Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο ο άνδρας είχε το δικαίωμα να άρχει εξ αιτίας «της φυσικής και διανοητικής του υπεροχής», ενώ η γυναίκα, έχοντας την αίσθηση της «τάξης» και το προσόν της «ομορφιάς», υποχρεωνόταν να υπακούει στις εντολές των αρσενικών και να συμμορφώνεται στους νόμους και τα ήθη, που επέβαλλε η ανδρική κοινωνία.
Στην Αθήνα της κλασικής εποχής υπήρχαν «γυναικονόμοι», κρατικοί επιστάτες, που επέβλεπαν και παρακολουθούσαν τις γυναίκες κατά την έξοδο τους από τον οίκο. Η ειδική αυτή υπηρεσία είχε καθιερωθεί από το πολίτευμα του Σόλωνος: Ακόμα και για τον περίπατο των γυναικών, για τα πένθη και τις εορτές επέβαλε νόμο, που απέτρεπε την αταξία και την άπρέπεια. Απαγορευόταν η νυκτερινή έξοδος των γυναικών. «Έπρεπε να επιβαίνουν σε άμαξα μ΄ ένα λύχνο να φέγγει μπροστά»! (Πλούταρχος, Σόλων, 21). Κατά τον Αριστοτέλη οι «γυναικονόμοι» προορίζονταν αποκλειστικά για την τάξη των αριστοκρατών, «γιατί πώς είναι δυνατό να εμποδίζονται οι γυναίκες των φτωχών να βγαίνουν». (Πολιτικά, 1300 d).Στην κλασική Αθήνα οι γυναίκες των πολιτών δεν είχαν περισσότερα πολιτικά και δικαστικά δικαιώματα από τους δούλους. Είχαν χάσει τον σπουδαίο ρόλο, που έπαιζαν στη μινωική κοινωνία και που εν μέρει είχαν, φαίνεται, διατηρήσει και κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Στην παραπλεύρως εικόνα τερρακόττας από την Τανάγρα του τέλους του στ΄ αι. π.Χ. (μουσείο Λούβρου) φαίνεται γυναίκα να ζυμώνει Παρατηρείστε το ευπρεπές μακρύ φόρεμα και τον κότσο στα μαλλιά. (Robert Flacelière, «Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων».)
Ολότελα διαφορετικές η ανατροφή και η διαβίωση των θηλυκών στην κοινωνία της Σπάρτης. Το καθεστώς των Λακεδαιμονίων θεμελιωνόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ και η επιβίωση του σπαρτιατικού πληθυσμού εξασφαλιζόταν από τους πολέμους και τις διαρπαγές.
















