piazza Carlo Alberto) είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει ένα άλογο, προκάλεσε επεισόδιο για να το προστατέψει και συνελήφθη από 2 αστυνομικούς. Μέσα από την κλινική έγραψε και έστειλε προς φίλους και συγγενείς του διάφορες επιστολές (τις λεγόμενες «Wahnbriefe», «Επιστολές παραφροσύνης»), τις οποίες υπέγραφε πότε ως «Εσταυρωμένος» και πότε ως «Διόνυσος». Μία εβδομάδα αργότερα, μεταφέρθηκε με μεσολάβηση των φίλων του Τζ. Μπούρκχαρντ (Jacob Burckhardt, ιστορικού) και Φραντς Όβερμπεκ (Franz Overbeck, καθηγητή Θεολογίας) σε ψυχιατρείο της Βασιλείας και από εκεί σε άλλο ψυχιατρείο στην Ιένα, όπου διαγνώστηκε «παραλυτική ψυχική διαταραχή». Μετά από έναν περίπου χρόνο παραμονής του στο ψυχιατρείο, όπου συχνά ξεσπούσε βίαια υπό αλλεπάλληλες παραισθήσεις μεγαλείου, πήρε τελικά εξιτήριο στις 24 Μαρτίου 1890 και κατέληξε με την μητέρα του πίσω στο Νάουμπουργκ. 

Μέχρι τον θάνατό του, έπειτα από 10 χρόνια, έζησε σε κατάσταση άνοιας μετά από εγκεφαλική παράλυση. Το τραγικό στην όλη ιστορία ήταν ότι την εποχή ακριβώς που κατέρρευσε ο Νίτσε έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο το έργο του (κυρίως μέσω του σκανδιναβού βιβλιοκριτικού Georg Brandes) και η ζήτηση για τα βιβλία του αυξήθηκε κατακόρυφα, γεγονός που ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση να χαρεί. Επιπροσθέτως, το 1893 η αντιδραστική και χριστιανή αδελφή του Ελίζαμπετ (Elisabeth Forster - Nietzsche) επέστρεψε από την Παραγουάη, έπειτα από την αποτυχημένη απόπειρα ίδρυσης της γερμανικής αποικίας «Nueva Germania» από τον ρατσιστή σύζυγό της Φόστερ (Bernhard Forster, που είχε ήδη αυτοκτονήσει),  μεθόδευσε το να ναυαγήσουν τα σχέδια για μία έκδοση των απάντων του υπό την επιμέλεια του πρώην μαθητή του και από το 1880 προσωπικού φίλου και γραμματέα του Πέτερ Γκαστ (Peter Gast), «οργάνωσε» το αρχείο χειρογράφων και αλληλογραφίας του αδελφού της, αλλοιώνοντας αρκετά κείμενα και καταστρέφοντας άλλα τα οποία δεν της ήσαν αρεστά, τον δε Δεκέμβριο του 1895 απέκτησε όλα τα δικαιώματα των έργων του Νίτσε. 

Το 1898 και 1899 ο Νίτσε υπέστη δύο εγκεφαλικά επεισόδια που επιδείνωσαν την κατάστασή του, καθιστώντας τον ανήμπορο πια να μιλήσει και να περπατήσει και τελικά πέθανε στις 25 Αυγούστου 1900 από συνδυασμό πνευμονίας και εγκεφαλικού και θάφτηκε στο νεκροταφείο του Ραίκεν, δίπλα στον τάφο του κληρικού πατέρα του. Παρά τον γενναίο αντιχριστιανισμό που επέδειξε σε όλη την υπεύθυνη ζωή του αυτός ο ανένταχτος, μοναχικός και απλησίαστος φιλόσοφος, η αδελφή του δεν τον σεβάστηκε καθόλου και φρόντισε να τον θάψει με το χριστιανικό (λουθηρανικό) τυπικό. 

Σαν να μην έφτανε αυτό, η αντιδραστική και χριστιανή αδελφή του, η οποία αργότερα έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, προχώρησε μετά τον θάνατό του και στην επιλεκτική δημοσίευση «πειραγμένων» κειμένων του υπό τον τίτλο «Η Θέληση για Δύναμη» («Der Wille zur Macht», 1901), ένα βιβλίο το οποίο ο διαπρεπής Ιταλός φιλόλογος Μοντινάρι (Mazzino Montinari) κατήγγειλε ευθέως ότι «δεν είναι βιβλίο του Νίτσε». Στις πρώτες τρεις δεκαετίες του 20ου αιώνα όμως, αυτό το «ανύπαρκτο» βιβλίο έδωσε αφορμή να συνδέσουν απατεωνίστικα κάποιοι καλοθελητές την προηγμένη σκέψη του Νίτσε με την ανάδυση του Ναζισμού και τον αντισημιτισμό, παρά το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα οι ιδέες του είχαν αρκετούς οπαδούς στην Αριστερά και κατά την διετία 1894 – 1895 οι δεξιοί είχαν προτείνει να απαγορευθούν τα βιβλία του ως «ανατρεπτικά». 

Ο Νίτσε, όπως τόσο ο Μοντινάρι αλλά και τα ίδια τα γραπτά του φιλοσόφου αποδεικνύουν, υπήρξε στην πραγματικότητα ένας ιδεολόγος της ελευθερίας, εραστής των Μουσών και, πάνω από όλα, δριμύτατος επικριτής τόσο του εθνικισμού και της πολιτικής αυταρχίας όσο και του αντισημιτισμού. Η υπέρβαση του τωρινού ανθρώπου, την οποία πρότεινε μέσω του «Υπερανθρώπου» («Ubermensch») στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» στοχεύει στην ολοκλήρωση του ανθρώπινου όντος και όχι στην απανθρωπιά: ο «Υπεράνθρωπος» δεν είναι το μοντέλο ενός κυρίαρχου και αφέντη, αλλ’ απλώς ο πραγματικός άνθρωπος που μπορεί να αποδέχεται την ζωή σε όλη την τραγική της διάσταση, όπως οι αρχαίοι Έλληνες. Ο ίδιος ο Νίτσε πάντως, δεν έθρεφε αυταπάτες για το εάν θα γλίτωνε την παρερμηνεία της προχωρημένης σκέψης του από κακόβουλους ή ανόητους, αφού είχε γράψει: «ποτέ οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, απλώς μονάχα επαινούν ή κατηγορούν».  

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

«Από την ζωή μου» («Aus meinem Leben», 1858)  
«Πάνω στην μουσική» («Uber Musik», 1858)  
«Ο Ναπολέων Γ ως πρόεδρος» («Napoleon III als Praesident», 1862)  
«Πεπρωμένο και Ιστορία» («Fatum und Geschichte», 1862)  
«Ελεύθερη βούληση και πεπρωμένο» («Willensfreiheit und Fatum», 1862) 
«Μπορεί ο ζηλόφθονος στ’ αλήθεια να ευτυχήσει;» («Kann der Neidische je wahrhaft glucklich sein?», 1863) 
«Πάνω στις κλίσεις» («Uber Stimmungen», 1864)  
«Η ζωή μου» («Μein Leben», 1864)  
«Ο Όμηρος και η κλασική Φιλολογία» («Homer und die klassische Philologie», 1868)  
«Πέντε πρόλογοι σε πέντε άγραφα βιβλία» («Funf Vorreden zu funf ungeschriebenen Buchern», 1872) 
«Η γέννηση της Τραγωδίας» («Die Geburt der Tragodie», 1872) 
«Πάνω στην αλήθεια και τα ψέματα» («Uber Wahrheit und Luge», 1873)  
«Η Φιλοσοφία στης Τραγικής Εποχής των Ελλήνων» («Die Philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen», 1873)  
«Στράους, ο εξομολογητής και ο συγγραφέας» («David Strauss: der Bekenner und der Schriftsteller», 1873)  
«Πάνω στην χρήση και κακοποίηση της Ιστορίας για την ζωή» («Vom Nutzen und Nachtheil der Historie fur das Leben», 1874)  
«Ο Σοπενάουερ ως εκπαιδευτής» («Schopenhauer als Erzieher», 1874)  
« Ο Βάγκνερ στην Βηρυτό» («Richard Wagner in Bayreuth», 1876)  
«Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο» («Menschliches, Allzumenschliches», 1878)  
«Ανάμεικτες γνώμες και αποφθέγματα» («Vermischte Meinungen und Spruche», 1879) 
«Ο πλάνης και η σκιά του» («Der Wanderer und sein Schatten, 1879)  
«Ροδαυγή» («Morgenrote», 1881) 
«Η Χαρούμενη Επιστήμη» («Die frohliche Wissenschaft», 1882)  
«Τάδε έφη Ζαρατούστρα. Ένα βιβλίο για όλα και για τίποτα» («Also sprach Zarathustra. Ein Buch fur Alle und Keinen », 1883 - 1885)  
«Πάραν του Καλού και του Κακού. Προλόγισμα για μια φιλοσοφία του μέλλοντος» («Jenseits von Gut und Bose. Vorspiel einer Philosophie der Zukunft», 1886)  
«Η Γενεαλογία της Ηθικής» («Zur Genealogie der Moral», 1887)  
 «Το Λυκόφως των Ειδώλων» («Gotzen-Dammerung», 1888)  
«Ο Αντίχριστος. Κατάρα στον Χριστιανισμό» («Der Antichrist. Fluch auf das Christentum», 1888)  
«Ίδε ο Άνθρωπος. Πώς γίνεται κάποιος αυτός που είναι» («Ecce Homo. Wie man wird, was man ist», 1888)  
«Η περίπτωση Βάγκνερ» («Der Fall Wagner», 1888)  
«Η Θέληση για Δύναμη» («Der Wille zur Macht», 1901, με την αυθαιρεσία της αδελφής του) 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Lavrin Janko, «Nietzsche: An Approach», London, 1948  
Kaufmann Walter, «Nietzsche: Philosopher, Psychologist, Antichrist», Princeton, 1950  
Stambaugh Joan, «Nietzsche's Thought of Eternal Return», Baltimore, 1972  
Hollingdale R. J., «Nietzsche», London, 1973  
Steiner Rudolf, «Friedrich Nietzsche: Fighter for Freedom», New York 1985  
Schacht Richard, «Nietzsche», London, 1985  
Tejera V., «Nietzsche and Greek Thought», Dordrecht, 1987  
Heller Erich, «The Importance of Nietzsche: Ten Essays», Chicago, 1988  
Aschheim Steven E., «The Nietzsche Legacy in Germany 1800-1990», Berkeley, 1992  
Stambaugh Joan, «The Other Nietzsche», New York, 1994  
Lampert Laurence, «Leo Strauss and Nietzsche», Chicago, 1996  
Klossowski Pierre, «Nietzsche and the Vicious Circle», Chicago, 1997  
Montinari Mazzino, «Νίτσε: τι πραγματικά είπε», Αθήνα, 1998 
Bataille Georges, «Για τον Νίτσε: Θέληση για Τύχη», Αθήνα, 2002 
Deleuze Jilles, «Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία», Αθήνα, 2002 
Leiter Brian, «Nietzsche on Morality», London, 2002  
Foucault Michel, «Τρία κείμενα για τον Νίτσε», Αθήνα, 2004 
Stack George J., «Nietzsche's Anthropic Circle: Man, Science, and Myth», Rochester, 2005  
Hayman Ronald, «Νίτσε: Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυίας», Αθήνα, 2005  
Vattimo Gianni, «Dialogue with Nietzsche», New York, 2006


 ===================== 
 "O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To μπλόκ " Στοχσμός-Πολιτική" είναι υπεύθυνο μόνο για τα δικά του σχόλια κι όχι για αυτά των αναγνωστών του...Eπίσης δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχεται από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.