Την έσφιξε στην αγκαλιά του, με τον δικό του, τρυφερό και δυνατό τρόπο μαζί, που εκείνη γνώριζε ακόμη και μέσα στα σκοτάδια της Αλζχέϊμερ.
Του είπαν ότι «έφυγε» και περίμεναν το ξέσπασμά του. Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης όμως ήταν Κρητικός της παλιάς γενιάς. Γιος του πατέρα του και εγγονός του παππού του, που πίστευαν ότι ο άντρας δε φανερώνει τα αισθήματά του. Όσο πιο βαθειά είναι τόσο πιο αφανέρωτα.
Βγήκε στην αυλή της «Θαλπωρής», αξημέρωτα ακόμη κι’ έβγαλε να καπνίσει ένα τσιγάρο, όπως έκανε όταν η καρδιά του είχε φουρτούνες.
Παγωνιά γύρω του, αλλά πού να νοιώσει κρύο. Φλογισμένη η καρδιά του από τον πόνο για την αγαπημένη που δε θα έσφιγγε ξανά στην αγκαλιά του, το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να μην την αποχωριστεί. Να μην την αφήσει μόνη της στο μεγάλο ταξίδι.
Ποιος ξέρει με πόση δύναμη, αυτός ο γενναίος Κρητίκαρος, ο σοβαρός και αμίλητος, έκανε την προσευχή του και ο Θεός τον άκουσε!
[
Φώτο: Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης με την αγαπημένη στη ζωή και στο θάνατο]
Περίμενε λίγο να δει το μεγάλο του γιο, το Νικόλα, που ήταν στο δρόμο και μετά έγειρε και άφησε την τελευταία του πνοή, λίγο πιο πέρα από την αγαπημένη του, όταν το σώμα της ήταν ζεστό ακόμη …….
Είπαν ότι πέθανε από καρδιά. Στα κρύα πιστοποιητικά θανάτου δε γράφεται όταν πεθάνει κανείς από αγάπη. Όταν προστάζει την καρδιά του να σταματήσει να χτυπά και αυτή τον υπακούει!
ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ...